Παρασκευή 22 Μαρτίου 2019

Το τέλος ενός οπαδού του Ολυμπιακού που δεν τα κατάφερε ως παίχτης του

Σπάνια ένας παίκτης που έπαιξε στον Ολυμπιακό μόνο μια χρονιά και μόνο σε 19, όλους κι όλους, αγώνες πρωταθλήματος, χωρίς να κατακτήσει τίποτε, έχει, παρ’ όλα αυτά, προλάβει να συνδέσει το όνομά του με τόσα πολλά αξιομνημόνευτα γεγονότα. 

Μιλάμε για τον Σερραίο τερματοφύλακα Θωμά Καρυπίδη, που αγωνίστηκε στην ομάδα τη χρονιά 1971/72, πρώτη χρονιά του Γουλανδρή, όταν είχαμε προπονητή τον Εγγλέζο Άλαν Άσμαν. 







Του Θεολόγου Μιχαηλίδη

Ο Καρυπίδης αποκτήθηκε για να καλύψει το διαρκές και μόνιμο εκείνη την εποχή κενό του τερματοφύλακα, καθώς οι Λιαδέλης και Κουρκουβέλας, που είχαν αποκτηθεί τα προηγούμενα χρόνια, δεν είχαν προσφέρει τίποτε και είχαν απομακρυνθεί από την ομάδα, στην οποία υπήρχαν τότε άλλοι δύο τερματοφύλακες: οι Μυλωνάς και Κόης, οι οποίοι όμως ήταν αμφότεροι περιορισμένων ικανοτήτων και κάθε άλλο παρά εγγυούνταν καλή και σταθερή απόδοση. 

Έτσι ο Καρυπίδης αποκτήθηκε για πρώτος τερματοφύλακας. Αυτό αποδεικνύεται άλλωστε και από το γεγονός ότι αγωνίστηκε αμέσως και αδιάλειπτα ως βασικός.

Βέβαια ο κύριος λόγος που αποκτήθηκε ήταν ένας και μοναδικός και απόλυτα συνηθισμένος για τον Ολυμπιακό, όπως έχουμε ξαναπεί. 

Στη μνήμη όλων των Ολυμπιακών ήταν ακόμη χαραγμένη η μεγάλη εμφάνιση που είχε κάνει ως αντίπαλος του Ολυμπιακού την 5/6/1966 στον ιστορικό αγώνα Ολυμπιακού-Πανσερραϊκού 2-1 στο Καραϊσκάκη, στον οποίο, όπως τελικά αποδείχθηκε, κρίθηκε η κατάκτηση του πρωταθλήματος 1966 από την ομάδα μας μετά από έξι άγονα χρόνια. Σε εκείνον τον αγώνα ο Καρυπίδης δεν μας επέτρεπε να νικήσουμε με μια σωρεία αποκρούσεων. Τελικά νικήθηκε από τον Γιούτσο στο 90+ μέσα σε απίστευτους πανηγυρισμούς, τέτοιους που σαν κι αυτούς μπορεί ποτέ μην έχουν γίνει σε αγώνες Ολυμπιακού στην ιστορία του όλων των εποχών. 

Έχει μείνει στην ιστορία η φωτογραφία με τον Καρυπίδη να είναι ο μόνος παίκτης των Σερραίων, που δεν έχει πέσει κάτω, αλλά χτυπιέται, προσπαθώντας να σχίσει τα δίχτυα, ενώ γύρω του όλοι οι συμπαίκτες του έχουν πέσει ξεροί στο χορτάρι. 

Βέβαια ο συγκεκριμένος αγώνας έγινε το 1966, ενώ ο παίκτης αποκτήθηκε το 1971. Η διαφορά αυτή αντιμετωπίστηκε τότε ως ασήμαντη λεπτομέρεια. Κακώς, γιατί, αν και η αγωνιστική του κατάσταση του δεν ήταν άσχημη, παρ’ όλα αυτά είχε πάψει να είναι η καλύτερή του και οπωσδήποτε δεν ήταν ίδια με αυτήν την προ πενταετίας. Και επιπλέον η ομάδα στην οποία πήγαινε ήταν και είναι ανέκαθεν η μεγαλύτερη της Ελλάδας και οι απαιτήσεις της πολύ αυξημένες. 

Στην πολύ σύντομη διαδρομή του στον Ολυμπιακό, πρωταγωνίστησε με τη δημόσια καταγγελία, στην οποία προέβη όταν απειλήθηκε, εν ώρα αγώνα, από μπάτσο στο δεύτερο ημίχρονο του ντέρμπι με τον ΠΑΟ, που έγινε συγκεκριμένα την 10/10/1971 στη Λεωφόρο, στο οποίο χάσαμε 3-2, μετά από ένα δραματικό και επεισοδιακό ματς, Ήμουν στην εφηβεία τότε και καθόμουν στη κερκίδα πίσω από το τέρμα, που είναι στην πλευρά των Αμπελοκήπων, απέναντι από το πέταλο της θύρας 13.

Το αστυνομικό όργανο, που άσκησε την ψυχολογική βία συμπεριφερόταν σαν να εκτελούσε άνωθεν εντολές. Και τότε, υπενθυμίζουμε, ήταν περίοδος χούντας. 

Επρόκειτο για ένα πολύ επεισοδιακό παιχνίδι, στο οποίο ο Ολυμπιακός αδικήθηκε πολύ από τη διαιτησία του απαίσιου Θεσσαλονικιού Κατσώρα, ο οποίος είχε καταλογίσει άκυρο γκολ σε βάρος μας, δεν μας είχε δώσει πέναλτι και δεν είχε αποβάλει τον Δομάζο, μολονότι ο τελευταίος τον είχε φασκελώσει, με τα δύο χέρια μάλιστα. 

Σύμφωνα με την καταγγελία του Καρυπίδη το αστυνομικό όργανο του είχε ασκήσει ψυχολογική βία και τον είχε απειλήσει με εισαγγελικές κ.λπ. διώξεις, εξαιτίας ενός προηγηθέντος επεισοδίου του Καρυπίδη με τον Δομάζο. Το γεγονός αυτό μαζί με τα αντικείμενα, που διαρκώς του πέταγαν οι πράσινοι οπαδοί είχαν επηρεάσει την απόδοσή του, όπως ο ίδιος είχε ισχυριστεί. 

Επειδή προκλήθηκε μεγάλος σάλος από την καταγγελία Καρυπίδη, αναγκάστηκε τότε να επέμβει η χούντα, σε υψηλότατο επίπεδο, προσπαθώντας να κατευνάσει τα πνεύματα και στην πραγματικότητα να κουκουλώσει και να θάψει καταστάσεις. Στο πλαίσιο αυτό, είδαν το φως της δημοσιότητας ακόμη και άσχετες θεατρικές παραστάσεις, με χειραψίες συμφιλίωσης μεταξύ Δομάζου και Καρυπίδη, που έλαβαν χώρα, παρουσία των χουντικών Παττακού και Ασλανίδη, και αποσκοπούσαν στο να πέσουν οι τόνοι και να διασκεδαστούν οι εντυπώσεις. 

Αλλά ακόμη πιο αξιοσημείωτο ήταν το τελευταίο παιχνίδι του Καρυπίδη στην ομάδα, που έγινε την 12/3/1972 εναντίον του Φωστήρα στον Ταύρο. Πριν από αυτό το παιχνίδι ο Θωμάς είχε χάσει για πρώτη φορά τη θέση του στη βασική ενδεκάδα και αντί αυτού είχε παίξει τα προηγούμενα πέντε παιχνίδια ο Κόης. Ήταν κι αυτό ένα γεγονός, που τελικά μέτρησε ακόμη πιο επιβαρυντικά γι αυτόν. 

Στο ματς με τον Φωστήρα, που επανήλθε κάτω από τα δοκάρια χάσαμε απροσδόκητα 3-1. Μαζί με τον αγώνα χάσαμε και τις τελευταίες ελπίδες μας για το πρωτάθλημα. 

Ο Καρυπίδης ευθυνόταν πολύ για όλα τα γκολ. Μάλιστα ένα από αυτά τα γκολ το έφαγε από πολύ μακριά και επειδή ουδείς κατάλαβε το πώς, μερικοί προσπάθησαν εκ των υστέρων να το αποδώσουν στον δυνατό αέρα, που φυσούσε. Όταν δέχθηκε το τρίτο γκολ-φάβα στο 70΄ αμέσως άρχισε να ετοιμάζεται ο Κόης για να τον αντικαταστήσει, αφού ήταν «φως φανάρι» ότι ήταν σε πολύ κακή μέρα και ό,τι του σουτάρανε έμπαινε μέσα. 

Ο Καρυπίδης, που είχε ήδη επηρεαστεί πολύ ψυχολογικά από τα γκολ που είχε δεχτεί είδε την κίνηση προετοιμασίας της αλλαγής στον πάγκο, η οποία τον αποτέλειωσε ψυχολογικά. Εκείνη την στιγμή ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί. 

Έτσι όταν τελικά στο 76΄ αντικαταστάθηκε. δεν κάθισε στο γήπεδο, αλλά από την ντροπή του εξαφανίστηκε, πηδώντας ένα τοίχο που υπήρχε στο γήπεδο του Ταύρου. Έψαχναν να τον βρουν, πού είχε πάει! Τρελή ιστορία! 

Αυτό έμελλε να ήταν και το τελευταίο παιχνίδι του στον Ολυμπιακό. Δεν ξανάπαιξε ποτέ στην ομάδα.

Ο Καρυπίδης δεν ήταν κακός τερματοφύλακας, αλλά δεν έκανε για τον Ολυμπιακό. Δεν άντεξε το ψυχολογικό βάρος και την ευθύνη της φανέλας. Σε αυτό συντέλεσε πολύ και το γεγονός ότι, αν και βορειοελλαδίτης, ήταν από μικρός ένθερμος οπαδός του Ολυμπιακού. Το ότι πήγε στον Ολυμπιακό ήταν η εκπλήρωση του πιο μεγάλου ονείρου του. Φαντασθείτε λοιπόν τη στενοχώρια που ένιωσε για το κακό που είχε προξενήσει στην ομάδα. 

Την αγάπη του προς τον Ολυμπιακό άλλωστε την απέδειξε και στη συνέχεια, παίζοντας πολύ ενεργό ρόλο τον επόμενο χρόνο στη μεταγραφή του συμπατριώτη του Κελεσίδη, τον οποίο προέτρεπε συνεχώς να πάει στον Ολυμπιακό, όχι μόνο συμβουλεύοντάς τον, αλλά ακόμη και προπονώντας τον ατομικά. 

Γενικά ο Καρυπίδης ήταν μόνιμα τρακαρισμένος στον Ολυμπιακό και ουδέποτε θύμισε τον τερματοφύλακα του Πανσερραϊκού στον ιστορικό αγώνα του 1966, εκτός από μια και μόνο φορά σε ένα αγώνα κατά του Πανιωνίου στη Νέα Σμύρνη τον Ιανουάριο του 1972, που κερδίσαμε 1-0 με γκολ του Ύβ Τριαντάφυλλου, που σημειώθηκε στο πρώτο ημίχρονο, μετά από εξαίρετη ελληνογαλλική συνεργασία του τελευταίου με τον Ρομαίν Αργυρούδη. Ήμουν μέσα και σε εκείνο το ματς, πίσω από το τέρμα που μπήκε το γκολ και το θυμάμαι καλά. 

Δεν θυμάμαι άλλο αγώνα που οποιαδήποτε αντίπαλη ελληνική ομάδα μας έχει παίξει επί ένα ολόκληρο ημίχρονο τέτοιο μονότερμα όπως είχε κάνει τότε ο σπουδαίος Πανιώνιος εκείνης της εποχής, στο δεύτερο ημίχρονο εκείνου του ματς. Ο Καρυπίδης όμως είχε ανταποκριθεί τέλεια στην πίεση. Ειδικότερα θυμάμαι τις εξόδους του στις δεκάδες φαρμακερές σέντρες του Χάιτα. 

Γενικά στο ματς εκείνο είχε κάνει εμφάνιση που θύμισε αυτήν του 1966 στο Φάληρο όταν ο Ολυμπιακός πίεζε ασφυκτικά τον Πανσερραίκό, παίζοντας τον σε όλο τον αγώνα στο μισό γήπεδο και εκδηλώνοντας δεκάδες επιθέσεις από όλες τις πλευρές, ιδίως στο δεύτερο ημίχρονο.

Την εξήγηση λοιπόν που μπορώ να δώσω είναι ότι του Καρυπίδη του άρεσε πολύ η ασφυκτική πίεση, κάτι που ήταν συνηθισμένο σε τερματοφύλακες μικρών ομάδων. Η πίεση τον κρατούσε ζεστό και τον βοηθούσε να ανεβάζει την απόδοσή του. Αλλά το να ασκεί τέτοια πίεση μια άλλη ομάδα στον Ολυμπιακό ήταν κάτι εξαιρετικά σπάνιο ή και αδιανόητο, ιδίως εκείνη την εποχή. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου