Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2018

Οι άγνωστοι και λησμονημένοι μπασκετμπολίστες-σκαπανείς του Ολυμπιακού

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι στο μπάσκετ υπάρχει ιστορικά πολύ μεγαλύτερο έλλειμμα πληροφοριών και στοιχείων σε σύγκριση με το ποδόσφαιρο. Ελάχιστοι είναι οι φίλαθλοι, που γνωρίζουν ή θυμούνται κάποιους παίκτες ή αγώνες των δεκαετιών 1960 (κυρίως) και 1970. Επιπλέον, οι πηγές πληροφόρησης είναι πολύ λίγες και πολύ φειδωλές. Αισθάνθηκα την ανάγκη να γράψω λίγα πράγματα για κάποιους του παρελθόντος που έβαλαν τις βάσεις, αλλά που είναι εντελώς άγνωστοι ή ξεχασμένοι σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Κάποιους για τους οποίους δεν υπάρχουν καθόλου ή υπάρχουν μόνο ελάχιστες αναφορές.



Του Θεολόγου Μιχαηλίδη

Θα ασχοληθώ κυρίως με την ομάδα της δεκαετίας του 1960 γιατί αυτή έφερε ξανά τον Ολυμπιακό στο προσκήνιο στον χώρο του μπάσκετ, αφού είχαμε υποβιβαστεί την περίοδο 1963/64. Θα κλείσω με κάποιους μεταγενέστερων δεκαετιών.

Ο Ολυμπιακός επανήλθε στην μεγάλη (Α΄ Εθνική) κατηγορία την περίοδο 1967/68, με προπονητή τον Ματθαίου, μαζί με τον Πανιώνιο, με τον οποίο κοντραρίστηκε γερά για το πρωτάθλημα της κατώτερης κατηγορίας, το οποίο τελικά κατακτήσαμε. Σημαντική συμβολή στην άνοδο είχε ο Αμερικανός Άλβιν Σπήρμαν που αποκαλείτο «παίκτης των αεροπλανοφόρων» αφού την εποχή εκείνη (που υπήρχε η αμερικανική βάση του Ελληνικού και ο αμερικανικός στόλος ήταν διαρκώς εδώ) υπηρετούσε τη θητεία του στη χώρα μας. Ο Ολυμπιακός εκμεταλλεύθηκε το κενό που υπήρχε λόγω απουσίας ρητής απαγόρευσης συμμετοχής ξένων παικτών στις κατώτερες κατηγορίες, κάτι που είχε προβλεφθεί μόνο για την Α΄ Εθνική Κατηγορία. Ο Σπήρμαν ήταν ένας καλός παίκτης, ο οποίος, με τη μαγεία που έβγαζε το μυθικό αμερικανικό μπάσκετ, φαινόταν καλύτερος από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα.

Φυσικά όταν ανέβηκε η ομάδα ο Σπήρμαν δεν μπορούσε να παίξει. Αλλά ο προπονητής Φαίδων Ματθαίου (του οποίου η εξουσία στην ομάδα ξεπερνούσε ακόμη και αυτή που είχε πολύ αργότερα ο Γιάννης Ιωαννίδης) είχε φροντίσει γι αυτό.

Είχε φτιάξει μια από τις πιο ξεκάθαρες «ομάδες του προπονητή», που αποτελούσε πρότυπο ομαδικότητας, μαχητικότητας και αυταπάρνησης. Η ομάδα αυτή είχε φέρει επανάσταση στο άθλημα στην Ελλάδα, αφού έπαιζε φοβερή άμυνα. Είχε σχεδόν εγκαταλείψει τις διάφορες «ζώνες», που χρησιμοποιούσαν οι πάντες και είχε υιοθετήσει την ασυνήθιστη τότε πίεση παίκτη προς παίκτη σε όλο το γήπεδο και μάλιστα επί πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε κάθε επαναφορά της μπάλας από τον αντίπαλο κάτω από καλάθι ή από τα πλάγια, οι παίκτες όχι απλώς πίεζαν, αλλά ήταν έτοιμοι να βουτήξουν για την μπάλα.

Με αυτόν τον τρόπο ο Ολυμπιακός προερχόμενος από κατώτερη κατηγορία με ένα κάθε άλλο παρά ποιοτικό έμψυχο δυναμικό κατάφερε να κάνει 11 συνεχόμενες νίκες για το πρωτάθλημα την περίοδο 1967/68, για να χάσει τελικά για πρώτη φορά το αήττητο την 12η αγωνιστική από το Παγκράτι με 61-59.

Ήταν φανερό ότι με τον τρόπο που έπαιζε ο Ολυμπιακός επεδίωκε να καλύψει τη σαφή έλλειψη ταλέντου στην ομάδα, καθώς οι μπασκετμπολίστες του είχαν περιορισμένες δυνατότητες, μικρότερες αντίστοιχων δυνατοτήτων πολλών παικτών μικρομεσαίων ομάδων της κατηγορίας. Ούτε λόγος βέβαια για σύγκριση με ΠΑΟ, ΑΕΚ που ήταν οι μεγάλες δυνάμεις στο μπάσκετ την εποχή εκείνη, ακολουθούμενες από τον Άρη. Αυτών των ομάδων οι παίκτες απείχαν παρασάγγας από τους δικούς μας σε προσόντα.

Άλλωστε, αυτό φαινόταν και από τις κλήσεις ή πολύ περισσότερο τις συμμετοχές παικτών του Ολυμπιακού στην Εθνική Ελλάδας, που κάθε άλλο παρά συχνές ήταν. Είναι χαρακτηριστικό πως μόνο 3 παίκτες του Ολυμπιακού από εκείνη την ομάδα (Μάκης Κατσαφάδος, Ράμμος και Σπανός) κατάφεραν να αγωνιστούν στην Εθνική Ελλάδας, κάτι που κι αυτό συνέβη πολύ λίγες φορές, με αποτέλεσμα οι συνολικές συμμετοχές και των τριών μαζί να είναι συνολικά ελάχιστες (μόνο 70).

Τις επόμενες χρονιές βέβαια τα προπονητικά συστήματα εμπλουτίσθηκαν, καθώς ο Ματθαίου δεν ησύχαζε ποτέ. Ο Ολυμπιακός μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970 σταθεροποιήθηκε στην πρώτη τετράδα ή πεντάδα του πρωταθλήματος και ήταν υπολογίσιμος, ικανός να νικήσει οποιονδήποτε αντίπαλο. Έκανε μεγάλες νίκες, ιδίως επί του ΠΑΟ, ο οποίος πρωταγωνιστούσε και τότε, παίρνοντας τα περισσότερα πρωταθλήματα.

Όμως ήταν σαφές ότι η ομάδα μολονότι είχε βελτιωθεί, είχε φτάσει το ταβάνι της, δεν μπορούσε να κάνει το παραπάνω βήμα και να διεκδικήσει τίτλο. Χρειαζόταν ενίσχυση με παίκτες κλάσης και αυτή ήλθε στη δεκαετία του 1970 κυρίως με τους ελληνοαμερικανούς του Γουλανδρή, αλλά και διάφορες ελληνικές μεταγραφές. Τότε η ομάδα κατέκτησε τίτλους, ακόμη και αήττητη, διακρίθηκε στην Ευρώπη και γοήτευσε με την απόδοση της.

Ορισμένοι από τους παίκτες της ομάδας της δεκαετίας του 1960 συνέχισαν να παίζουν στον Ολυμπιακό για αρκετά χρόνια ακόμη μέσα στη δεκαετία του 1970 και πλαισίωσαν κατά κανόνα ως συμπληρωματικοί τη μεγάλη ομάδα εκείνης της εποχής, αγωνιζόμενοι ως συμπαίκτες των ελληνοαμερικανών, με πολύ μικρότερη βέβαια συμμετοχή όσο πέρναγαν τα χρόνια. Άλλοι έφυγαν από τον Ολυμπιακό στα τέλη δεκαετίας του 1960 ή στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Ας πούμε λίγα λόγια για τους παίκτες αυτούς, γιατί δεν τους αξίζει η λήθη και η ανωνυμία. Ας μάθουμε ποιοι ήταν. Η σειρά που τους αναφέρω είναι εντελώς τυχαία:

Μάκης (Σολομών) Κατσαφάδος: Είναι από τους πλέον γνωστούς. Ο αποκαλούμενος και «Κολοκοτρώνης», λόγω του μουστακιού του, αλλά και του ηρωικού τρόπου παιχνιδιού του. Πρωτοξεκίνησε με την ομάδα πολύ μικρός και πολύ νωρίς, από την περίοδο 1960/61 και έμεινε σ’ αυτήν 15 χρόνια, μέχρι την περίοδο 1975. Ήταν ο ψηλός της ομάδας μολονότι δεν έφτανε τα δύο μέτρα. Έτσι ήταν τότε με τα ύψη των σέντερ-φορ της εποχής, που πλησίαζαν αλλά σπανίως ξεπερνούσαν τα δύο μέτρα. Ο Μάκης αποτέλεσε παράδειγμα ολυμπιακού φρονήματος και φανατισμού και συχνά ξέφευγε σε συμπεριφορά, αν και ήταν μορφωμένο άτομο, αφού ήταν καθηγητής φιλόλογος, με καλή θητεία στα σχολεία. Ήταν ο παίκτης της ομάδας με τις περισσότερες συμμετοχές στην Εθνική ανδρών (51). Στάθηκε η κολώνα της ομάδας στους ψηλούς, αν και δεν ήταν υψηλής κλάσης, ούτε ιδιαίτερα καλής τεχνικής κατάρτισης όσον αφορά κινήσεις, πιβοταρίσματα κ.λπ. Δεν κόλωνε όμως ποτέ. Συνέχισε να παίζει για κάποιο διάστημα και στην καλή δεκαετία του 1970. Είναι πεθερός του γνωστού δημοσιογράφου Γιάννη Φιλέρη.

Σταύρος Κατσαφάδος: Αδελφός του Μάκη. Ξεκίνησε να παίζει αργότερα από τον αδελφό του, την περίοδο 1963/64. Δυναμικός, ίσως και κάπως παραπάνω από το επιτρεπτό, στην άμυνα. Είχε καλό σουτάκι και ήταν κι αυτός παλικάρι. Αγωνιζόταν ως περιφερειακός, σε θέσεις περίπου 2-3. Βαμμένος Ολυμπιακός όπως και ο Μάκης.

Πολυκανδριώτης: Ο Πέτρος Πολυκανδριώτης, με το όχι και τόσο πυκνό μουστακάκι που συνήθως άφηνε, προερχόταν από παλιότερα χρόνια και δεν έκατσε πολύ στη συγκεκριμένη ομάδα. Δεν έμπαινε για να σκοράρει. Το ατού του ήταν η άμυνα, όπου αναλάμβανε ειδικές δύσκολες αποστολές εξουδετέρωσης των καλών σκόρερ των άλλων ομάδων. Περιφερειακός κι αυτός.

Παπανάγνος: «Βρωμόχερο», που είχε συμβάλλει αρκετά σε πολλές νίκες της ομάδας ο Θανάσης Παπανάγνος. Στην ημέρα του ήταν δεινός σκόρερ. Κατά τα άλλα όχι τίποτε το ιδιαίτερο. Άλλοτε ήταν πρώτη αλλαγή και άλλοτε ξεκίναγε ως βασικός. Προερχόταν από τη ΧΑ Νικαίας και ήλθε στον Ολυμπιακό όταν η ομάδα ανέβηκε κατηγορία (1967) μαζί με τον Στέλιο Αμερικάνο. Περιφερειακός. Ήταν κάτι μεταξύ 2 (κυρίως) και 3 της εποχής. Δεν έπαιξε ποτέ στην Εθνική γιατί υπήρχαν τότε άλλοι, ακόμη καλύτεροι σουτέρ.

Παπαϊωσήφ: Ο Γιάννης Παπαϊωσήφ είναι ο παίκτης, που δεν θα ξεχάσω ποτέ, αφού έχασε το τελευταίο σουτ στο τελευταίο δευτερόλεπτο, κάτω από το καλάθι του ΠΑΟ, όταν βρέθηκε σχεδόν μόνος του (μετά από απροσδόκητο κλέψιμο της μπάλας που κάναμε) στον αγώνα του Φεβρουαρίου 1971 στο Στάδιο. Έτσι χάσαμε 84-83. Ήταν μόνιμος παγκίτης με ολιγόλεπτες συμμετοχές. Ήταν πιο πολύ γνωστός για την σχέση του με τη θεωρούμενη ως καλύτερη μπασκετμπολίστρια της εποχής στην Ελλάδα την Μαριάνα Σωίτου του Πειραϊκού, την αποκαλούμενη και «Ρουμάνα». Αγωνίστηκε και στον Πανιώνιο. Έπαιζε κάτι μεταξύ 2 και 3.

Ράμμος: Είχε το ρεκόρ συνεχούς παρουσίας στην ομάδα. Ξεκίνησε το 1964 και αποχώρησε την περίοδο 1979/80, δηλαδή αγωνίστηκε στον Ολυμπιακό επί 16 έτη (!) με πολύ μικρότερες βέβαια χρονικά συμμετοχές όσο πέρναγαν τα χρόνια. Βασικός και σημαντικός παίκτης για τον Ολυμπιακό για μεγάλο διάστημα, με εξαιρετικό σουτ από μέση απόσταση, αλλά και με έφεση σε λάθη («βήματα») καθώς και τεχνικές αδυναμίες. Ο Θανάσης Ράμμος πρόσφερε πάρα πολλά. Αγωνίστηκε 3 φορές στην Εθνική Ανδρών. Θα μπορούσε να τον κατατάξει κανείς, κυρίως λόγω ύψους και σουτ, στους περίπου φόργουορντ (κάτι μεταξύ 3 και 4) αν και η ικανότητά του με την μπάλα δεν ήταν σπουδαία.

Σπανός: Επίσης βασικός παίκτης της ομάδας και από τους κύριους σκόρερ της, είτε με μακρινό --αλλά στατικό-- σουτ, είτε με κάποια περίεργα, σχετικά αργά, αλλά μυαλωμένα μπασίματα. Ο Τόλης Σπανός που αγωνίστηκε κι αυτός πολλά χρόνια (13) στον Ολυμπιακό από το 1967 μέχρι το 1980 (ήρθε με μεταγραφή από την ΧΑ Νικαίας -- τριπλό πακέτο μαζί με Παπανάγνο και Αμερικάνο), έπαιζε με μυαλό, καθώς υστερούσε σε αθλητικά προσόντα. Πρόσφερε για πολλά χρόνια στην ομάδα, στην οποία ήταν απόλυτα αφοσιωμένος ο ίδιος, αλλά και ο αδελφός του Τζίμης από διοικητικό πόστο, όπως και όλη εν γένει η οικογένεια. Αγωνίστηκε 16 φορές με την Εθνική ανδρών και είναι ο δεύτερος σε διεθνείς συμμετοχές από εκείνη την ομάδα. Έπαιζε με την ίδια επιτυχία στις θέσεις 1 και 2 (ως πλεϊμέικερ και σούτινγκ γκαρντ) της εποχής.

Ευστρατίου: Ο Μανώλης Ευστρατίου υπήρξε μια ιδιαίτερη περίπτωση. Έπαιξε στον Ολυμπιακό 9 χρόνια, από το 1966 ως το 1975. Ένας πραγματικός ζογκλέρ και αρτίστας, που μπορούσε να κάνει απίθανα πράγματα, κυρίως με μπασίματα, αφού είχε μέτριο σουτ. Του άρεσε να εντυπωσιάζει το κοινό, να προσφέρει θέαμα, να κλέβει μπάλες και να γελοιοποιεί τον αντίπαλο με ντρίμπλες. Η νοοτροπία αυτή τον οδηγούσε σε επιπόλαια λάθη και προκαλούσε συχνά τις επικρίσεις του Ματθαίου, ο οποίος κάποτε τον είχε αλλάξει εκνευρισμένος, λέγοντας του: «Μαύρε, έλα έξω σε περιμένει η καρύδα σου»! Κι αυτό γιατί ο Μανώλης είχε σκούρα και κάπως εξωτική εμφάνιση. Αγωνιζόταν στις θέσεις 1 και 2 (πιο πολύ). Κλήθηκε αρκετές φορές στην Εθνική Ανδρών, αλλά ποτέ δεν αγωνίστηκε, γιατί ο ανταγωνισμός ήταν μεγάλος. Έτσι περιορίστηκε σε διεθνείς συμμετοχές μόνο με την Εθνική Νέων. Αλησμόνητη θα μου μείνει προσωπικά η εμφάνισή του στις 18.3.1970 όταν έκανε ό,τι ήθελε στο Καλλιμάρμαρο και μας οδήγησε σε μεγάλη νίκη επί του ΠΑΟ με 78-74. Δυστυχώς τόσο ο Ευστρατίου όσο και ο Σπανός δεν βρίσκονται πια στη ζωή.

Καλούδης: Ο Μάρκος Καλούδης με το ξανθωπό και όχι ιδιαίτερα πλούσιο μαλλί, ήταν απομεινάρι της γενιάς των Σπανουδάκηδων, οπότε και είχε διακριθεί σχετικά. Ήταν μάλιστα στην ομάδα που είχε στεφθεί πρωταθλήτρια το 1960. Ο Μάρκος συγκαταλεγόταν στους «ψηλούς» της ομάδας, Στην ομάδα για την οποία μιλάμε δεν υπήρξε βασικός και σταμάτησε γρήγορα.

Αμερικάνος: Ο Στέλιος Αμερικάνος ήταν αδελφός του μεγάλου άσσου της ΑΕΚ Γιώργου και ήρθε ως μεταγραφή από την ΧΑ Νικαίας όταν ανέβηκε η ομάδα (1967). Όταν τον έβλεπες δεν πίστευες ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν μπασκετμπολίστας. Με πολλά περιττά κιλά και κοιλιές, που δυσκόλευαν τις κινήσεις του, με αποτέλεσμα αντί να προσπαθεί να διεισδύει, όπως επέβαλλε η θέση του, να παλεύει για ριμπάουντ λόγω εκτοπίσματος (δεν είναι τυχαίο ότι το παρατσούκλι του ήταν «Μπαλού»). Παρ' όλα αυτά, στον αγώνα τα έδινε όλα και ήταν καλός στις βολές κάτι που δεν είναι σύνηθες σε αθλητές ταμπεραμέντου. Πρόσφερε περισσότερα από ότι θα περίμενε κανείς, αλλά ποτέ δεν υπήρξε σπουδαίος παίκτης. Ιεροσυλία ακόμη και η παραμικρή απόπειρα σύγκρισης του με τον Γιώργο Αμερικάνο. Ο ίδιος πάντως φορούσε στον Ολυμπιακό τον αριθμό 10 στη φανέλα, όπως ακριβώς και ο αδελφός του στην ΑΕΚ. Έπαιζε και στην ίδια θέση (2) με τον αδελφό του, τον οποίο προσπαθούσε να μιμηθεί σε όλα. Η θέση αυτή αντίστοιχη (στο περίπου) του σημερινού σούτινγκ γκαρντ λεγόταν τότε στην γλώσσα του μπάσκετ εποχής «ελ»

Γκαβάς-Ψύλλας: Ο Ηλίας Γκαβάς, που προερχόταν και αυτός από το Παγκράτι, και ο Δημήτρης Ψύλλας, που συμπλήρωνε τους ψηλούς της ομάδας, ήταν παίκτες του πάγκου, με μικρή συμμετοχή στους αγώνες. Παρ' όλα αυτά, είχαν αγωνιστεί στην Εθνική Εφήβων κάτι που άλλοι από τους προαναφερόμενους συμπαίκτες τους, που έπαιξαν πολύ περισσότερο, δεν το είχαν καταφέρει.

Συμεωνίδης: Ο Δημήτρης Συμεωνίδης αγωνίστηκε για λίγο στη συγκεκριμένη ομάδα. Δεν ήταν βασικός. Βορειοελλαδίτης, πρώτος εξάδελφος του γνωστού παλιού διαιτητή και νυν επικεφαλής της ΚΕΔ. Αγωνίστηκε και στην ΑΕΚ και σε ομάδες της Θεσσαλονίκης.

Αυτοί λοιπόν οι κατά πολλούς «λίγοι», πλην όμως πολύ φιλότιμοι και μαχητές έθεσαν τις βάσεις της επιστροφής στο προσκήνιο και ανοικοδόμησης του μπάσκετ του Ολυμπιακού.

Για την ομάδα του 1970 δεν θα γράψω πολλά, γιατί γι' αυτήν υπάρχουν πολύ περισσότερα στοιχεία. Απλώς να αναφέρω ότι ο πρώτος ελληνοαμερικανός που αφίχθηκε ήταν ο Τζακ Μαχαίρας, ένας καλλιτέχνης του αθλήματος, που ήξερε πολύ μπάσκετ, αλλά δεν είχε ιδιαίτερα ψυχικά χαρίσματα. Στη συνέχεια, ακολούθησε το βαρύ πυροβολικό των ελληνοαμερικανών. Οι παικταράδες Γιατζόγλου και Καστρινάκης είναι γνωστοί και πολλά έχουν γραφεί και λεχθεί γι αυτούς.

Περισσότερα θα έπρεπε να έχουν γραφτεί για τον Διάκουλα, με τα χέρια πιθήκου και τη φοβερή ικανότητα να κόβει ταχύτατα την κατάλληλη στιγμή μέσα στη ρακέτα, ξεφεύγοντας από την επιτήρηση του αντιπάλου, να παίρνει την μπάλα (κυρίως από πάσες ασίστ του Μελίνι) και να σκοράρει αστραπιαία. Σπανίως τον θυμάμαι να σουτάρει εξαιρουμένων των βολών. Όσο για τον Μελίνι αυτός είναι ο πιο αδικημένος από πλευράς αναγνώρισης. Ήταν ένα αληθινό κομπιούτερ, ένας απόλυτα ψύχραιμος και εγκεφαλικός πλεϊμέικερ, με τεράστια γνώση του αθλήματος. Η δική του αποχώρηση, που ήταν η πρώτη, αποτέλεσε ουσιαστικά και το μεγαλύτερο πλήγμα. Μόνο του ελάττωμα ίσως το σουτ του, που μάλλον ήθελε κάποια βελτίωση και λίγο περισσότερη ταχύτητα στην εκτέλεση. Ήταν επίσης σπουδαίος αμυντικός Ήταν ο πρώτος που «έσβησε»-«τάπωσε» τον Γκάλη, ερχόμενος από πλάγια και πίσω, έχοντας καταλάβει την κίνησή του.

Δυο λόγια για τις ελληνικές μεταγραφές της ομάδας, που ήταν σημαντικές αν σκεφτεί κανείς τους χουντικούς περιορισμούς της εποχής. Αυτές έγιναν κατά τη δεκαετία του 1970. Κάποιοι από τους παίκτες που αποκτήθηκαν συνέχισαν και τη δεκαετία του 1980. Ήταν όλοι τους μεγάλα και καταξιωμένα ονόματα του ελληνικού μπάσκετ, με πολλές διεθνείς συμμετοχές όπως οι εξαιρετικοί Σισμανίδης και ο Ραφτόπουλος από το Παγκράτι, ο σκόρερ Τσάνταλης από τον Πανελλήνιο, ο μεγάλος σουτέρ Γιώργος Μπαρλάς από τον Σπόρτινγκ, ο χαρισματικός και ιπτάμενος Ιορδανίδης από τον ΠΑΟ. Από αυτούς μόνο ο Τσάνταλης δεν πρόσφερε τα αναμενόμενα. Τη μεγαλύτερη προσφορά είχαν οι Σισμανίδης και Μπαρλάς, που χρημάτισε και προπονητής της ομάδας. Ο Σισμανίδης ήταν γνωστός Ολυμπιακός, αφού περισσότερες φορές τον έβλεπες ως θεατή στο Καραϊσκάκη στο ποδόσφαιρο σε αγώνες του Θρύλου, παρά στα γήπεδα του μπάσκετ. Αλλά και οι Ιορδανίδης και Ραφτόπουλος απέδωσαν καλά, πλην όμως είχαν την ατυχία η απόδοσή τους να μη συνδυαστεί με κατάκτηση πολλών τίτλων, αφού τη δεκαετία του 1980 ξεκίνησε μεγάλη πτώση της ομάδας.

Την ακμή διαδέχθηκαν τα πέτρινα χρόνια, που ήταν πολλά. Οι Καμπούρης, Μανιάτης, που ήταν μορφές της ομάδας, ο εξαιρετικά τεχνίτης για το ύψος του Παπαδάκος, ο αριστερόχειρας Αγγέλου, ο Ελληνιάδης που διέθετε το καλύτερο τζαμπ-σουτ από τους Έλληνες, μαζί με τον Κορωναίο, προσπάθησαν να κρατήσουν τον Ολυμπιακό σε κάποιο υποτυπώδες επίπεδο, μακριά από διασυρμούς.

Για να έλθει η θριαμβευτική δεκαετία του 1990. Οι ελληνοαμερικανοί του Γουλανδρή αντικαταστάθηκαν όχι μόνο επάξια, αλλά και ακόμη καλύτερα από τους νεαρούς πρώην Ελληνογιουγκοσλάβους Τάρλατς, Τόμιτς, Νάκιτς.

Θα ήταν παράλειψή μου αν δεν αναφερθώ, με την ευκαιρία που μου δίνεται, και σε κάποιο ξένο, που ξεχωρίζω στον Ολυμπιακό. Δεν θα μιλήσω για τους γνωστούς, γι αυτούς, που όλοι περιμένετε, όπως ο Πάσπαλι και ο Ρίβερς, αλλά για τον εκπληκτικό Γούολτερ Μπέρι, ο οποίος δύο πρωταθλήματα κέρδισε στη ζωή του και τα δύο με τον Ολυμπιακό (1993 και 1996). Αυτό και μόνο το τελευταίο, δηλαδή ότι ο Ολυμπιακός έκανε την εξαίρεση, αυτό που ποτέ δεν έχει κάνει: να ξαναπάρει το 1996 ξένο παίκτη που είχε φύγει πριν από τρία χρόνια, αποδεικνύει την ασυνήθιστη αξία του Μπέρι, που κανείς δεν μπορούσε να τον σταματήσει να σκοράρει.

Βέβαια από τον Ολυμπιακό είχε περάσει προηγουμένως την περίοδο 1972/73 ένας τρομερός Αμερικανός παίκτης ο Τσάρλι Γιέλβερτον, που δεν μπόρεσε να κάνει καριέρα στις ΗΠΑ, επειδή το 1972 αρνήθηκε να εγερθεί στον αμερικανικό εθνικό ύμνο, διαμαρτυρόμενος για τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Δυστυχώς η σπουδαία αξία και απόδοσή του δεν έφτασαν για να μας οδηγήσουν στην μεγάλη επιτυχία.

Από τα δικά μας παιδιά πρότυπο που δεν έχει αναγνωριστεί όσο θα έπρεπε η αξία του είναι ο Βασίλης Σούλης. Βέβαια κανονικά θα έπρεπε να ήταν πρώτος μακράν και ασυζητητί ο Σιγάλας, ο οποίος από παιδί ήταν στην ομάδα, ήταν πολύ καλός παίκτης πρόσφερε πάρα πολλά, ενώ πήρε και πολλούς τίτλους, αλλά εκείνη η δήλωση του «στο μπάσκετ είμαι Ολυμπιακός και στο ποδόσφαιρο ΑΕΚ» δύσκολα χωνεύεται.

* * *

Υστερόγραφο με αφορμή προηγούμενο μπασκετικό άρθρο: Δεν διαφωνώ με τον Λευτέρη και τις πάντοτε πολύ αξιόλογες παρατηρήσεις και σχόλια που κάνει όσον αφορά τον αγώνα της Λεωφόρου ΠΑΟ-ΤΣΚΚΑ του «αιωνίου δευτερολέπτου», γιατί όντως δεν αποκλείεται κενό πληροφόρησης, καθώς εμπιστεύτηκα και μετέφερα (στα περί Κλεφτάκη ή Κλεπτάκη κ.λπ.) τις πληροφορίες του Σκουντή, και όχι τις δικές μου εμπειρίες, αφού δεν ήμουν στο γήπεδο. Εκεί που εγγυώμαι ακρίβεια είναι σε ό,τι έχει σχέση με Ολυμπιακό ή σε ότι έχω παρακολουθήσει με τα ίδια μου τα μάτια.

Ήμουν όμως μέσα στο Καλλιμάρμαρο το 1969 στον επίμαχο αγώνα ΠΑΟ-Φιντές και είχα προσωπική εμπειρία. Και παρεμπιπτόντως μπορώ να σας πω ότι ο Καρύδας έγραψε ένα σωρό ανακρίβειες για τον αγώνα αυτόν στο Τρίποντο και έτσι αναγκάστηκα να τους πάρω τηλέφωνο για να διορθώσουν τα λάθη τους. Το γεγονός αυτό μάλιστα ενισχύει ακόμη περισσότερο την πιθανότητα να έχει δίκιο ο Λευτέρης στις παρατηρήσεις του. Όπως έγραψε άλλα αντί άλλων ο Καρύδας έτσι μπορεί να έγραψε άλλα αντί άλλων και να με παρέσυρε ο Σκουντής.

Η αλήθεια είναι ότι οι Ιταλοί και δη οι Ναπολιτάνοι δεν ήταν και δεν είναι άγιοι. Έτσι στον πρώτο αγώνα στην Ιταλία, είχαν χαλάσει το χρονόμετρο στα τελευταία λεπτά του β΄ ημιχρόνου και παίχτηκε περισσότερος χρόνος, για να πάρουν μεγαλύτερη διαφορά. Έτσι νίκησαν 98-61, δηλαδή 37 πόντους διαφορά .Θα μου πείτε καλύπτεται τέτοιο διαφορά; Εκείνη την εποχή ναι ! όπως αποδείχθηκε.


Στη ρεβάνς στο Στάδιο ο ΠΑΟ σε ένα βρεγμένο (από προηγηθείσα βροχή, μη πάει αλλού ο νους σας) γήπεδο (γεγονός πρωτοφανές για τη Φιντές που έπαιζε πάντα σε κλειστές σάλες) αλλά στο οποίο, ομολογουμένως, αναπηδούσε η μπάλα και μπορούσε να παιχτεί μπάσκετ έγιναν όλα αυτά, που καταθέτει με ακρίβεια ο Λευτέρης.
 
Δεν υπήρχε εξαρχής καθόλου χρονόμετρο και ηλεκτρονικός πίνακας για σκορ. Έγιναν όργια με τα διπλά φύλλα αγώνα. Το σκορ ανακοινωνόταν στους φιλάθλους από τα μεγάφωνα και ήταν φυσικά ψευδές. Ξέρετε ποιος το ανακοίνωνε, μαζί με παροτρύνσεις του τύπου «όλοι μαζί να πάρουμε την πρόκριση»; Ο μέγας βάζελος και στιχουργός του ύμνου του ΠΑΟ χουντικός παρουσιαστής και καλλιτέχνης Γιώργος Οικονομίδης, πασίγνωστη βεντέτα της εποχής.
 
Η πλειοψηφία των θεατών ήξερε το τι θα επιχειρηθεί να γίνει εκείνο το βράδυ, προκειμένου να πάρει ο ΠΑΟ την πρόκριση. Έτσι όλοι μετράγαμε εξαρχής τα καλάθια και κρατάγαμε σκορ. Στο ημίχρονο στην πραγματικότητα το σκορ ήταν 39-17 υπέρ του ΠΑΟ, δηλαδή ο ΠΑΟ είχε καλύψει τους 22 από τους 38 πόντους διαφορά που χρειαζόταν. Όμως στο φύλλο αγώνα εμφανίστηκε, και από τα μεγάφωνα ανακοινώθηκε ενθουσιωδώς, ότι ο ΠΑΟ προηγείτο με 51-16, δηλαδή με 35 πόντους διαφορά (!). Όταν οι Ιταλοί βεβαιώθηκαν για το τι γίνεται αντέδρασαν έντονα, αλλά κατάλαβαν ότι δεν είχαν ελπίδα πρόκρισης. Θα αποκλείονταν με το ζόρι, ό,τι και να έκαναν. Έτσι προτίμησαν να αποχωρήσουν επιδεικτικά και να μηδενιστούν. Με τον τρόπο αυτό προκρίθηκε ο ΠΑΟ.

Πάντως ο ΠΑΟ κυριάρχησε στο ημίχρονο που είχε γίνει και έδειξε ικανός να πάρει την διαφορά που ήθελε, χωρίς κλεψιές και αλλοιώσεις του σκορ. Αλλά δεν θέλησε να το αφήσει στην τύχη.
 
Εκείνο που σκεπτόμουν όταν έφευγα από το Στάδιο ήταν οι εμπειρίες που θα είχε ο «πολύς» Ιταλός διεθνής παίκτης Μπουφαλίνι, που ήλθε δύο φορές στο Στάδιο και γνώρισε απίθανους αποκλεισμούς: τον πρώτο με την Ίνις Βαρέζε από την ΑΕΚ με 72-52 (στο πρώτο παιχνίδι η Ίνις είχε κερδίσει με 78-60). Σημειωτέον ότι το παιχνίδι ΑΕΚ-Ίνις (1968) αποκλήθηκε «το ματς των φωτογραφικών φλας», αφού εκατοντάδες «φωτογράφοι» προσπαθούσαν να τυφλώσουν τους Ιταλούς όταν έκαναν σουτ. Και τον δεύτερο αποκλεισμό με τη Φιντές από τον ΠΑΟ, με τον τρόπο που περιγράψαμε

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου