Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2021

Ολυμπιακός – ΠΑΟΚ 2-1

Ο Ολυμπιακός, με ένα τέταρτο καλής εμφάνισης και πίεσης, πήρε τη νίκη, απέναντι σε έναν μετριότατο αντίπαλο.






Του Dr. Jekyll

Θα μπορούσε κανείς να ξεκινήσει αναφέροντας ότι και οι δύο ομάδες δεν φαίνεται να βρίσκονται σε καλό φεγγάρι. 'Η να σταθεί στην καταπληκτική, και καθοριστική, εμφάνιση του Αγκιμπού Καμαρά. Ή, ακόμα, στην πολύ ενθαρρυντική πρώτη (το τέταρτο με ΠΑΣ δεν πιάνεται) εμφάνιση του Ροντρίγκεζ. Όλα αυτά, όμως, θα είναι παραπλανητικά, σε σχέση με τη φάση που κρίνει τον αγώνα και δικαίως έκανε τα πληκτρολόγια του Βορρά να βροντήξουν: μετά το σκάνδαλο με τον Κούδα (και δεν αναφέρομαι στον άβολο όγκο της προτομής και τα προεξέχοντα αυτιά), το αίσχος με το ακυρωθέν γκολ-σερβίς του Τάκολα, ήρθε χθες και η σφαγιαστική απόφαση του διαιτητού να αρνηθεί μπέναλτι στον ΠΑΟΚ στη φάση, στα τελειώματα του αγώνα, που βρίσκει την μπάλα με το χέρι ο Σβαμπ (το γεγονός ότι είναι παίκτης του ΠΑΟΚ αυτός που κάνει χέρι, δεν πρέπει να μας αποπροσανατολίζει: έγινε χέρι στην περιοχή, αφού).

Στα πιο σοβαρά: όντως και οι δύο ομάδες δεν βρέθηκαν σε καλή ημέρα, αλλά η κακή ημέρα του Ολυμπιακού ήταν πολύ καλύτερη από την κακή ημέρα του ΠΑΟΚ. Όντως ο Αγκιμπού Καμαρά έκανε εξαιρετική εμφάνιση (και ας μπορούσε να είχε δώσει πάσα στο πρώτο γκολ). Όντως ο Ροντρίγκεζ επέτρεψε να θυμηθούμε πώς είναι να έχεις έναν πλάγιο μέσο που (μπορεί να) παίζει στη γραμμή, να έχει ντρίμπλα και, το βασικότερο, να προσθέτει πλάτος στην ανάπτυξη.

Υπόθεση: ένα καλό ημίχρονο για τον Ολυμπιακό (περίπου δεκαπέντε λεπτά για την ακρίβεια), με δύο γκολ, δύο δοκάρια (έστω στην ίδια φάση), δύο καλά σουτ και μία ακόμα αναμπουμπούλα. Ένα καλό ημίχρονο για τον ΠΑΟΚ με ένα γκολ και ένα δοκάρι (στο δεύτερο ημίχρονο είχε και ο Ολυμπιακός δοκάρι, καθώς και δύο καλές φάσεις με τον Τικίνιο -- στην πρώτη δεν πλασάρει ποτέ, και στη δεύτερη παίρνει μια αναιμική και εντελώς άστοχη κεφαλιά, σε συστημένη σέντρα του Λαλά). Πραγματικότητα: ο Ολυμπιακός, χωρίς να εντυπωσιάσει, ήταν ξεκάθαρα ανώτερος του ΠΑΟΚ και πήρε δίκαια τη νίκη (στην Πραγματικότητα Παράλληλου Σύμπαντος Πλανήτη ΠΑΟΚ είχαν από ένα ημίχρονο οι δύο ομάδες, και πλησίασε το Χ ο ΠΑΟΚ).

Επίσης: και οι δύο ομάδες είχαν πρόβλημα διαχείρισης δυνάμεων και αδυνατούσαν να βγάλουν ένταση, αφού έπαιξαν παιχνίδι την Πέμπτη στην Ευρώπη. Λίγο πιο ρεαλιστικά, όμως: ο ΠΑΟΚ έπαιζε με την Κοπεγχάγη, η οποία αγωνιζόταν με 10 παίκτες από το 8΄ και νικούσε με 0-2 στο 15΄. Ο Ολυμπιακός έπαιζε με γερμανική ομάδα, την Άιντραχτ, και (με δεδομένο ότι έκανε κακή εμφάνιση) κυνηγούσε το σκορ σε όλο τον αγώνα (αν και οι αλλαγές του Μαρτίνς, έδειχναν ότι και αυτός προσπάθησε να κάνει μια σχετική συντήρηση ενόψει του ΠΑΟΚ).

Μου είναι λίγο δύσκολο να γράψω πολλά για τους παίκτες μας, καθώς θεωρώ πως οι περισσότεροι είχαν καλή εικόνα (σε σχέση με τη φετινή τους χρονιά), αλλά κακή σε σχέση με όσα έχουμε δει ότι μπορούν να προσφέρουν. Λίγο πιο αναλυτικά: ο Βαντσλίκ δεν χρειάστηκε ιδιαίτερα. Ο Ρέαμπτσιουκ συνεχίζει να έχει θετική παρουσία, με τα τρεξίματά του, συνεχίζει, όμως, να θέλουμε λίγα περισσότερα από το φουλ μπακ (και καλό θα ήταν να πάρει και αυτός λίγες ανάσες -- να δούμε και τον Καρμπόβνικ στη «σωστή» του θέση). Καλός για Σισέ ο Σισέ, ενώ μια ακόμα αλάνθαστη εμφάνιση (μετά την Γερμανία) για τον Σωκράτη. Ανεβασμένος και ο Λαλά (ανεβασμένος, όμως, ήταν και με τον ΠΑΣ και μετά ήρθε η πολύ κακή εμφάνιση με την Άιντραχτ -- σχετικό: αλλιώς βγήκαν οι επιθέσεις με έναν παίκτη σαν τον Ροντρίγκεζ μπροστά του, αν και σε αυτό έπαιξε ρόλο και οι ανύπαρκτες βοήθειες του Μπίσεσβαρ στον αμυντικό).

Καλοί, σε σχέση με τις φετινές τους εμφανίσεις, και οι Εμβιλά και Καμαρά, με περισσότερες αντοχές και μεγαλύτερη προσφορά σε άμυνα και επίθεση. Μια ακόμα καλή εμφάνιση για Μασούρα, ο οποίος δείχνει να περνά την πιο αποτελεσματική και ώριμη φάση της καριέρας του (παρότι δεν δείχνει να έχει τις δυνάμεις για να τρέχει και να πιέζει ασταμάτητα). Με καλές, αλλά και κακές (και, κυρίως στις μεταβιβάσεις) στιγμές ο Ελ Αραμπί, οποίος έχασε τεράστια ευκαιρία για να καθαρίσει το παιχνίδι στην φάση με τα δύο δοκάρια (και είναι να απορείς πώς ο Πασχαλίτσας, που συνήθως είναι η ταφόπλακα στις ελπίδες για διάκριση του ΠΑΟΚ, με εμάς μεταμορφώνεται σε Γιασίν...). Και χωρίς να υπάρχουν απαιτήσεις, ο Ελ Αραμπί χρεώνεται και το αμυντικό λάθος να είναι ο μόνος που, με βήματα πίσω, καλύπτει τους επιθετικούς του ΠΑΟΚ, ώστε να μη βγουν οφσάιντ, στη φάση με το δοκάρι.

Κατά τ' άλλα: οι περισσότερες αλλαγές παικτών δεν βοήθησαν. Ο Ονιεκουρού εξακολουθεί να κινείται στα (πολύ) ρηχά και, σίγουρα, με την αποχώρηση του Ροντρίγκεζ η ομάδα έχασε πολύ από την ανάπτυξή της. Εξακολουθεί, όμως, να τρέχει και να είναι τακτικά σωστός, και να μας κάνει να γελάμε με τις επιλογές των μαλλιών του. Δεν βάζω το χέρι μου στη φωτιά ότι πρέπει να έχει προτεραιότητα σε σχέση με τον Βρουσάι, αλλά εξακολουθώ να ελπίζω ότι μπορεί να προσφέρει πολλά. Ο Μπουχαλάκης θέλει ανάσες και αυτό είναι εμφανές: χωρίς αντοχές και τρεξίματα, εκτός από το ότι είναι επιρρεπής σε λάθη και δεν βοηθάει ανασταλτικά, δεν έχει ούτε το καθαρό μυαλό για να προσφέρει στην ανάπτυξη -- και δεν βρίσκω τον λόγο για να παίρνει συνέχεια συμμετοχές, όταν είναι φανερό ότι χρειάζεται ξεκούραση. Ο Τικίνιο δεν μπορεί (και δεν έχει τα χαρακτηριστικά για να μπορέσει στο μέλλον) να προσφέρει όσα προσφέρει ο Ελ Αραμπί (και, προφανώς, δεν αναφέρομαι μόνο στο αν πετυχαίνει γκολ --στο χθεσινό παιχνίδι πρόλαβε να έχει δύο κακά τελειώματα-- αλλά στη συνολική προσφορά). Λίγα πράγματα από Κούντε και --κάπως περισσότερα-- στα ελάχιστα λεπτά συμμετοχής του Βρουσάι.

Ολοκληρώνοντας με το «ντέρμπι»: ο αγώνας έγινε κεκλεισμένων των θυρών, με μια απόφαση που θα ζήλευε και ο Καπετάνιος. Η πρώτη φορά που κλείνει γήπεδο λόγω καπνογόνων, που κανένα δεν έπεσε στον αγωνιστικό χώρο, είναι και αυτό ένα σημάδι ότι η εξυγίανση συνεχίζει απτόητη την πορεία της, παρά τα συζυγικά ποντιακά καυγαδάκια που, διαβάζουμε, έχουν προκύψει.  

Στο γενικότερο: Είμαστε λίγο πριν το τέλος του Οκτώβρη (με το πρώτο επίσημο παιχνίδι στις 21 Ιουλίου) και έχουμε δώσει, συνολικά, 16 επίσημα παιχνίδια (7 πρωταθλήματος και 9 στην Ευρώπη). Από αυτά, ξεχωρίζει η --όντως, σπουδαία-- νίκη με την Φενέρ (30/10, 0-3), το ξεκούραστο εκτός έδρας παιχνίδι με τη Νεφτσί (28/7, 0-1) και οι άνετες νίκες με Σλόβαν (19/8, 3-0) και Απόλλωνα (22/9, 4-1). Από εκεί και πέρα, οι μέτριες εμφανίσεις είναι ο κανόνας (ακόμα και σε σημαντικές, βαθμολογικά, νίκες, όπως αυτή με την Άντβερπ και τα εκτός έδρας παιχνίδια με Λαμία, Αστέρα και ΠΑΣ). Για την ακρίβεια, η φετινή χρονιά είναι από τις ελάχιστες που έχουμε δει αντιπάλους στο ελληνικό πρωτάθλημα να έχουν, κυριολεκτικά και στατιστικά, καλύτερη εικόνα στο γήπεδο.

Στα μάτια μου το σημαντικότερο πρόβλημα είναι ότι η ομάδα δεν μπορεί να βγάλει ένταση (μόνο για μικρά χρονικά διαστήματα, και αυτό όχι πάντα): ο Ολυμπιακός φέτος φαίνεται να βγάζει φέτος περισσότερη κούραση από πέρσι (και μιλάμε για τα δύο --σχεδόν-- σερί χρόνια αγωνιστικών υποχρεώσεων). Για κάποιους παίκτες είναι και ζήτημα ηλικίας, αλλά για άλλους είναι φανερό πως ευθύνονται τα ατελείωτα συνεχόμενα παιχνίδια (και αυτό αφορά και σε αγώνες και ταξίδια με τις εθνικές ομάδες). Δεν είμαι βέβαιος πως η ομάδα δεν το περίμενε αυτό: οι καλές (σε βιογραφικό) μεταγραφές που έγιναν (όχι μόνο για τους παίκτες που θέλουν ανάσες, αλλά και για την ομάδα που θα αδειάσει με το Κόπα Άφρικα τον Γενάρη) δείχνουν ότι το πρόβλημα είχε εντοπιστεί. Έτσι, περνάμε στο δεύτερο πρόβλημα:

Για δεύτερη χρονιά, ο Ολυμπιακός δεν φαίνεται να παίρνει πράγματα από τις σημαντικές μεταγραφές. Ο παικτΡόνι Λόπεζ όσο έχει παίξει είναι σαν πρώην ποδοσφαιριστής (εξαίρεση δύο ενέργειες με την Άιντραχτ). Ο φιλότιμος (και τακτικά σωστός) βαψομαλλιάς Ονιεκουρού δεν δείχνει ότι μπορεί να κάνει τη διαφορά. Ο Κουντέ έχει μικρή συμμετοχή και προσφορά. Ο ποιοτικός Τικίνιο έχει ελάχιστα καλά παιχνίδια (με αποκορύφωμα την μεγάλη εμφάνιση με την Φενέρ), και περισσότερα κακά (με αποκορύφωμα την εμφάνιση με τον ΠΑΣ, που θύμισε ντεφορμέ Τάτση). Πρώτη γεύση από Ροντρίγκεζ, πήραμε τώρα (αναμενόμενα για Μαρτίνς, δεν είχε μπει έως τώρα στο αγωνιστικό πλάνο). Ακόμα και ο Βαντσλίκ όσο περισσότερο αγωνίζεται τόσο περισσότερο εντοπίζω να έχει (συστηματικό) πρόβλημα στα μακρινά σουτ και στις εξόδους.

Σε σχέση με τις μεταγραφές (αλλά και γενικότερο): εικόνα των προπονήσεων και των εργομετρικών εξετάσεων των παικτών, προφανώς, δεν έχω. Επίσης, δεν έχω ιδέα αν η αστοχία στις μεταγραφές έχει να κάνει με την κατάσταση των παικτών ή με τη (μη) χρησιμοποίησή τους. Θεωρώ, όμως, βέβαιο ότι χρονιά με 14-15 παίκτες δεν βγαίνει: η ΑΕΚ μπορεί να το κάνει από ανάγκη και δεν έχει και Ευρώπη (τσακίστηκε από το μεγαθήριο της γενέτειρας του Πρίγκηπα). Οι πέντε αλλαγές κατά τη διάρκεια του αγώνα, δίνουν πλεονέκτημα στην ομάδα που έχει βάθος πάγκου. Είναι παράλογο να ελπίζουμε ότι η χρονιά θα βγει με 15 παίκτες να παίζουν Ελλάδα, Ευρώπη και εθνικές ομάδες. Γνωρίζοντας καλά, μετά από τόσα χρόνια, ότι στα στραβά αποτελέσματα οι καλύτεροι παίκτες είναι αυτοί που δεν έπαιξαν, θεωρώ απαραίτητο να «ανοίξει» το rotation.

That said, ντεφορμέ, στα μάτια μου, είναι φέτος και ο Μαρτίνς (ο οποίος, πάντως, εξαφάνισε χθες τον Λουτσέσκου). Συνεχείς αλλαγές ατόμων και συστημάτων, επιμονή στους παίκτες που τον έχουν δικαιώσει αυτά τα χρόνια (και αυτό δεν είναι από μόνο του κακό, κακό είναι να παίζουν μονίμως, με αποτέλεσμα και να μην προσφέρουν αυτά που θα μπορούσαν και να εκτίθενται με μέτριες ή κακές εμφανίσεις) και αλλαγές που προξενούν απορίες. Το έχουμε ξαναπεί: το αποτέλεσμα, ευτυχώς ή δυστυχώς, αποτελεί το κριτήριο επιτυχίας. Ο Ολυμπιακός είναι πρώτος στην Ελλάδα και μέσα στους ευρωπαϊκούς στόχους. Το ξεκίνημα, πάντως, παραμένει μέτριο (αποκλεισμός από Champions League και δύο ισοπαλίες -εντός έδρας- στις 7 πρώτες αγωνιστικές). Εύχομαι σε λίγους μήνες, η ομάδα να έχει βρει αντοχές και πατήματα, να έχουν εγκλιματιστεί/προσαρμοστεί περισσότεροι παίκτες, να έχουμε πετύχει σπουδαία αποτελέσματα και εγώ να κάνω ξανά κωλοτούμπα για τον Προφέσορα (δεν θα είναι η πρώτη φορά, άλλωστε). 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου