Τρίτη 9 Μαρτίου 2021

Γνωρίστε λίγο περισσότερο την Άρσεναλ

Ολυμπιακός-Άρσεναλ για μια ακόμη φορά λοιπόν. Από τη μια υπάρχουν οι απαισιόδοξοι, που στηρίζουν την απαισιοδοξία τους κυρίως στο όνομα του αντιπάλου και στην ανωτερότητα του αγγλικού ποδοσφαίρου. Από την άλλη υπάρχουν οι αισιόδοξοι, που βασίζουν την αισιοδοξία τους στη δυναμική, στην απόδοση και στις καλές επιδόσεις της ομάδας στην Ευρώπη επί Μαρτίνς. 






Του Θεολόγου Μιχαηλίδη

Προσωπικά δεν συμμερίζομαι ούτε τη μια ούτε την άλλη άποψη-διάθεση. Η Άρσεναλ δεν αποτελεί φόβητρο ιδίως τα τελευταία χρόνια. Μα, θα αντιτείνουν κάποιοι, η ομάδα του Λονδίνου, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του transfermarkt, αξίζει 554.000, ενώ εμείς μόλις 90,5. 

Ε και τι έγινε; Τα υπερτιμημένα εκατομμύρια θα παίξουν μπάλα; Αν κοιτάξουμε στο παρελθόν, η διαφορά χρηματιστηριακής αξίας μεταξύ των ποδοσφαιριστών της Άρσεναλ και των αντίστοιχων του Ολυμπιακού ήταν πολύ μεγαλύτερη. Ωστόσο το γεγονός αυτό δεν μας εμπόδισε να την κερδίζουμε κάθε φορά που τη συναντούσαμε στις μάχες της Ευρώπης, όχι μόνο στο Φάληρο, αλλά ακόμη και στο γήπεδό της. Και ασφαλώς δεν την αντιμετωπίσαμε λίγες φορές. Επιπλέον η Αρσεναλ δεν καθοδηγείται από κανένα άσο της προπονητικής, αφού ο Αρτέτα δεν μοιάζει για τέτοιος. 

Από την άλλη, τι έχουμε κάνει εμείς στην Ευρώπη επί Μαρτίνς; Τίποτε το σπουδαίο, κατά τη γνώμη μου. Ιδιαίτερα αν κοιτάξουμε το Champions League, που είναι ο πραγματικός «καθρέφτης» της Ευρώπης, σε επίπεδο ομίλων μέσα σε δύο χρονιές έχουμε μαζέψει συνολικά και με το ζόρι μόλις 7 βαθμούς . Οι μοναδικές νίκες μας είναι με τον αδύναμο Ερυθρό Αστέρα με πέναλτι στο 90΄ και με τη σε μαύρο χάλι ευρισκόμενη Μαρσέιγ. Σε όλα τα άλλα ματς, είχαμε ήττες και εύκολους αποκλεισμούς, αφού ποτέ δεν πλησιάσαμε καν στη διεκδίκηση κάποιας πρόκρισης σε επόμενη φάση. 

Κι όμως παλιότερα στη φάση των ομίλων του Ch. L. δεν ήταν λίγες οι φορές που προκρινόμασταν. Υπήρξαν και φορές που δεν καταφέρναμε να περάσουμε στην επόμενη φάση στο τσακ λόγω ατυχίας, διαιτησίας, συμπαιγνίας ή κάποιας άλλης συγκυρίας. Ωστόσο συνήθως πετυχαίναμε μια αξιόλογη και αξιοπρεπή βαθμολογική συγκομιδή, συγκεντρώνοντας μέσα σε μια μόνο χρονιά από 9 ως 11 βαθμούς (δηλαδή αρκετά περισσότερους από όσους έχει μαζέψει ο Ολυμπιακός του Μαρτίνς σε δύο χρονιές), πετυχαίνοντας πολλές νίκες. Κι όλα αυτά δεν συνέβησαν περιστασιακά, αλλά με ένα σωρό διαφορετικούς προπονητές: Μπάγιεβιτς, Ματζουράκη, Λεμονή, Μίτσελ, Βαλβέρδε. Ακόμη και με προπονητές μιας χρήσης με ημερομηνία λήξης, όπως ο Ζίκο τη χρονιά 2009/10 περάσαμε στην επόμενη φάση, συγκεντρώνοντας 10 βαθμούς σε επίπεδο ομίλων. 

Μα θα πει κάποιος: με τον Μαρτίνς κάναμε δύο ιστορικές προκρίσεις επί Άρσεναλ και Μίλαν. Δεν το αμφισβητώ, έστω και αν οι δύο ομάδες (ιδίως η Μίλαν) δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Πρόκειται για δύο ιστορικές νίκες επί αντιπάλων με μεγάλο όνομα και βαριά φανέλα. Σε κάθε περίπτωση όμως επρόκειτο για δύο σημαντικές, αλλά μεμονωμένες επιτυχίες, χωρίς συνέχεια, που επιτεύχθηκαν σε μια πολύ πιο υποβαθμισμένη ευρωπαϊκή διοργάνωση, όπου κατά κανόνα, για διάφορους λόγους, συμβαίνουν απροσδόκητα αποτελέσματα. 

Δεν βλέπω λοιπόν κάτι που να με κάνει να πιστεύω ότι η παρουσία του Μαρτίνς αποτελεί εγγύηση ότι θα μπορέσουμε να περάσουμε και να έχουμε μια αξιόλογη πορεία στο Europa. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να διαψευστώ. Μπορεί ο Πορτογάλος να κατέχει πλέον το know how της πρόκρισης σε διπλούς αγώνες. Μπορεί να έχει βελτιωθεί και ο ίδιος, αφού είναι γεγονός αναμφισβήτητο πως δουλεύει και προσπαθεί συνεχώς. Κατά τα άλλα, δεν θα κριτικάρω την μπάλα που παίζει η ομάδα για τον απλούστατο λόγο ότι έχω δει τι είδους μπάλα παίζεται από άλλες ομάδες της Ευρώπης σε ματς ευρωπαϊκών διοργανώσεων. Μπορώ να πω, λοιπόν, ότι ο Μαρτίνς έχει κάνει την ομάδα να παίζει με αγωνιστικό στυλ και χαρακτηριστικά περίπου παρόμοια με αυτά που έχει η πλειοψηφία των ομάδων της Ευρώπης. Έχει κατορθώσει να εμβολιάσει την ομάδα με στοιχεία σύγχρονου ποδοσφαίρου, με ό,τι αυτό σημαίνει και συνεπάγεται. Ίσως εκεί να βρίσκονται οι περισσότερες ελπίδες του Ολυμπιακού για πρόκριση. Και κάτι τελευταίο που είναι υπέρ του Μαρτίνς. Είναι ο μόνος προπονητής του Ολυμπιακού που άφησε την Άρσεναλ πίσω του. Όλοι οι άλλοι προπονητές του Ολυμπιακού που αντιμετώπισαν την Άρσεναλ σε επίπεδο ομίλων Champions League είτε πέρασαν στην επόμενη φάση, αλλά μαζί με την Άρσεναλ, είτε αποκλείστηκαν, την ίδια ώρα που η Άρσεναλ περνούσε. Αυτό ανεξάρτητα από το γεγονός ότι την είχαν νικήσει στους μεταξύ τους αγώνες. 

Τώρα που τελειώσαμε με τα παραπάνω, καιρός να ασχοληθούμε λίγο με αυτά που ξέρουμε καλύτερα. Θα αναφερθούμε λίγο περισσότερο σε κάποια αξιόλογα ιστορικά στοιχεία της Άρσεναλ, κάνοντας σε κάποια σημεία, που προσφέρονται, μια σύγκριση με τον Ολυμπιακό. 

Κατ' αρχάς, είναι κάπως περίεργο πως ιστορικά μια ομάδα όπως η Άρσεναλ έχει φτάσει στο σημείο να συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες ποδοσφαιρικές ομάδες της Ευρώπης, να ανήκει στα πλουσιότερα κλαμπ του κόσμου, να έχει τόσους οπαδούς και μάλιστα σε παγκόσμιο επίπεδο, με αποτέλεσμα να περιλαμβάνεται στις τοπ ομάδες του κόσμου από πλευράς μέσων επίδρασης κοινωνικής δικτύωσης (την τελευταία φορά που είχα βρει μια σχετική μέτρηση, ήταν στην πρώτη πεντάδα παγκοσμίως), να συμπεριλαμβάνεται στις τοπ ομάδες με τη μεγαλύτερη προσέλευση φιλάθλων στο γήπεδο της κ.λπ. Όλα αυτά κανονικά θα προϋπόθεταν μια ομάδα με φοβερές επιτυχίες και αμέτρητα τρόπαια και τίτλους όχι μόνο στη χώρα της, αλλά κυρίως στην Ευρώπη, όπως συμβαίνει με όλες τις άλλες μεγάλες ομάδες της Ευρώπης, που βρίσκονται μαζί της ή στέκονται δίπλα της στο ίδιο διεθνές επίπεδο. 

Θεωρώ ότι σημαντικό ρόλο στην παγίωση της Άρσεναλ ως μεγάλης ποδοσφαιρικής δύναμης έχει παίξει το γεγονός ότι από ένα σημείο και μετά, ιδίως μετά την εγκατάστασή της στο Βόρειο Λονδίνο και στο Χάιμπουρι το 1913, εξελίχθηκε στην κατεξοχήν ομάδα της πρωτεύουσας, του πολυπληθούς και πολυπολιτισμικού Λονδίνου, μιας από τις διασημότερες πρωτεύουσες της υδρογείου. Ήταν το πρώτο κλαμπ του Λονδίνου (αλλά και όλου του βρετανικού νότου) που έγινε ιδρυτικό μέλος της Football League και το πρώτο ποδοσφαιρικό κλαμπ της πόλης που έγινε επαγγελματικό. Επιπλέον, κοινωνικές αναλύσεις και έρευνες έχουν δείξει ότι αποτελεί το πιο πολυσυλλεκτικό κλαμπ του Λονδίνου, αφού έχει οπαδούς που ανήκουν σε όλες τις κοινωνικές και εισοδηματικές τάξεις και σε όλες τις ηλικίες. Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται από την ιστορική διαδρομή της, αφού ιδρύθηκε από εργάτες σιδεράδες, που έφτιαχναν κανόνια, για να φτάσει τελικά να εξελιχθεί σε μια πλούσια ομάδα. Αυτή η μετάβαση χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, καθώς πολύ παλιά, τις προπολεμικές δεκαετίες, όταν η Άρσεναλ δεν είχε πολλά λεφτά, ξόδευε σχετικά μεγάλα ποσά για μεταγραφές, ενώ πολλές δεκαετίες αργότερα, όταν έγινε μια πάμπλουτη ομάδα, εντελώς δυσανάλογα, δεν έκανε πολλές και πολύ δαπανηρές μεταγραφές, μια τακτική που ο αναμορφωτής της ομάδας Βενγκέρ επαίνεσε δημόσια και τήρησε κατά το δυνατό. Ούτε το ποδόσφαιρο που έχει παίξει κατά καιρούς η Άρσεναλ υπήρξε τόσο εντυπωσιακό, ώστε να προσελκύσει από μόνο του πολλούς οπαδούς. Άλλωστε έχει μείνει ιστορικό το σύνθημα «boring, boring Arsenal» για το βαρετό, σφικτό και όχι πολύ επιθετικό ποδόσφαιρο που έπαιζε η ομάδα, αν και υπήρξαν και μεγάλοι παίχτες, που πραγματικά χαιρόσουν να τους βλέπεις, όπως π.χ. ο Λίαμ Μπρέηντι. 

Η Άρσεναλ στη τόσο μεγάλη ιστορία της έχει να επιδείξει 13 πρωταθλήματα (τα 6 προπολεμικά) στη χώρα της, επίδοση καλή, αλλά όχι και φοβερή. Ο Ολυμπιακός έχει πάνω από τριπλάσιο αριθμό πρωταθλημάτων. Βέβαια το αγγλικό πρωτάθλημα ανέκαθεν ήταν πολύ δυσκολότερο από το ελληνικό, κυρίως τα παλιότερα χρόνια. Από την άλλη μιλάμε μια ομάδα που ιδρύθηκε το 1886, δηλαδή σχεδόν σαράντα χρόνια προτού ιδρυθεί ο Ολυμπιακός. Εξάλλου η Άρσεναλ έχει υποβιβαστεί, έστω και μια φορά, ενώ ο Ολυμπιακός δεν έχει υποβιβαστεί ποτέ. 

Αλλά και στην Ευρώπη οι επιτυχίες της Άρσεναλ είναι αναλογικά πολύ λίγες σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ομάδες της ευρωπαϊκής ελίτ. Έχει πάρει μόνο δύο τρόπαια, το παλιό Κύπελλο Εκθέσεων που εξελίχθηκε σε ΟΥΕΦΑ το 1970 και ένα Κύπελλο Κυπελλούχων το 1994. Έχει φτάσει σε τελικούς ευρωπαϊκών διοργανώσεων άλλες 5-6 φορές, εκ των οποίων μια φορά στο Champions League to 2006. Φυσικά ο απολογισμός αυτός κρίνεται φτωχός για μια τόσο ιστορική και φημισμένη ομάδα, έστω και αν είναι απλησίαστος για τον Ολυμπιακό, αφού τέτοια πράγματα ούτε στο όνειρό μας δεν τα έχουμε δει. Μόνο ένα σημείο μοιάζει κάπως παρήγορο: ότι η Άρσεναλ έδωσε το πρώτο παιχνίδι της στην Ευρώπη το 1963, ενώ ο Ολυμπιακός πολύ νωρίτερα το 1959. Τέλος ένα επιπλέον επιβαρυντικό στοιχείο για την ιστορία της Άρσεναλ στην Ευρώπη είναι οι πάρα πολλές φορές που έχει αποκλειστεί στη φάση των 16 ή σε φάση ομίλων στο Champions League. Πρόκειται για ένα έργο που έχει επαναληφθεί κατά κόρον. 

Από τα ρεκόρ που έχει και με περηφάνεια επικαλείται είναι το ρεκόρ κατάκτησης κυπέλλων Αγγλίας με 14 Κύπελλα. Ωστόσο σε απόλυτους αριθμούς η επίδοση αυτή μετά βίας φτάνει περίπου το ήμισυ των κατακτήσεων κυπέλλων από τον Ολυμπιακό, που έχει το αντίστοιχο ρεκόρ στην Ελλάδα. Επίσης η Άρσεναλ επικαλείται το ρεκόρ αήττητου σερί αγώνων πρωταθλήματος στη χώρα της, που κράτησε 49 αγώνες από το 2003 μέχρι το 2004, μέχρι να το σπάσει [ποια άλλη;] η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Και εδώ όμως η Άρσεναλ υστερεί έναντι του Ολυμπιακού, ο οποίος έχει ένα πολύ μεγαλύτερο αήττητο σερί 58 αγώνων την δεκαετία του 1970, επί εποχής Γουλανδρή, που αποτελεί από τα καλύτερα αήττητα σερί αξιόλογων πρωταθλημάτων στον κόσμο όλων των εποχών. Η Άρσεναλ βέβαια είναι καλύτερη από τον Ολυμπιακό σε ένα επιμέρους σημείο. Έχει κατακτήσει αήττητο πρωτάθλημα, κάτι που δεν έχει καταφέρει ο Ολυμπιακός, ο οποίος έχει αποτύχει στον στόχο αυτό, με ανόητο τρόπο, την τελευταία διετία σε πρωταθλήματα, που προσφερόντουσαν απόλυτα για ένα τέτοιο επίτευγμα. Η Άρσεναλ έχει ένα ακόμη ρεκόρ. Είναι η ομάδα που έχει διατηρήσει ανέπαφη την εστία της επί δέκα αγώνες και για 1.000 περίπου λεπτά σε αγώνες Champions League.

Τα χρώματά της ( κόκκινο και άσπρο) τα «πήρε» από την Νότιγχαμ Φόρεστ, ενώ τα «έδωσε» στην πορτογαλική Μπράγκα. Το γήπεδο με το οποίο ταυτίσθηκε ήταν το θρυλικό Χάιμπουρι, στο οποίο γνώρισε τις μεγαλύτερες επιτυχίες. Το 2006 μετακόμισε στο νέο γήπεδο της το Emirates και από τότε γνωρίζει μόνο αποτυχίες και δεν έχει καταφέρει να δει άσπρη μέρα. Δεν ήταν όμως δυνατό να γίνουν εργασίες επέκτασης ή ανακατασκευής του Χάιμπουρι, καθώς δεν το επέτρεπε η πολεοδομική νομοθεσία. Και στην Αγγλία, η νομοθεσία τηρείται και δεν παρακάμπτεται. 

Δεν νομίζω ότι μέχρι τώρα έχει δοθεί μια απόλυτα επαρκής και ικανοποιητική εξήγηση για τη δημοφιλία της Άρσεναλ. Θα επιχειρήσω να δώσω μια πιθανή εξήγηση, που ανατρέχει πολύ πίσω στην ιστορία. Ως γνωστό οι Άγγλοι είναι οπαδοί της παράδοσης, αλλά και --εντελώς αντίθετα από τους Έλληνες-- λάτρεις της ιστορίας της ομάδας τους, την οποία ευχαριστιούνται να διαβάζουν και να μαθαίνουν. Έτσι η πλειοψηφία των οπαδών της Άρσεναλ γνωρίζει για τις μεγάλες επιτυχίες της Άρσεναλ, η οποία ήταν η μεγάλη κυρίαρχος του αγγλικού ποδοσφαίρου τη μακρινή δεκαετία του 1930, όταν κατέκτησε πέντε πρωταθλήματα και δύο κύπελλα κ.λπ.

Όλοι λοιπόν γνωρίζουν ότι η Άρσεναλ υπήρξε η ομάδα που ιστορικά επηρέασε, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη, την πορεία του βρετανικού ποδοσφαίρου και όχι μόνο. Αυτό συνέβη τη δεκαετία του 1930, και οφείλεται στον προπονητή-μάνατζερ Χέρμπερτ Τσάπμαν, που εφάρμοσε στην Άρσεναλ το σύστημα WM (με το οποίο ξεκίνησε η τακτική των αντεπιθέσεων με μακρινές μπαλιές) που στη συνέχεια υιοθετήθηκε από την Εθνική Αγγλίας και κυριάρχησε στο βρετανικό ποδόσφαιρο έστω και αν καμία ομάδα δεν μπορούσε να το παίξει τόσο καλά όσο η Άρσεναλ, ελλείψει των καταλλήλων παικτών. Αποτέλεσμα τούτου είναι να εξελιχθεί ο Τσάπμαν σε μια θρυλική πατριαρχική ποδοσφαιρική προσωπικότητα, ιδίως για το βρετανικό ποδόσφαιρο, αλλά και σε μια από τις μεγαλύτερες επιδραστικές προπονητικές μορφές στα παγκόσμια ποδοσφαιρικά χρονικά. Δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που έχει ασχοληθεί με την ιστορία της ποδοσφαιρικής προπονητικής και να μην τον γνωρίζει. 

Κάποιοι ιστορικοί αναλυτές πολλά χρόνια αργότερα ασχολήθηκαν με το φαινόμενο της Άρσεναλ της εποχής Τσάπμαν και χαρακτήρισαν την ομάδα ως την «απόλυτη έκφραση και ομαδική προσωποποίηση του ίδιου του 20ού αιώνα, δηλαδή μια ομάδα συναρπαστική και δημιουργική και ταυτόχρονα καταστροφική». 

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Τσάπμαν ήταν ότι προηγείτο πολύ και σε πολλά σημεία της εποχής του. Δεν του άρεσε το όμορφο, αλλά μόνο το αποτελεσματικό ποδόσφαιρο. Πίστευε ότι η αξία μιας ομάδας φαίνεται αποκλειστικά και μόνο από τη θέση της στον βαθμολογικό πίνακα. Συνήθιζε να λέει: «δεν είναι απαραίτητο να παίζουμε καλά, φτάνει να κερδίζουμε και να τιθασεύουμε τον ατομισμό μας χάριν του συνόλου». 

Ο Τσάπμαν ήταν καινοτόμος και οπαδός της εξέλιξης στο ποδόσφαιρο, ακόμη της επιστημονικής, αλλά και της επικοινωνιακής. Μια σειρά από πολύπλευρες μεγάλες και επαναστατικές καινοτομίες συνδέονται μαζί του κατά την εποχή που ήταν στην Άρσεναλ, με αποτέλεσμα να αποκληθεί και «Λε Κορμπυζιέ» του ποδοσφαίρου, σε παρομοίωση με τον διάσημο αρχιτέκτονα. 

Αυτός ήταν ο πρώτος που εισήγαγε και καθιέρωσε τους φυσιοθεραπευτές στο αγγλικό ποδόσφαιρο. Αυτός ήταν που πρώτος έριξε την ιδέα-πρόταση για καθιέρωση προβολέων στα βρετανικά γήπεδα και για διεξαγωγή βραδινών αγώνων. Αυτός ήταν που καθιέρωσε το περίφημο τεράστιο ρολόι στο Χάιμπουρι, το οποίο για αυτόν θεωρείτο κάτι σαν ένα σύμβολο της μηχανικής εξέλιξης-προόδου, η οποία θα κυριαρχούσε πάνω σε όλους. Χάρις στις δικές του προσπάθειες και εισηγήσεις ο σταθμός του Underground Tube της μπλε γραμμής, έξω από το Χάιμπουρι μετονομάστηκε σε Arsenal (Highbury Hill) και έτσι έγινε ο μοναδικός σταθμός του λονδρέζικου υπόγειου μετρό, που πήρε το όνομα μιας ποδοσφαιρικής ομάδας, γεγονός που αύξησε θεαματικά το κύρος της Άρσεναλ σε όλη τη χώρα και της πρόσθεσε δεκάδες χιλιάδες οπαδούς. Αυτός ήταν που επέβαλλε τα λευκά μανίκια στις φανέλες, καθώς πίστευε ότι το άσπρο χρώμα ήταν το πιο εύκολα αντιληπτό στη περιφερειακή όραση. Αυτός ήταν που, για παρόμοιο λόγο, επέβαλλε αριθμούς στις φανέλες της ομάδας, επειδή πίστευε ότι με τους μεγάλους αυτούς αριθμούς οι παίκτες της ομάδας του θα εύρισκαν καλύτερα και γρηγορότερα ο ένας τον άλλον. Αυτός ήταν που καθιέρωσε για πρώτη φορά την προπονητική διδασκαλία της Παρασκευής, ημέρας, κατά την οποία ο ίδιος συζητούσε και ανέλυε με τους παίκτες του σε πίνακα τόσο τον προηγούμενο αγώνα όσο και την τακτική για το επόμενο ματς. 

Όλα όσα προαναφέρω νομίζω ότι εντέλει άσκησαν μια μεγάλη γοητεία και δημιούργησαν μια έλξη στο ποδοσφαιρικό κοινό της Αγγλίας και δη του Λονδίνου, που λατρεύει τις ιστορικές αναδρομές και παραδόσεις, οι οποίες αναπαράγονται και διαιωνίζονται. Θεωρώ λοιπόν ότι η Άρσεναλ χρωστά πολλά στον Τσάπμαν και στον θρύλο που τον συνόδευσε. 

Το WM του Τσάπμαν κυριάρχησε για πολλά χρόνια, μέχρις ότου να το ανατρέψει, τη δεκαετία του 1950, η Ουγγαρία με το σύστημα 4-2-4. Το σύστημα ξεκίνησε από την ΜΤΚ Βουδαπέστης και τον προπονητή της Μάρτον Μπούκοβι. Στη συνέχεια υιοθετήθηκε από την Εθνική Ουγγαρίας, η οποία με το συγκεκριμένο στυλ παιχνιδιού συνέτριψε την Εθνική Αγγλίας. Το σύστημα του Μπούκοβι, του αναμορφωτή του Ολυμπιακού, κατατρόπωσε το σύστημα του Τσάπμαν της Άρσεναλ. Ελπίζουμε κάτι ανάλογο να επιτύχει και ο Μαρτίνς. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου