Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018

Αναμνήσεις από την εποχή του Αττίλιο

«Δεν είναι ο Εουσέμπιο, δεν είναι ο Ματσόλα ! Είναι ο Αττίλιο, που μοιάζει με φραντζόλα !» Αυτό τραγουδούσαν στις αρχές της δεκαετίας του 1970 οι νεαροί οπαδοί του Ολυμπιακού που περιστοίχιζαν τον σαλπιγκτή ηγέτη της κερκίδας του Ολυμπιακού Βασίλη Δουρίδα, για να τον πειράξουν.








Ο Βασίλης Δουρίδας ήταν πασίγνωστος με το παρατσούκλι Αττίλιο, που απέκτησε, λόγω ογκώδους και παχιάς σωματοδομής, από τον ομώνυμο, διάσημο εκείνη την εποχή παλαιστή ή ακριβέστερα Ασιάτη κατσέρ Αττίλιο, που μαζί με τους Λαμπράκη, Κοριένκο, Παπαλαζάρου, Ζιγκουλίνωφ, Περουάνο, Αρίωνα, Ρασπούτιν κ.λπ. έλληνες και αλλοδαπούς μαιτρ του είδους, έδιναν ρέστα στους αγώνες κατς στο γήπεδο του ΠΑΟ στη Λεωφόρο, προσελκύοντας χιλιάδες θεατές.

Σήμα κατατεθέν του Αττίλιο η σάλπιγγα του. Έπαιζε φάλτσα, αλλά ποιος νοιαζόταν γι αυτές τις λεπτομέρειες ! Ο σκοπός ήταν να ξεσηκωθεί ο κόσμος και αυτό γινόταν με το παραπάνω. Τα ρυθμικά παλαμάκια, που έκλειναν με τις ουρανομήκεις ιαχές «Ο-λυ-μπι-α-κός, Ο-λυ-μπι-α-κός!» ακουγόντουσαν χιλιόμετρα μακριά και σκέπαζαν όλους τους άλλους θορύβους.

Ο Αττίλιο άρχισε να κάνει για πρώτη φορά αισθητή την παρουσία του στα τέλη δεκαετίας 1960 και ιδίως στις αρχές της δεκαετίας του 1970, αρχικά στις ψηλές σειρές της θύρας 10 του παλιού Καραϊσκάκη. Το γεγονός αυτό, που λίγοι ξέρουν, προκαλεί εντύπωση, γιατί η συγκεκριμένη θύρα ήταν μια από τις καλύτερες, κεντρικότερες και φυσικά ακριβότερες θύρες του γηπέδου, κάτι ασυνήθιστο για φανατικούς οπαδούς, που συγκεντρώνονται στα πέταλα και γενικά στις κερκίδες που βρίσκονται πίσω από τα τέρματα. Η απήχηση λοιπόν στον κόσμο, εκ των πραγμάτων, δεν μπορούσε παρά να είναι περιορισμένη.
   
Έτσι πάρα πολύ γρήγορα μετακόμισε μαζί με την τρομπέτα και τους οπαδούς της ομάδας κάτω από τον ηλεκτρονικό πίνακα/ ρολόι που βρισκόταν στην θύρα 13 ( όσο και αν ο αριθμός προκαλεί τώρα εντύπωση) η οποία βρισκόταν δεξιά πίσω από το τέρμα του παλιού γηπέδου, που είχε στην πλάτη του το Μικρολίμανο και την Καστέλα. Άλλωστε ο συγκεκριμένος χώρος του Καραϊσκάκη, από το τέλος της δεκαετίας του 1960, αποτελούσε μεγάλη φωλιά εκδηλωτικών και φανατικών οπαδών της ομάδας.

Από τον χώρο αυτό ξεκίνησαν το ρυθμικό σύνθημα «ψεύτικοι πρωταθλητές» και οι ειρωνικές παραλλαγές/διασκευές τραγουδιών  όπως «πεναλτάκι, πεναλτάκι πήρατε πρωτάθλημα και το κάνατε ρεζίλι το ωραίο άθλημα» που τραγουδιόταν στον ρυθμό της μεγάλης επιτυχίας της εποχής των Καλδάρα- Μενιδιάτη «πετραδάκι, πετραδάκι», και είχαν στόχο τους παίκτες του ΠΑΟ, ιδίως μετά την νίκη του Ολυμπιακού επί του αιωνίου αντιπάλου στο φινάλε του πρωταθλήματος του 1969. Από εκεί ξεκίνησε και το περίφημο μυριόστομο πείραγμα: «Πρέκας-Πρέκας», που απευθυνόταν στον Δομάζο για την φημολογούμενη σχέση της Μοσχολιού με τον πρωταθλητή καταδύσεων του Ολυμπιακού.

Ο Αττίλιο κάθισε εκεί για αρκετό διάστημα και στη συνέχεια μετακινήθηκε κάτω από τον άλλο ηλεκτρονικό πίνακα/ρολόι της μεγάλης κερκίδας αυτής που είχε πλάτη το Μοσχάτο, εκεί όπου γράφτηκε η τραγωδία της Θύρας 7, όπου και μονιμοποιήθηκε.

Ο Αττίλιο πήγαινε σε όλα τα ομαδικά αθλήματα, που έπαιζε ο Ολυμπιακός. Μάλιστα μπορώ να πω ότι μετά το ποδόσφαιρο το αγαπημένο του άθλημα ήταν το βόλεϊ, όπου επανειλημμένα είχε δώσει ρεσιτάλ.

Είχε φάει πολύ ξύλο, ιδίως στην Βόρεια Ελλάδα, είχε καταδιωχθεί, είχε πέσει στη θάλασσα για να γλιτώσει, ενώ το 1972 είχε καταδικαστεί από την χούντα για διέγερση σε απείθεια κατά των αστυνομικών οργάνων σε αγώνα με τον Ολυμπιακό Βόλου.

Δεν ήταν άγιος. Είχε τα αμαρτήματα του ακόμη και απέναντι στον Ολυμπιακό. Έτσι υπέπεσε σε ένα παράπτωμα, το οποίο παραλείπεται επιμελώς να αναφερθεί, αφού και τον ίδιο τον στενοχώρησε βαθύτατα.  Εδώ όμως τα λέμε όλα.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 έγινε Εθνικός Πειραιώς! Ή, για να είμαι ακριβής, έκανε πώς έγινε Εθνικός. Κάθισε λοιπόν με τους οπαδούς του Εθνικού, μαζί με την σάλπιγγα του. Με αυτούς, που ζητούσαν τραγουδιστά να «χαμηλώσουν τα βουνά για να βλέπανε τον Περαία και τον Εθνικό, που παίζει τόσο ωραία». Αιτία για την στάση αυτή ένα πείσμα, ένα παράπονο του,  όταν αισθάνθηκε ότι τον παραμελούν αδικαιολόγητα από τον Ολυμπιακό, αυτόν που είχε αφιερώσει τη ζωή του στην ομάδα και είχε χαλάσει την υγεία του για τον Ολυμπιακό. Ήταν μια παιδική αντίδραση, την οποία όχι απλώς υπέθαλψε, αλλά παρακίνησε ο μεγάλος οικονομικός παράγοντας του Εθνικού Δ. Καρέλλας, ο άνθρωπος που ξόδεψε μια περιουσία για τον Εθνικό.

Πολύ σύντομα όμως ο Βασίλης κατάλαβε ότι  αυτό που έκανε ήταν ασυγχώρητο και δεν μπορούσε να το αντέξει. Δεν μπορούσε να υποκρίνεται και να φωνάζει «Εθνικός» για να κάνει το χατίρι του Καρέλλα, όσο και αν αισθανόταν πικραμένος από την αντιμετώπιση του Ολυμπιακού. Έτσι πολύ σύντομα ζήτησε συγγνώμη και τα πράγματα αποκαταστάθηκαν. Ελάχιστοι στον Ολυμπιακό του κράτησαν κακία, του άσκησαν κριτική ή του θύμισαν το παράπτωμα αυτό. Συγχωρήθηκε καθολικά και έμεινε πιστός στον Ολυμπιακό μέχρι θανάτου.

Όσο για τις στιχουργικές του ικανότητες τον θυμάμαι ακόμη να απαγγέλει στη θύρα 13 ολόκληρα κατεβατά για όλους τους παίκτες του Ολυμπιακού σε ρυθμό: «Ντι ρλα ντά» του Σαββόπουλου. Θυμάμαι το απόσπασμα για τον Δεληκάρη:  «Ντριμπλάρει με πολύ αέρα. Είναι ένας δεύτερος Ριβέρα» ή για τον Παμπουλή «Κι ο Παμπουλής ο καμικάζι τους αντιπάλους τους τρομάζει, ο (για να βγει ο στίχος) και τα δίκτυα ξετινάζει».

Θυμάμαι τα κάλαντα με τα στιχάκια, που ο ίδιος και οι φίλοι του σκάρωσαν στο πι και φι όταν ο Γιούτσος έκανε μια φορά χατ-τρικ την περίοδο των Χριστουγέννων. Τότε που τραγουδούσαν όλοι στις θύρες 6-7: «Εξ Ουγγαρίας έρχονται τα γκολ τα γκολ, τα γκολ σε ένα τσουβάλι. Ο Γιούτσος σας τα έβαλε, σας έχει πιάσει ζάλη» ή τα ερωτήματα που απεύθυνε στη Ριζούπολη: «Απόλλων, Απόλλων: τον μισόν ή όλον;» με την κερκίδα των οπαδών μας να απαντά βέβαια: «Όλον»!

Πάνω από όλα θυμάμαι το έπος που είχε γραφτεί ειδικά για τον Αντωνιάδη του ΠΑΟ, μπροστά στο οποίο του τύφλα να έχουν η Ιλιάδα και Οδύσσεια του Ομήρου !

Είχε ένα σωρό στροφές και τραγουδιόταν σε ρυθμό «ρου λα λα». Συχνά έβαζε ένα «ρε παιδιά» για να του βγαίνει ο στίχος:

Απάγγελνε λοιπόν ο Αττίλιο και αμέσως μετά το πλήθος τραγούδαγε μετά «ρου-λα-λα»:
«Ο Αντωνιάδης, ρε παιδιά, γεννήθηκε σε στάνη. Το πρώτο του επάγγελμα να κάνει τον τσομπάνη»

«Ο Αντωνιάδης, ρε παιδιά, με τα μακριά τα πόδια. Το δεύτερο επάγγελμα ήταν να σφάζει βόδια»

«Ο Αντωνιάδης, ρε παιδιά, μετάθεση θα πάρει. Θα πάει στο Γουέμπλευ, να κάνει το δοκάρι»

Και το πιο εφευρετικό: «Για καμαρώστε κούνημα, για καμαρώστε μέση, χωρίς να τον μαρκάρουνε, μονάχος του θα πέσει», και πολλά άλλα που δεν θυμάμαι.
Ο Αττίλιο γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1940. Είχε την τύχη να δει παικταράδες και να καταλάβει τι σημαίνει Ολυμπιακός. Είχε την ευλογία να συνδέσει το όνομα του με τον Ολυμπιακό και να γίνει ένα σημαντικό σημείο αναφοράς στην ιστορία του.

Ακόμη και το ότι δεν είδε το νέο Καραϊσκάκη, αλλά γνώρισε μόνο το παλιό  ίσως να μην αποτελεί ατυχία, αφού απέφυγε να δει  την ομάδα που αγάπησε μέσα την σύγχρονη  παρακμή της κοινωνίας, των αξιών και του μοντέρνου ποδοσφαίρου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου