Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

1985/86: Η μόνη αναλαμπή αξιοπρέπειας στην πέτρινη μπασκετική δεκαετία του '80 (και ο ξανθός)

Η δεκαετία του 1980 ήταν μια μαύρη περίοδος για το τμήμα μπάσκετ του Ολυμπιακού. Ήταν μια περίοδος πέτρινων χρόνων. Θα βγάλουμε από τον απολογισμό την πρώτη σεζόν της δεκαετίας (1980/81), που όντως προσπαθήσαμε να πάρουμε το πρωτάθλημα και τερματίσαμε στη δεύτερη θέση κοντά στον ΠΑΟ και πάνω από τον Άρη του Γκάλη, γιατί αυτή ήταν ουσιαστικά και η τελευταία χρονιά της μεγάλης ομάδα της δεκαετίας του 1970. Θα ξεκινήσουμε λοιπόν από την περίοδο 1981/82, με τον Ολυμπιακό να βρίσκεται σε μια εντελώς νέα φάση και εποχή. 







Δυστυχώς κατά την εν λόγω δεκαετία, από την προαναφερόμενη χρονιά και έπειτα, ο Ολυμπιακός όχι μόνο δεν πήρε, αλλά ούτε καν διεκδίκησε τίτλους. Το κυριότερο ήταν ότι σχεδόν όλα αυτά τα χρόνια δεν μπόρεσε να σταθεί ούτε καν αξιοπρεπώς, αφού καταποντίστηκε βαθμολογικά, καταλαμβάνοντας ντροπιαστικές θέσεις στην τελική κατάταξη του πρωταθλήματος. Θέσεις, που καμία σχέση δεν έχουν με το όνομα και την ιστορία της ομάδας. Δείτε και μόνοι σας τα χάλια μας:

Περιοδος
Θεση
1981/82
1982/83
1983/84
1984/85
1986/87
1987/88
1988/89
1989/90
    
Αλλά και την επόμενη χρονιά, που ξεκίνησε η δεκαετία του 1990, η κατάσταση παρέμεινε η ίδια. Ο Ολυμπιακός τερμάτισε πάλι 8ος στο πρωτάθλημα. Βέβαια μετά ήρθε ο αναμορφωτής Ιωαννίδης και όλα άλλαξαν. Ο Θρύλος αναγεννήθηκε. 

Μη φανταστείτε ότι μέσα στην εν λόγω δεκαετία κάναμε κάτι αξιόλογο στο κύπελλο. Μόνο δύο φορές καταφέραμε να φτάσουμε στα ημιτελικά (1981/82 και 1986/87) ενώ όλες τις άλλες φορές αποκλειόμασταν στις φάσεις των 16 ή ακόμη και των 32 (!).

Και στην Ευρώπη φυσικά επικρατούσε η ίδια μαυρίλα. Τις περισσότερες φορές δεν αγωνιζόμασταν καν, αφού λόγω των θέσεων που καταλαμβάναμε στο πρωτάθλημα δεν δικαιούμασταν συμμετοχής. Όσες φορές συμμετείχαμε, που, σημειωτέον, όλες ήταν για το κύπελλο Κόρατς, αποκλειόμασταν και μάλιστα πολύ νωρίς: στην φάση των 32 (3 φορές) ή το πολύ-πολύ στη φάση των 16 (μια φορά). Μόνη αξιοπρεπής περίοδο υπήρξε η σεζόν 1988/89, που φτάσαμε μέχρι την φάση των 8. 

Όρθιοι: Παναγιωτόπουλος, Μανιάτης, Κοζάκης,
Καμπούρης,Ναλμπάντης, Παραγιός

Καθιστοί: Σαμπάνης, Χριστοδούλου,
Κουκής, Ντάκουλας
Στα πέτρινα αυτά χρόνια η μόνη εξαίρεση-παρένθεση αξιοπρέπειας στις εγχώριες διοργανώσεις ήταν η περίοδος 1985/1986, κατά την οποία ο Ολυμπιακός μπορεί να μην κατέκτησε τίτλους, αλλά τουλάχιστον στάθηκε αξιόλογα. Για την περίοδο εκείνη θα πούμε σήμερα κάποια περισσότερα πράγματα. 

Σημειωτέον ότι περίοδος εκείνη υπήρξε και ευρύτερα σημαντική για το άθλημα του μπάσκετ, αφού ήταν η τελευταία φορά, που το εθνικό μας πρωτάθλημα διεξήχθη χωρίς play-offs. 

Ο Ολυμπιακός τερμάτισε δεύτερος στη βαθμολογία με 46 βαθμούς, έχοντας 20 νίκες και 6 ήττες. Πρωταθλητής ο αήττητος τότε Άρης των Γκάλη, Γιαννάκη, Φιλίππου Κοκολάκη κ.λπ.

Πέρα από την υπεροχή του Άρη ήταν ένα πολύ σκληρό και ανταγωνιστικό πρωτάθλημα, αφού πίσω από τον Ολυμπιακό (με μια νίκη λιγότερη) τερμάτισαν με τους ίδιους βαθμούς (45) τρεις ομάδες: ΠΑΟ, ΠΑΟΚ και Πανιώνιος. 

Η ομάδα μας έχασε στο γήπεδό της (Παπαστράτειο) μόνο από τον Άρη.

Τα αποτελέσματα των αγώνων της ήταν τα εξής:

Αντιπαλος
Εντος
Εκτος
Άρης
88-102
74-100
ΑΕΚ
79-68
82-76
ΠΑΟ
83-74
76-87
ΠΑΟΚ
79-76
85-81
Πανιώνιος
68-62
77-103
Απόλλωνας Πάτρας
104-74
73-80
Ηρακλής
113-100
71-87
Ιωνικός Νικαίας
92-83
110-103
Πανελλήνιος
89-77
62-61
Νήαρ Ήστ
88-77
84-79
Περιστέρι
86-68
93-66
Σπόρτινγκ
100-73
64-51
Σέρρες
98-54
80-74

Στο Κύπελλο Ελλάδας η ομάδα έφτασε στον τελικό, όπου ηττήθηκε από τον αιώνιο αντίπαλο 78-88. Ήταν ο πρώτος τελικός, που έγινε ποτέ στο ΣΕΦ. Έγινε την 23.4.1986 και έκλεισε την χρονιά όχι ιδανικά, αλλά πάντως αξιοπρεπώς. 

Η ομάδα πάλεψε στον τελικό και στο ημίχρονο το σκορ ήταν 42-42. Μέτρησε όμως καθοριστικά ο πρόωρος σοβαρός τραυματισμός του Κύπριου ψηλού μας Ανδρέα Κοζάκη, ο οποίος τότε ήταν σε δαιμονιώδη φόρμα, όπως είχε δείξει και στον ημιτελικό με τον Πανιώνιο, όπου είχε αναδειχθεί πρώτος σκόρερ του ματς με 28 πόντους. Σημειωτέον ότι ο εν λόγω τραυματισμός τού κατέστρεψε την καριέρα, αφού ποτέ δεν επανήλθε, ούτε καν κοντά στα προηγούμενα επίπεδα απόδοσής του.

Προτού φτάσουμε στον τελικό είχαμε αποκλείσει κατά σειρά τον Ηλυσιακό (77-69), την Νήαρ Ήστ (104-92) και τον Πανιώνιο (85-72).

Μετά το τέλος του τελικού, ο κόουτς της ομάδας μας Αναστασάτος, ο αποκαλούμενος και «φιλόσοφος», φρόντισε να δικαιώσει τον τίτλο του, απαγγέλλοντας στίχους από το ποίημα του Άγγλου Κίπλινγκ: «Αν» (If)

Στην Ευρώπη δεν παίξαμε εκείνη τη χρονιά, γιατί δεν είχαμε καταφέρει να καταταγούμε σε θέσεις που οδηγούσαν στο Κόρατς στην προηγούμενη περίοδο. 

Η ομάδα μας απαρτιζόταν από τους παρακάτω παίκτες, τους οποίους πρέπει να αναφέρουμε, γιατί τίμησαν τη φανέλα εκείνη τουλάχιστον την περίοδο, έστω και αν δεν κατέκτησαν τελικά κάποιον από τους δύο τίτλους.

Οι βασικοί παίκτες, πάνω στους οποίους στηρίχτηκε εκείνη την χρονιά η ομάδα ήταν ο Αλέξης Χριστοδούλου, ο Τζίμης Μανιάτης, ο Αργύρης Καμπούρης, ο Ανδρέας Κοζάκης, ο Κώστας Παναγιωτόπουλος, ο Γιάννης Παραγιός και ο Δημήτρης Σαμπάνης.

Από αυτούς, εκτός βέβαια από τον Αργύρη Καμπούρη, οι μόνοι που αγωνίστηκαν στην Εθνική Ανδρών κάποιες λίγες φορές (3-6) ήταν οι Σαμπάνης, Παραγιός και Χριστοδούλου, ενώ τη χαρά κατάκτησης τίτλου με τον Ολυμπιακό γνώρισαν μόνον οι Καμπούρης και Μανιάτης, επί εποχής Ιωαννίδη. 

Οι καλύτεροι σουτέρ της ομάδας την ως άνω περίοδο, αλλά και γενικότερα εκείνη την εποχή ήταν ο Χριστοδούλου και ο Παραγιός. Ο τελευταίος αγωνιζόταν σε διάφορες θέσεις στην περιφέρεια, αλλά μερικές φορές και στη θέση 4, λόγω των αθλητικών προσόντων του και ιδίως του άλματός του. Ο Χριστοδούλου ένα κλασικό δυάρι, απέφευγε τις διεισδύσεις και προτιμούσε να σουτάρει, σε αντίθεση με τον Μανιάτη, που έκανε ακριβώς το αντίστροφο. Προτιμούσε τα μπασίματα και γενικά τις κινήσεις κοντά στο καλάθι και απέφευγε τα σουτ. Το πολύ-πολύ να σούταρε από μέση απόσταση, εφόσον χρειαζόταν οπωσδήποτε να το κάνει.

Ο Ελληνοκαναδός Τζίμης Μανιάτης, που αγωνιζόταν κυρίως ως τριάρι ήταν το βαρύ πυροβολικό της ομάδας και συνήθως αναδεικνυόταν πρώτος σκόρερ της. Μάλιστα τις δύο επόμενες περιόδους (1986/87, 1987/88) κατόρθωσε να περιληφθεί στην πρώτη πεντάδα των σκόρερ του πρωταθλήματος. 

Ο πλεϊμέικερ Σαμπάνης ήταν ένας αεράτος και άνετος πλεϊμέικερ, με γρηγοράδα και ευχέρεια στο κατέβασμα, που δεν του άρεσε να σκοράρει, αλλά περισσότερο να δημιουργεί. 

Στους ψηλούς καθάριζαν οι Κοζάκης και Καμπούρης, συνεπικουρούμενοι από τον πατρινό Παναγιωτόπουλο, που αγωνιζόταν κυρίως στην θέση 4.

Οι αναπληρωματικοί παίκτες ήταν στην περιφέρεια: ο Γιάννης Κουκής, ο Βασίλης Ντάκουλας, και στους ψηλούς ο Άγγελος Ναλμπάντης, ο Κώστας Γιαννόπουλος. Από αυτούς οι Ναλμπάντης, Ντάκουλας και Γιαννόπουλος έπαιξαν στα μικρά εθνικά συγκροτήματα, όπως άλλωστε και ο Παναγιωτόπουλος, που αγωνίστηκε πολλές φορές στις εθνικές ομάδες νέων και εφήβων, αλλά όχι και στην ανδρών. Το ρόστερ της ομάδας συμπλήρωνε ο Κώστας Κρεμπούνης

Μιας ειδικής αναφοράς αξίζει ο συνήθως γενειοφόρος κοκκινοτρίχης Κουκής, που, αν και περιορισμένων δυνατοτήτων, ήταν το παράδειγμα του ηρωικού κοντού, ο οποίος τα έδινε όλα μέσα στον αγώνα κυρίως σε ειδικές αποστολές στον αμυντικό τομέα, μαρκάροντας περιφερειακούς αντιπάλους. 

Ξένοι παίκτες δεν υπήρχαν τότε στο πρωτάθλημα. 

Ο κόουτς της ομάδας Κώστας Αναστασάτος αναγνωρίστηκε καθολικά ως ο κόουτς της χρονιάς, αφού κανείς δεν περίμενε τέτοια βελτιωμένη πορεία από τον μόνιμα απογοητευτικό μέχρι τότε Ολυμπιακό.

Πιο παλιά βέβαια --το 1982--, ο Ολυμπιακός είχε συνεργαστεί πάλι με τον Αναστασάτο, τον οποίο όμως πολύ νωρίτερα, το 1977, τον είχε πληγώσει ανεπανόρθωτα, αφού ο Αναστασάτος ήταν ο κόουτς του ΠΑΟ όταν το τριφύλλι υπέστη την ανεπανάληπτη ταπεινωτική συντριβή από τον Θρύλο στο Καλλιμάρμαρο με το απίθανο σκορ-ρεκόρ 110-68. 

* * *

Αξιοσημείωτο: Στον αγώνα του πρωταθλήματος εκείνης της περιόδου με τον Άρη, που έγινε την 8/3/1986 στο Παπαστράτειο, οπαδοί του Ολυμπιακού πλησίασαν τον κόουτς Ιωαννίδη και του ζήτησαν δύο πράγματα: (α) να μην τους προκαλεί με τη συμπεριφορά του μέσα στον αγώνα, γιατί δεν το ανέχονται, επειδή «είναι από λιμάνι», (β) να έρθει στον Πειραιά να αναλάβει την ομάδα, επειδή τον γούσταραν και, ει δυνατόν, να φέρει μαζί του και τον Γιαννάκη, που ήταν από τη Νίκαια του Πειραιά.

Οι απαντήσεις του ξανθού ήταν οι ακόλουθες: 
(α) «Δεν σας προκαλώ ή σε κάθε περίπτωση δεν θέλω να σας προκαλώ μέσα στο παιχνίδι. Δεν κάνω τίποτε επίτηδες. Έτσι είναι ο εαυτός μου και ο χαρακτήρας μου. Και εγώ από λιμάνι είμαι»• και (β) «Και εγώ σας γουστάρω. Όσο για το αν θα έρθω στον Ολυμπιακό, ποτέ δεν ξέρεις τι θα γίνει στο μέλλον». Και όλοι ξέρουμε τι έγινε τα επόμενα χρόνια. 
Εκείνο που δεν θέλησε να αποκαλύψει τότε στους οπαδούς μας ο Ιωαννίδης ήταν ότι και ίδιος ήταν Ολυμπιακός, τουλάχιστον στο ποδόσφαιρο, από πολύ νέος. Μάλιστα ήταν και δηλωμένος Ολυμπιακός, αφού τη φίλαθλη ταυτότητά του δεν είχε διστάσει, με δική του πρωτοβουλία, να δημοσιοποιήσει στην εφημερίδα ΦΩΣ, πολλά χρόνια νωρίτερα, την 1/3/1968, σε ηλικία μόλις 23 ετών, όταν έπαιζε στη βασική πεντάδα της ομάδας μπάσκετ του Άρη. 

Τι είχε πει τότε; 
«Παίζω μπάσκετ στον Άρη, είμαι γέννημα-θρέμμα Θεσσαλονικιός, αλλά στο ποδόσφαιρο είμαι φανατικός Ολυμπιακός!»
Όταν ο δημοσιογράφος, που τα είχε χάσει, τον ξαναρώτησε και του ζήτησε να επαναλάβει τη δήλωσή του ο Ιωαννίδης εκνευρίστηκε και δυσφορώντας του είπε: «Πάλι τα ίδια θα λέμε; Ναι είμαι Ολυμπιακός». Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε «και τι γίνεται όταν παίζει ο Ολυμπιακός με τον Άρη» απάντησε: «προτιμώ να έρθουν ισοπαλία».

Θα σταθώ, με την ευκαιρία αυτή, στη συγκεκριμένη δήλωση του Ιωαννίδη, που ήταν εντελώς αυθόρμητη και παρορμητική, όπως και ο εν γένει χαρακτήρας του. 

Κατ’ αρχάς η συγκεκριμένη δήλωση δεν είχε κάποια σκοπιμότητα μεταγραφική ή άλλη, ούτε έγινε για να καλοπιάσει τον Ολυμπιακό. 

Πρώτα-πρώτα, εκείνη την εποχή ο Άρης στο μπάσκετ είχε πολύ καλή ομάδα και μάλιστα καλύτερη από τον Ολυμπιακό και τερμάτιζε ψηλότερα στη βαθμολογία. Επιπλέον το μεταγραφικό καθεστώς με τα ερασιτεχνικά δελτία δεν επέτρεπε μεταγραφές. 

Η συγκεκριμένη δήλωση, αντικειμενικά, μόνο ως μεγάλη γκάφα του Ιωαννίδη μπορούσε να θεωρηθεί, αφού από αυτήν τη δήλωση, λογικά, όχι μόνο όφελος δεν θα είχε, αλλά αντίθετα μόνο ζημία. Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της δήλωσης του αυτής θα ήταν να δημιουργήσει στον ίδιο, στα καλά καθούμενα, και κυριολεκτικά άνευ λόγου, μεγάλο πρόβλημα στην ίδια του την πόλη, εκεί όπου ζούσε μόνιμα, στη Θεσσαλονίκη. 

Για σκεφτείτε το λίγο: Έπειτα από αυτή τη δήλωση από τη μια οι οπαδοί του ΠΑΟΚ θα τον αντιπαθούσαν ή και μισούσαν ακόμη πιο πολύ, αφού, λόγω της φρέσκιας τότε υπόθεσης Κούδα, ήταν «πυρ και μανία» με τον Ολυμπιακό. Από την άλλη και οι οπαδοί του Άρη θα δυσφορούσαν πολύ, καθώς θα θεωρούσαν αδιανόητο να υπάρχει αθλητής του Άρη --και μάλιστα διακεκριμένος-- που να δηλώνει ποδοσφαιρικός οπαδός μιας άλλης ομάδας και δη του κέντρου, αντί να υποστηρίζει αποκλειστικά και μόνο την ποδοσφαιρική ομάδα του Άρη, η οποία μάλιστα τότε ήταν και πολύ ισχυρή. 

Παρ’ όλα αυτά, ο Ιωαννίδης δήλωσε αυτά που δήλωσε. Έτσι αισθάνθηκε, έτσι έκανε. Αυτός ήταν ανέκαθεν ο Ιωαννίδης, καθόλου διπλωμάτης, ιδίως μάλιστα τότε που ήταν και πολύ νέος και πιο απερίσκεπτος. 

Η αγάπη του προς τον ποδοσφαιρικό Ολυμπιακό οφειλόταν αφενός μεν στους πολύ στενούς φιλικούς δεσμούς μεταξύ Άρη και Ολυμπιακού εκείνη την εποχή (της δεκαετίας του 1960) όταν οι οπαδοί των δύο ομάδων καλωσόριζαν και χειροκροτούσαν οι μεν τους δε καθώς και εν γένει τις αντίπαλες ομάδες, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα των μεταξύ τους αγώνων, αφετέρου δε στον θαυμασμό, που ο ξανθός έτρεφε για τη μεγάλη ομάδα του Μπούκοβι. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου