Του Rednick
Με βάση αυτή την τελευταία σκέψη, άρχισε να ανοίγει λίγο η σκοπιά αυτού του επετειακού κειμένου. Εντέλει, ποιος είναι ο χαρακτήρας του Ολυμπιακού; Όσα χρόνια θυμάμαι την ομάδα, σε κάθε τμήμα, υπάρχει μια πάλη ανάμεσα στο ταλέντο και το πάθος, την επιθυμία για επίθεση και αυτή για να μασάμε σίδερα πίσω και να ρίχνουμε ξύλο. Στο μεταίχμιο του outsider και του καταδικασμένου να πρωταγωνιστεί παντού, ανεξαρτήτως συνθηκών, ανεξαρτήτως ικανοτήτων. Σαν να λες Αμανατίδης και Τζιοβάνι, Στολτίδης και Ριβάλντο, Μασούρας και Ελ Αραμπί, Σιγάλας και Ρίβερς, Παπανικολάου και Σπανούλης, ΜακΚίσικ και Φουρνιέ.
Τα φώτα τα τραβούσε πάντα η δεύτερη κατηγορία, αυτή του καθαρού ταλέντου και της αύρας, του παικταρά που θα φέρει κόσμο στο αεροδρόμιο, για τον οποίο θα αγοράσεις εισιτήριο, για τον οποίο θα καμαρώνεις στις συζητήσεις με τους αλλόθρησκους στη δουλειά ή το σχολείο. Ωστόσο έχω την αίσθηση πως η πραγματική σύνδεση εντέλει γίνεται όχι με αυτούς που θα θέλαμε να είμαστε, αλλά με εκείνους που μπορούμε να ταυτιστούμε, αυτούς στο πρόσωπο τον οποίων βλέπουμε λίγο από εμάς και την καύλα μας, το πάθος μας, τις διαδρομές μας. Οι σχέσεις αυτές χτίζονται μέσα στον χρόνο και περνάνε από πολλά κύματα, δεν είναι εξαρχής σχέσεις αγάπης. Συνήθως θα τους ξεχέσουμε --πλην ελαχίστων εξαιρέσεων--, μετά θα το ξεχάσουμε, θα θέλουμε να τους φιλήσουμε, πριν τους βρίσουμε και πάλι και εντέλει τους τοποθετήσουμε στο βάθρο που τους αξίζει ως θρύλων του Θρύλου. Εξάλλου, αυτό δε γίνεται και με όσους ανθρώπους πραγματικά αγαπάμε; Συνήθως τα πιο έντονα συναισθήματα ξυπνάνε εκεί που αισθανόμαστε πιο οικεία.
Επιστρέφοντας όμως στον χαρακτήρα του Θρύλου, η ιστορική διαδρομή της ομάδας είναι τέτοια που το προφίλ του εργάτη μπλέχτηκε με αυτό του ηγέτη, του κυρίαρχου. Παραφράζοντας λίγο τα όσα είπε πρόσφατα ο Γιώργος ο Μπαρτζώκας, ο λαϊκός χαρακτήρας της ομάδας είναι τμήμα του DNA της, δεν έφυγε ολοκληρωτικά ποτέ. Και ωστόσο, καθώς η ομάδα μεγάλωνε και επεκτεινόταν και η οπαδική της βάση, σταδιακά ποτιζόταν και με τον εθισμό στη νίκη, την επιθυμία για κυριαρχία και έψαχνε και τα πρόσωπα εκείνα που θα είχαν μια, ας το πούμε, αλανιάρικη κλάση. Ορισμένες φορές το βρίσκουμε, άλλες φορές παρεκκλίνουμε, τα τελευταία 30 χρόνια σίγουρα μας κακόμαθαν (ή μας καλόμαθαν). Αν όμως το επεκτείνουμε λίγο, ο Θρύλος της Ελλάδας έγινε και Θρύλος στην Ευρώπη ακριβώς εκεί που δεν τον περιμέναν, εκεί που ξανάβρισκε κάτι από το πνεύμα του Μουράτη και η δίκαιη οργή για την υποτίμηση γινόταν καύσιμο και κίνητρο για να περνάμε μέσα από τοίχους. Ο μπασκετικός Ολυμπιακός των 90s δεν κατέκτησε το Ευρωπαϊκό του 1994 όταν σάρωνε όλη την Ευρώπη (μαζί και τον Βάζελο) αλλά το 1997, όταν στα μισά της σεζόν βρισκόταν στα σχοινιά και μετά από Ευρωπαϊκό των απέναντι. Δεν αναστήθηκε 15 χρόνια μετά, όταν φτιάχναμε την Dream Team του Βερολίνου και του Παρισιού, αλλά με τα αμούστακα της Πόλης, εκεί που το ταλέντο και η πείρα του Ντούντα και του Σπανούλη ποτίστηκε με το mentality αυτού που δεν έχει τίποτα να χάσει. Το πολυπόθητο ευρωπαϊκό στην μπάλα (όπου ψάχναμε απλώς μια καλή ευρωπαϊκή πορεία) δεν ήρθε στα χρόνια των σερί πρωταθλημάτων και της εγχώριας παντοκρατορίας, αλλά εκεί ακριβώς που όλοι θέλανε να μας έχουν ξεγραμμένους.
Πού θέλω να καταλήξω; Οι Σπανούληδες και οι Ποντένσε, οι Φορτούνηδες και οι Φουρνιέ είναι αναγκαίοι για τις τεράστιες ομάδες όπως Ολυμπιακός, αυτές που είναι καταδικασμένες να πρωταγωνιστούν πλέον, είτε ως φαβορί είτε ως outsider. Η διαφορά όμως γίνεται όταν αυτό το ταλέντο εσωτερικεύει την ψυχολογία του καμικάζι. Του τύπου, που επειδή δεν είχε το ταλέντο και πέρασε άπειρα σκαμπανεβάσματα, έπρεπε να χτυπήσει τον κώλο του διπλά για να φτάσει δίπλα τους ή αυτής που γαμιέται 5 και 6 στα 7 στη δουλειά για να είναι το βράδυ στην κερκίδα, να της βγαίνει η φωνή και να στερείται χρήματα για ένα «γκολ!» και μια αγκαλιά με τους διπλανούς της. Αυτών που είτε έμαθαν και σεβάστηκαν από μικροί την ιστορία της ομάδας είτε την αγκάλιασαν μεγαλώνοντας, σε τυχαία φάση της ζωής τους, σχεδόν ενστικτωδώς. Τέτοιους έχουμε την τιμή να έχουμε στους πάγκους των δύο μεγαλύτερων τμημάτων, στο πρόσωπο του Μπαρτζώκα και του Μεντιλίμπαρ. Τέτοιους έχουμε για αρχηγούς, στο πρόσωπο του Ρέτσου και του Παπανικολάου. Για να φτάσουμε να είμαστε αυτοί που είμαστε σήμερα πρέπει να σπάσουμε το κεφάλι μας και να παίξουμε με μπανταρισμένο κεφάλι σαν του Φουστέρ ή ζαλισμένοι σαν τον Ρέτσο. Αγαπώντας αυτούς λίγο παραπάνω, θα αγαπήσουμε και την ομάδα από την κορφή ως τα νύχια, με τα καλά και τα στραβά της. Χρόνια μας πολλά!