Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2018

Μεγάλη ανατροπή (πάλι)

Ο Ολυμπιακός με τεράστια ανατροπή πέρασε με διπλό από το Περιστέρι. Οι τρεις βαθμοί, και κυρίως η αποφασιστικότητα, είναι το τεράστιο κέρδος, ενώ οι ευκαιρίες που για μια ακόμα φορά χάθηκαν και το γκολ, χωρίς καθαρές ευκαιρίες, του Ατρόμητου είναι αυτό που οφείλει να προβληματίσει. Μια φευγαλέα ματιά στον προχθεσινό Ολυμπιακό και, αρκετά περισσότερα λόγια, για τη συνολική του φετινή εικόνα.


 


Του Dr. Jekyll

Για μια ακόμα φορά, είδαμε έναν Ολυμπιακό απόλυτο κυρίαρχο εντός αγωνιστικού χώρου. Για μια ακόμα φορά, είδαμε έναν Ολυμπιακό να δέχεται γκολ σε μία από τις ελάχιστες (αν όχι τη μοναδική) ευκαιρία του αντιπάλου έως εκείνο το σημείο του αγώνα. Για μια ακόμα, φορά είδαμε παίκτη που περνάει ως αλλαγή να καθορίζει με τις ενέργειές του τον αγώνα. Για μια ακόμα φορά, ο Ολυμπιακός δικαιούται να έχει παράπονα από τη διαιτησία (και, όπως πάντα, θα ήταν λάθος να αναζητήσει άλλοθι αποτυχίας σε αυτά).

Λίγο πιο αναλυτικά: ο Ολυμπιακός φέτος, και σε αντίθεση με τα δύο προηγούμενα χρόνια, προσπαθεί να παίξει ποδόσφαιρο. Οι αλχημείες είναι περιορισμένες (και όταν αυτές συμβαίνουν, όπως στην περίπτωση χρησιμοποίησης του Χριστοδουλόπουλου ως καθαρού επιθετικού, υπάρχουν κάποιες δικαιολογίες), η ομάδα προσπαθεί να αναπτυχθεί σωστά (προφανώς και κάποιες φορές με το σκορ να πιέζει οι απελπισμένες γιόμες συμβαίνουν συχνότερα από ό,τι θα έπρεπε), η άμυνα φαντάζει λιγότερο ευάλωτη (κι ας εξακολουθεί να δέχεται, κατά κανόνα, γκολ) και οι παίκτες βγάζουν ένταση και αντοχές στον αγωνιστικό χώρο.

Παρόλο που όλα τα παραπάνω συνθέτουν μια ιδανική εικόνα, σύμφωνα με την οποία ο Ολυμπιακός θα έπρεπε να οδηγεί με άνεση και ασφάλεια τη κούρσα του πρωταθλήματος, η πραγματικότητα είναι ότι ο Ολυμπιακός είναι τρίτος, έξι βαθμούς πίσω από την κορυφή, και οι πιθανότητες για να στεφθεί πρωταθλητής, στα μάτια μου, από ελάχιστες έως μηδαμινές (και μακάρι να κάνω λάθος -- δεν θα είναι η πρώτη φορά). Και γι’ αυτό δεν θα φταίει η κακή μας τύχη (μεγάλωσα πολύ για να πιστεύω ότι η τύχη μπορεί να καθορίσει περισσότερα από ένα ή δύο παιχνίδια) ή η κακή διαιτησία (αλίμονο, για αγώνες --κατά κανόνα-- απέναντι σε ομάδες πολύ χαμηλής δυναμικότητας μιλάμε), αλλά η αδιανόητα κακή αποτελεσματικότητα στο σκοράρισμα.

Ο Ολυμπιακός το καλοκαίρι επέλεξε να πουλήσει τον τίμιο και ικανότατο (για Ελλάδα μιλάμε πάντα) Καρίμ, ο οποίος παραλίγο να βγει πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος στον χειρότερο Ολυμπιακό της 20ετίας, για να αποκτήσει δύο επιθετικούς που, μαζί, οριακά άγγιζαν τον διψήφιο αριθμό τερμάτων την περυσινή χρονιά. Για τον Χασάν θα αναφέρω την επική ατάκα φίλου, που μαζί παρακολουθούσαμε τον αγώνα Ολυμπιακός – Παναθηναϊκός: «τι δουλειά έχει στην ομάδα η κινέζικη απομίμηση του Μήτρογλου» (λίγο μετά, η κινέζικη απομίμηση χάλασε...).

Προσοχή: οι καλοκαιρινές μεταγραφικές κινήσεις, στα μάτια μου, ήταν --σε γενικές γραμμές-- σωστές. Όπως πάντα, κάποιες θα βγουν και κάποιες όχι (προσωπικά, δεν θυμάμαι ξεκίνημα χρονιάς στο οποίο ο Ολυμπιακός να φαντάζει τόσο πλήρης όσο την περυσινή --καταστροφική-- σεζόν). Το ζήτημα είναι ότι τα φετινά επιθετικά πλάνα δεν βγήκαν: ο Γκερέρο και ο Χασάν επιβεβαιώνουν ότι είναι επιθετικοί που δεν βλέπουν εύκολα δίχτυα. Το χειρότερο είναι πως τις περισσότερες φορές τα τελειώματά τους προκαλούν το γέλιο -- και ο Αλεξανδρής τους πρώτους μήνες είχε σπάσει τα δοκάρια, αλλά τα δοκάρια: όχι τους προβολείς...

Τα εξτρέμ παλεύουν (συνήθως, όμως, ανεπιτυχώς) για το γκολ: ο Λάζαρος έχει μικρή συμμετοχή στο σκοράρισμα, ο Φέτφα περιμένουμε να δούμε αν μπορεί να παίξει ξανά ποδόσφαιρο (θα τον υπερασπιστώ κι ας τον έχω βρίσει --στα καφενεία-- περισσότερο από κάθε άλλον παίκτη με τα ερυθρόλευκα: έχοντας να παίξει μπάλα σε «υψηλή» ένταση τέσσερα χρόνια, και μπάλα, γενικά, από τον Απρίλη, ο Φέτφα θα κριθεί δίκαια το 2019), ο Ναούελ είναι παιδί 20 ετών και τώρα καλείται να δείξει αν μπορεί να σταθεί σε σύνολο πρωταθλητισμού, ενώ ο Ποντένσε επιβεβαιώνει ένα βιογραφικό που δείχνει έναν πολύ αξιόλογο παίκτη, με πρόβλημα στα τελειώματα.

Στον προχθεσινό αγώνα, σκόραραν ο μέσος Καμαρά και ο κεντρικός αμυντικός Βούκοβιτς, και οι δύο εκμεταλλευόμενοι στημένες φάσεις. Έτσι, όμως, δεν πας πουθενά: ο Ολυμπιακός έπρεπε στο πρώτο ημίχρονο να βρίσκεται μπροστά με δύο τέρματα: αντί για αυτό, το ημίχρονο τον βρήκε να χάνει με 1-0, σε μία από τις δύο φορές που ο Ατρόμητος δημιούργησε ευκαιρία στο πρώτο 45λεπτο (στην πρώτη, χρειάστηκαν δύο κόντρες για να γίνει ευκαιρία). Το γκολ του Ατρόμητου, κόντρα στη ροή του αγώνα, δεν είναι το πρώτο που δέχεται έτσι ο Ολυμπιακός: από όλους τους φετινούς αγώνες, στα δικά μου μάτια, ο μόνος «ισορροπημένος» ήταν αυτός κόντρα στην Αεκ. Σε όλα τα άλλα παιχνίδια, ο Ολυμπιακός ήταν από λίγο έως πολύ ανώτερος του αντιπάλου του (προσοχή: δεν λέω, αναγκαστικά, καλός, αλλά καλύτερος).

Η άμυνα του Ολυμπιακού είναι βελτιωμένη σε σχέση με τα δύο τελευταία χρόνια, παραμένει, όμως, ευάλωτη και επιρρεπής σε λάθη. Προσωπικά, κανείς από τους κεντρικούς αμυντικούς μας δεν μου γεμίζει το μάτι (και τα γράφω σήμερα, μετά το νικητήριο γκολ του Βούκοβιτς). Ηγέτης στην άμυνα δεν υπάρχει: οι Βούκοβιτς και Μεριά δείχνουν --έως τώρα-- μέτριοι (άντε, επιεικώς, καλοί) αμυντικοί, ο Μιράντα είναι ανέκδοτο, ενώ ο Σισέ παραμένει ένας παίκτης με εντυπωσιακά φυσικά προσόντα, αλλά ιδιαίτερα επιρρεπής στην ανοησία. Σε κάθε αγώνα, η άμυνα θα δείξει ολιγωρία τουλάχιστον σε 2-3 φάσεις, με τους αμυντικούς μας να χάνουν τον παίκτη που πρέπει να μαρκάρουν.

Ο προχθεσινός Ολυμπιακός, όμως, στο δεύτερο ημίχρονο γύρισε το παιχνίδι και έφυγε νικητής σε μία από τις πιο δύσκολες έδρες του πρωταθλήματος. Κομβικό ρόλο σε αυτό έπαιξε η είσοδος του Φορτούνη, καθώς, εκτός των άλλων, από τα πόδια του ξεκίνησαν μπαλιές, στις στημένες φάσεις, που κατέληξαν στα δίχτυα του, συμπαθέστατου, Μέγερι. Για να μη σταθώ ξανά στο πόσο σπουδαίο ποδοσφαιριστή θεωρώ τον Κωστάκη (καταντώ κουραστικός και υποκειμενικός), θα μείνω ότι σε ένα ακόμα παιχνίδι, μια αλλαγή του Μαρτίνς καθορίζει (και καθαρίζει) τον αγώνα.

Μαρτίνς... Ο Πορτογάλος Γούναρης. Ο άνθρωπος που η απόκτησή του από τους περισσότερους αντιμετωπίστηκε (τουλάχιστον) επιφυλακτικά (όπως από εμένα). Ο άνθρωπος που από τους περισσότερους αντιμετωπίστηκε αρνητικά μετά τα πρώτα (και δεύτερα) φιλικά (όπως από εμένα). Ο άνθρωπος που σε εμένα, πλέον, φαντάζει ως μια πολύ σωστή επιλογή της διοίκησης, ικανός για να φτιάξει (όπως, εν πολλοίς, έχει ήδη κάνει) τον νέο Ολυμπιακό και να συμμαζέψει (όπως, με βεβαιότητα, έχει ήδη κάνει) το περσινό χάλι.

Ο Μαρτίνς είναι προπονητής (καλός, μέτριος ή κακός θα το δούμε και στην πορεία). Μετά από όσα είχαμε δει, αυτό είναι κάτι θετικό. Ο Μαρτίνς έχει φτιάξει ένα σύνολο που διαθέτει πείσμα, φυσική κατάσταση και ποδοσφαιρική λογική (η σύγκριση με τον περυσινό Ολυμπιακό και, παρά τα κακά  --και φέτος-- αποτελέσματα, είναι μέρα με τη νύχτα). Ο φετινός Ολυμπιακός έχει και μέτριες ή κακές βραδιές: το περσινό ρεπερτόριο περιλάμβανε, σχεδόν αποκλειστικά, θλιβερές εμφανίσεις.

Δεκτός και ο αντίλογος: ο Ολυμπιακός εξακολουθεί να κάνει και κακές (πολύ κακές) εμφανίσεις. Ακόμα δεν έχει σταθεροποιηθεί μια ενδεκάδα. Υπάρχουν ακόμα παίκτες (Τουρέ, Νάτχο) που δεν βγάζουν 90 λεπτά. Κάποιες φορές, η επιλογή της αρχικής ενδεκάδας φαινόταν (και αποδείχθηκε) λανθασμένη. Σύμφωνοι. Δεν λέω ότι ο Μαρτίνς είναι ο νέος Γκουαρντιόλα, όπως και ο Ολυμπιακός δεν είναι η Μπαρτσελόνα. Ο Ολυμπιακός είναι το μεγαλύτερο αθλητικό (και, δη, ποδοσφαιρικό) brand name στην Ελλάδα. Παραμένει, όμως, στα ελλαδικά σύνορα.

Ο ανταγωνισμός έχει τον Λουτσέσκου (!!!), τον Ουζουνίδη και τον Δώνη. Από όλους αυτούς, με το χέρι στην καρδιά προτιμώ (την έως τώρα) εικόνα του αγχωμένου Πορτογάλου. Μεγάλο όνομα, με τις τωρινές συνθήκες, δεν έρχεται για να καθίσει στον ετοιμόρροπο ερυθρόλευκο πάγκο (και αυτό δεν είναι τσιγκουνιά της διοίκησης, είναι η ξεκάθαρη πραγματικότητα). Επαναλαμβάνω: μετά από μια χρονιά που ο Ολυμπιακός ανταγωνιζόταν σε ενθουσιασμό, φυσικές ικανότητες και φαντασία τον χλοοτάπητα του γηπέδου, φέτος βλέπουμε μια ομάδα που προσπαθεί να κυριαρχήσει --και, κατά κανόνα, και ανεξάρτητα του αποτελέσματος το καταφέρνει-- στον αγωνιστικό χώρο.

Ο Ολυμπιακός, πράγματι, για μια ακόμα χρονιά δεν νίκησε κανένα ντέρμπι. Ήταν, όμως, συντριπτικά ανώτερος στον αγώνα με τον μΠαοκ, πολύ καλύτερος στον αγώνα με τον Παναθηναϊκό και θα μπορούσε άνετα να είχε φύγει με το διπλό από το ΟΑΚΑ απέναντι στην Αεκ, εάν ο Φέτφα δεν έχανε ένα γκολ που (το πιστεύω) ίσως να πετύχαινα ακόμα και εγώ (που έχω να κλωτσήσω μπάλα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια). Ο Ολυμπιακός θα χάσει, φοβάμαι, το πρωτάθλημα, εξαιτίας της δυστοκίας του: στο φτωχό ελληνικό πρωτάθλημα χρειάζεται ο παίκτης που θα πετύχει το γκολ που θα ανοίξει το παιχνίδι: η διαφορά βρίσκεται στη σύγκριση ανάμεσα στο --εύκολο-- γκολ που πετυχαίνει ο Πρίγιοβιτς και στο παντελώς άστοχο ανενόχλητο τελείωμα του Χασάν κόντρα στον Παναθηναϊκό (για να μη γίνω αυστηρός και αναφερθώ στα προχθεσινά --κακά-- τελειώματα του Μάνου).

Ο δάσκαλος Κάρπετ έχει αναφερθεί πολλάκις στη (δυσανάλογα μεγάλη, σε σύγκριση με το παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στερέωμα) αξία του γκολ στο ελληνικό πρωτάθλημα των πούλμαν μπροστά από την εστία. Ας μην πάμε μακριά: ο Ολυμπιακός τόσα χρόνια έπαιρνε το πρωτάθλημα επειδή και στη μέτρια μέρα του υπήρχε ένας Τζόλε, ένας Ζίο, ένας Ντάρκο και πάει λέγοντας, για να στείλει την μπάλα, με μια καλή του προσωπική ενέργεια, στα δίχτυα. Στον φετινό Ολυμπιακό, υπάρχει ένας Φέτφα, ένας Χασάν, ένας Γκερέρο και πάει λέγοντας, για να πετάξει στα σκουπίδια μια πολύ καλή συνεργασία.

Για να επιστρέψουμε στον προχθεσινό αγώνα (αφού μόνο για αυτόν δεν μιλήσαμε): ο Ολυμπιακός πήρε μια πανάξια νίκη γιατί δεν τα παράτησε, όπως δεν έχει κάνει ποτέ φέτος. Ο κόσμος ας ετοιμαστεί για να δείξει περίσσευμα υπομονής: αν κάτι δεν αλλάξει εντυπωσιακά, η επόμενη βαθμολογική γκέλα (και αυτό ανεξάρτητα από το επίπεδο του ποδοσφαίρου που θα αποδίδει η ομάδα) είναι θέμα χρόνου. Σε λίγες ακόμα βαθμολογικές απώλειες, οι πιθανότητες τίτλου, και μαζί το κίνητρο, θα εξαφανιστούν: αυτό, όμως, δεν αλλάξει ότι κάτι καλό φτιάχνεται φέτος.

Ο Ολυμπιακός δημιουργεί σιγά σιγά νέους ηγέτες, που, και αυτό είναι το σημαντικότερο, δείχνουν ικανοί να καθαρίζουν παιχνίδια, οι Φορτούνης και Νάτχο (και οι δύο με τα μειονεκτήματά τους) είναι τέτοιοι, όπως, σε δεύτερο πλάνο, και ο Τοροσίδης. Είναι προφανές ότι με 19 αγωνιστικές να απομένουν η διαφορά των έξι βαθμών δεν είναι απαγορευτική. Ευτυχώς, που --και η προχθεσινή-- αγωνιστική εικόνα, δείχνει ότι κανείς στην ομάδα δεν συμμερίζεται τη δική μου απαισιοδοξία σχετικά με τον τίτλο. Ο Γενάρης, πάντως, με τη χειμερινή μεταγραφική περίοδο να είναι ιδανική για πινελιές (και ο φετινός Ολυμπιακός, στα δικά μου μάτια, πινελιές --έστω και σημαντικές-- χρειάζεται).

* * *

ΥΓ Με τεράστια καθυστέρηση, λίγα λόγια για τις φετινές καλοκαιρινές μεταγραφικές κινήσεις: έγραφα εδώ για τις κινήσεις που θα ήθελα να δω για να αισθάνομαι ικανοποιημένος από τη διοίκηση. Σχεδόν όλα όσα αναφέρω έγιναν: παίκτες με πλούσιο βιογραφικό, ικανοί για τον ρόλο του ηγέτη αποκτήθηκαν (Τουρέ, Νάτχο, αλλά και Τοροσίδης, Λάζαρος). Παίκτες σε ώριμη ποδοσφαιρική ηλικία (Γκιγιέρμε, Γκερέρο, Φέτφα), όπως και νέοι, με ξεχωριστό ταλέντο (Καμαρά, Ποντένσε), επίσης. Έγιναν όλα τέλεια και σύμφωνα με ποδοσφαιρική λογική; Όχι, αλλά αυτό δεν πρόκειται να γίνει ποτέ (άλλωστε, ποτέ δεν πρόκειται να συμφωνήσουν όλοι σε κάτι τόσο υποκειμενικό, όσο είναι η αξία ενός ποδοσφαιριστή -- αφού δεν μιλάμε για τον Μέσι).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου