Τρίτη 21 Ιουλίου 2020

Λιντς, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Ολυμπιακός και Pasillio

Ανέβηκε λοιπόν επιτέλους η Λιντς Γιουνάιτεντ στη μεγάλη κατηγορία της Αγγλίας. Και μαζί με την άνοδό της, ξύπνησαν μέσα μου και οι αναμνήσεις, για τις οποίες θα γράψω. 










Του Θεολόγου Μιχαηλίδη

Άρχισα να ασχολούμαι συστηματικά με το αγγλικό ποδόσφαιρο στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού στη δεκαετία του 1960. Με τα αθλητικά ασχολιόμασταν τότε από πιτσιρίκια και θέλαμε συνεχώς να μαθαίνουμε όχι μόνο τι γίνεται γύρω μας, αλλά τι είχε γίνει στο παρελθόν. Αμέσως λάτρεψα τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, όπως έχω ξαναγράψει. Καθόλου πρωτότυπο βέβαια, αφού αυτό συνέβαινε τότε με τη συντριπτική πλειοψηφία των ελλήνων φιλάθλων και κυρίως των οπαδών του Ολυμπιακού. Για μένα, ωστόσο, υπήρχε ειδικότερος λόγος. Γεννήθηκα την ίδια αποφράδα --για τη Μ.Γ.-- ημερομηνία που έπεσε το αεροπλάνο της ομάδας στη Γερμανία, δηλαδή 6 Φεβρουαρίου. Το θλιβερό αυτό γεγονός είχε συμβεί λίγα χρόνια προτού γεννηθώ, αλλά όταν το συνειδητοποίησα με επηρέασε ακόμη περισσότερο. Από τότε που το έμαθα, κάθε φορά που έχω γενέθλια, το ασυνείδητο περισσότερο παρά το συνειδητό με ταξιδεύει στη θρυλική εκείνη ομάδα. 

Πολύ γρήγορα η Λιντς έγινε για μένα η πιο αχώνευτη ομάδα. Κι αυτό γιατί τότε, με το παιδικό μου μυαλό, είχα την αίσθηση ότι η συγκεκριμένη ομάδα ανταγωνιζόταν πιο πολύ από όλες την ομάδα των μπέμπηδων του Μπάσμπι. 

Θυμάμαι ιδιαίτερα τις κόντρες των δύο ομάδων τη χρονιά 1964/65, όταν η Μ.Γ. ισοβάθμησε με τη Λιντς και πήρε το πρωτάθλημα του 1965 στη διαφορά τερμάτων, αν και το τελευταίο ματς που χάσαμε ήταν ουσιαστικά βαθμολογικά αδιάφορο για μας, αφού ήταν αδύνατο να καλυφθεί η υπάρχουσα διαφορά γκολ. Εμείς (Μ.Γ.) είχαμε ενεργητικό +50 περίπου, ενώ η Λιντς +30 περίπου. 

Ωστόσο και μόνο το ότι η Λιντς μάς ζόρισε και ότι μοιραστήκαμε τις νίκες στο πρωτάθλημα (με το ίδιο σκορ 1-0 η κάθε ομάδα) δεν μου άρεσε.  Στο μυαλό μου ερχόταν και ξαναρχόταν το ίδιο ερώτημα-απορία: από πού και ως πού αυτή η ομάδα που ήρθε από το πουθενά, χωρίς όνομα και παράδοση, τολμούσε, με περισσό θράσος, να κοντράρει την ομάδα των γιγάντων Λώ, Μπεστ και Μπόμπι Τσάρλτον;  

Εκείνο όμως που με είχε πειράξει πιο πολύ εκείνη τη χρονιά και έκανε την αντιπάθειά μου ακόμη μεγαλύτερη ήταν κυρίως το γεγονός ότι η Λιντς μάς απέκλεισε στα ημιτελικά του Κυπέλλου Αγγλίας του 1965, νικώντας μας στο τέλος του επαναληπτικού αγώνα 1-0. Ειδικότερα εκείνη την εποχή, αλλά και για αρκετές δεκαετίες αργότερα, το Κύπελλο Αγγλίας είχε μια εντελώς ξεχωριστή αίγλη, μεγαλύτερη και από το πρωτάθλημα.  Και η Λιντς ήταν αυτή που μας εμπόδισε να το κατακτήσουμε, στερώντας μας ταυτόχρονα το νταμπλ. Θυμάμαι ότι είχα ευχαριστηθεί όταν είχε χάσει στον τελικό του 1965 από την Λίβερπουλ, με την οποία ανέκαθεν υπήρχε μεγάλη κόντρα. Για μένα όμως η κόντρα με τη Λίβερπουλ ποτέ δεν έφτασε σε σημείο παροξυσμού γιατί τη Λίβερπουλ πάντα τη σεβόμουν, σε αντίθεση με τη Λιντς. 

Ένα άλλο σημείο που δεν μου άρεσε στη Λιντς, επειδή το θεωρούσα ένδειξη αδικαιολόγητης αυθάδειας και καβαλήματος καλαμιού, ήταν ότι άλλαξε εντελώς τα χρώματά της και το γύρισε στις ολόλευκες εμφανίσεις, για να μιμηθεί τη Ρεάλ. Αυτό αποτελούσε μια έμπνευση του μεγάλου καθοδηγητή της Ντον Ρέβι, που ήθελε να κάνει τη Λιντς να παίζει σαν τη  Ρεάλ και να είναι ακαταμάχητη όπως εκείνη.  Άλλωστε ουδέποτε συμπάθησα και την πραγματική Ρεάλ, αν και ασφαλώς την παραδεχόμουν απόλυτα ως ομάδα. 

Η αντιπάθειά μου για τη Λιντς συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια αφού η Λιντς μόνιμα πρωταγωνιστούσε. Αργότερα, μέσα στη δεκαετία του 1970, η κατάσταση χειροτέρεψε, αφού άρχισε  η πτώση της Μ.Γ., σε αντίθεση με τη Λιντς. Η αύξηση των οπαδών της Λιντς στην Ελλάδα, λόγω των επιτυχιών της ήταν επίσης κάτι που δεν μου άρεσε καθόλου, αν και η διαφορά τους από τους οπαδούς της Μ.Γ. παρέμενε αριθμητικά χαώδης, όπως άλλωστε και οποιασδήποτε άλλης αγγλικής ομάδας --λίγο ως πολύ-- εκείνη τουλάχιστον την εποχή. Με εκνεύριζαν επίσης και οι επαινετικές κριτικές τόσο για την απόδοση της Λιντς όσο και για τους παίκτες που διέθετε. Τις έβρισκα τουλάχιστον υπερβολικές. Όταν σε μια στιγμή είχαν κληθεί σχεδόν ταυτόχρονα όλοι οι παίκτες της Λιντς στα εθνικά συγκροτήματα ανδρών Αγγλίας και Σκωτίας δεν μπορούσα να το πιστέψω και λίγο έλειψε να αρχίζω να πιστεύω σε διεθνείς συνωμοσίες. 

Δεν μπορώ να ξεχάσω επίσης τον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας του 1970, που ήταν ιστορικός για όλους τους έλληνες φιλάθλους. Ήταν ο πρώτος  τελικός που μεταδόθηκε τηλεοπτικά στη χώρα μας. Αντίπαλοι η Λιντς και η Τσέλσι. 

Χάρις σε αυτούς τους  δύο τελικούς (αφού χρειάστηκε επαναληπτικός λόγω της ισοπαλίας 2-2 στον πρώτο αγώνα του Γουέμπλεϊ) όλοι οι Έλληνες λάτρεψαν το αγγλικό ποδόσφαιρο, αφού μέχρι τότε δεν είχαν δει ποτέ τόσο συναρπαστικούς αγώνες, με τέτοιο αδιάκοπα έντονο και γρήγορο αγωνιστικό ρυθμό, τέτοια διακύμανση σκορ και τέτοια αγωνιστικότητα παικτών. Αφού κάποιοι αναρωτιόντουσαν την επομένη, επειδή τότε η τηλεόραση ήταν στα σπάργανα, μήπως οι τεχνικοί το είχαν βάλει στο πιο γρήγορο, γιατί δεν μπορούσαν να εξηγήσουν πώς οι παίκτες έτρεχαν τόσο ακατάπαυστα σε όλη την διάρκεια του αγώνα.  Αφήνω στην άκρη τους παιχταράδες που είχαν στη σύνθεση τους οι δύο ομάδες. 

Εγώ ήμουν ασυζητητί με την Τσέλσι, η οποία, προς μεγάλη μου χαρά, πήρε το Κύπελλο, νικώντας στον επαναληπτικό 2-1. Μάλιστα για πολύ καιρό από τότε η Τσέλσι ήταν κάτι σαν δεύτερη ομάδα μου στην Αγγλία, λόγω ακριβώς αυτού του καλού μαθήματος, που είχε δώσει στην απαίσια για μένα τότε Λιντς.


Τον Αύγουστο του 1972 η Λιντς βρέθηκε αντίπαλος του Ολυμπιακού του Γουλανδρή και του Πετρόπουλου στο Καραϊσκάκη σε φιλικό αγώνα προετοιμασίας για το πρωτάθλημα της περιόδου 1972/73. Δεν μπορούσα να λείπω, αφού ήλπιζα να δω την ομάδα μου να κερδίζει τα καυχησιάρικα «παγώνια», όπως τότε αποκαλούνταν η Λιντς στην Αγγλία. 

Η Λιντς ήταν τότε μια από τις καλύτερες ομάδες της Αγγλίας. Ήταν κάτοχος του Κυπέλλου Αγγλίας το 1972, μετά από την νίκη της επί της Άρσεναλ (1-0) και συγκαταλεγόταν ανάμεσα στους βασικούς διεκδικητές του αγγλικού πρωταθλήματος, το οποίο θα άρχιζε μετά από μια εβδομάδα από τον φιλικό αγώνα με τον Ολυμπιακό.  Αν και ο Αύγουστος είναι ανέκαθεν ο κατεξοχήν μήνας των θερινών διακοπών, το γήπεδο είχε 35.000 κόσμο. 

Η Λιντς αγωνίστηκε με τερματοφύλακα τον «Μογγόλο» Χάρβεϊ, με πλάγια μπακ τους Ρήνυ, Τσέρυ, με σέντερ-μπακ τους Τζάκυ Τσάρλτον (ο παίκτης με τις περισσότερες συμμετοχές με τη φανέλας της ομάδας: 773) και Χάντερ (ο διεθνής, ο αποκαλούμενος «σιδερένιος άνθρωπος») στο κέντρο τον Μπρέμνερ (ο Σκωτσέζος αρχηγός και ψυχή της ομάδας, ο «Πολυχρονίου της Λιντς»), τον Μέηντλη και τον εγκεφαλικό Τζάιλς και στην επίθεση στο δεξί άκρο τον Σκώτο Λόριμερ  (ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της ομάδας, με φοβερό σουτ, που πρωτόπαιξε βασικός σε ηλικία 15μισυ ετών (!), σέντερ-φορ τον Τζόνς και στο αριστερό άκρο τον δαιμόνιο Σκωτσέζο Γκρέη. Αγωνίστηκε σαν αλλαγή και ο Ουαλλός Γιόραθ. 

Ο Ολυμπιακός αγωνίστηκε με τερματοφύλακα τον Πολέτι, πλάγια μπακ τους Γκαϊτατζή και Αγγελή. Σέντερ-μπακ τους Συνετόπουλο και Κουρέα, χαφ τους Αργυρούδη, Περσίδη, Δεληκάρη και επίθεση τους ΛοσάνταΓιούτσο και Παπαδημητρίου. Ως αλλαγές έπαιξαν  αργότερα κατά την διάρκεια του β΄ ημιχρόνου  οι Βασιλόπουλος και Παμπουλής.

Και οι δύο ομάδες είχαν σημαντικές απουσίες: Από τη Λιντς, δεν έπαιξαν ο σημαντικός επιθετικός Άλαν Κλάρκ και ο περίφημος για τις ταχύτατες επελάσεις του αριστερός μπακ-πρότυπο Τέρρυ Κούπερ. Από τον Ολυμπιακό απουσίαζαν ακόμη περισσότεροι: οι Τριαντάφυλλος, Σιώκος, Βιέρα, Γκλέζος και Κελεσίδης (των δύο τελευταίων οι μεταγραφές δεν είχαν ολοκληρωθεί ακόμη πλήρως τυπικά).

Το παιχνίδι ήταν ένα από τα καλύτερα που έχω δει. Όλα τα γκολ μπήκαν στο δεύτερο ημίχρονο.  Ο Ολυμπιακός σημείωσε δύο όμορφα γκολ με τους Λοσάντα και Παπαδημητρίου, καλύτερα από τα αντίστοιχα των Βρετανών, στα οποία ευθύνη έφερε ο Πολέτι, που δεν αντέδρασε όπως θα έπρεπε. Το ασυζητητί καλύτερο γκολ από όλα ήταν του Λοσάντα, μετά από εξαιρετική ατομική ενέργεια και έξοχο σουτ. 


Αν και δεν νικήσαμε, έφυγα ικανοποιημένος από το θέαμα και ιδιαίτερα την απόδοση της ομάδας, απέναντι σε ένα τόσο ισχυρό όσο και αντιπαθή αντίπαλο. Φαινόταν ότι κάτι σπουδαίο γινόταν στον Ολυμπιακό. Φυσικά λόγω ακριβώς του αχώνευτου αντιπάλου, το παιχνίδι το έζησα περισσότερο από άλλα διεθνή φιλικά. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εκείνη την εποχή, ο Ολυμπιακός έδινε δεκάδες διεθνή φιλικά με σπουδαίες ξένες ομάδες, όχι μόνο στην αρχική φάση της προετοιμασίας, αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια της κάθε αγωνιστικής σεζόν. 


Τη συγκεκριμένη περίοδο που έγινε το εν λόγω φιλικό (1972/73), ο Ολυμπιακός πήρε το νταμπλ, ενώ η Λιντς τερμάτισε τρίτη στο πρωτάθλημα Αγγλίας, που το διεκδίκησε μέχρι τέλος. Επίσης η Λιντς έφτασε στον τελικό Κυπέλλου, αλλά έπεσε θύμα μεγάλης έκπληξης (προς αγαλλίασή μου), χάνοντας από τη Σάντερλαντ που έπαιζε τότε στη δεύτερη κατηγορία. Την ίδια χρονιά, η Λιντς αγωνίστηκε και στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων Ευρώπης, χάνοντας επίσης 1-0 από την Μίλαν του Ριβέρα. 

Το 1973 στη Θεσσαλονίκη, στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων Ευρώπης οι διαιτητικές αδικίες του Έλληνα διαιτητή Μίχα σε βάρος της αγγλικής ομάδας έκαναν την Λιντς πολύ συμπαθή και γενικά πιο δημοφιλή στο ελληνικό κοινό και ιδίως στους φιλάθλους της Θεσσαλονίκης, με αποτέλεσμα να γίνει τελικά γύρος θριάμβου από τους ηττημένους και όχι από τους νικητές. Στη πραγματικότητα βέβαια το όλο θέμα δεν είχε να κάνει τόσο με τη Λιντς και τη Μίλαν, όσο με τον ίδιο τον Μίχα. Καταρχάς ο Μίχας ήταν Αθηναίος, ενώ οι δύο «ριγμένοι» επόπτες του ματς Ζλατάνος και Κατσώρας ήταν Θεσσαλονικείς. Επιπλέον και το κυριότερο, ο Μίχας ήταν ο πιο απωθητικός διαιτητής στο τοπικό κοινό. Τόσο στους Αρειανούς όσο και στους ΠΑΟΚτζήδες. 

Και τον μεν Άρη είχε κυριολεκτικά σφάξει τον προηγούμενο χρόνο (1972) στον προημιτελικό Κυπέλλου με τον ΠΑΟΚ, σε ένα παιχνίδι που σφράγισε για πολλά χρόνια τη μοίρα του Άρη, ο οποίος τότε είχε δέκα χρόνια να χάσει από τον ΠΑΟΚ σε επίσημο αγώνα. Στο ματς εκείνο, ο Μίχας όχι μόνο αδίκησε κατάφωρα σε καίριες φάσεις τον Άρη, αλλά και τον διέλυσε, αφού διέκοψε το ματς σε βάρος του, και επιπλέον έκοψε την μπάλα στους δύο καλύτερους παίκτες του Άρη τον Αλεξιάδη και  τον Σπυρίδωνα, που τιμωρήθηκαν με ένα χρόνο αποκλεισμό. Τον δε ΠΑΟΚ τον είχε αδικήσει πολύ στον τελικό Κυπέλλου της ίδιας διοργάνωσης  (1972) με τον ΠΑΟ, όταν έπαιζε διαρκώς σαν 12ος παίκτης του ΠΑΟ, με αποτέλεσμα οι παίκτες του ΠΑΟΚ, αν και νίκησαν, να διαμαρτύρονται έντονα στο τέλος του αγώνα, λέγοντας ότι χάρις στον Μίχα ο ΠΑΟ αντί να χάσει με 3-0 έχασε μόνο 2-1. Η αδικαιολόγητη ακύρωση του πανέμορφου γκολ του Ματζουράκη με ανάποδο ψαλίδι έχει μείνει στην ιστορία.

Ενώ λοιπόν υπήρχαν τόσο μεγάλα και τόσο νωπά παράπονα, βάλανε τον Μίχα να σφυρίξει τελικό μέσα στη Θεσσαλονίκη. Ακόμη και τίποτε στραβό να μην έκανε, θα τον έκραζαν, πόσο μάλλον όταν τα έκανε θάλασσα, αδικώντας την Λιντς. Ωστόσο προσωπικά δεν στενοχωρήθηκα, καθώς δεν χώνευα τους Βρετανούς. Ίσως ήμουν ο μοναδικός Έλληνας που ήξερα, ο οποίος υποστήριζε την Μίλαν στον αγώνα, άσχετα από τα κατορθώματα του Μίχα. 


Με την πάροδο των χρόνων, άρχισα να διαβάζω και να ψάχνω ακόμη περισσότερο. Διαπίστωσα λοιπόν, με έκπληξή μου, ότι υπήρχε βάση στη δική μου  (ως οπαδού της Μ.Γ.) ενστικτώδη αντιπάθειά μου στη Λιντς, που προερχόταν από μια μεγάλη και μακροχρόνια αντιπαλότητα-έχθρα μεταξύ των ομάδων της Μ.Γ. και της Λιντς. Μια έχθρα που είχε ιστορικές ρίζες, μεταξύ των δύο αντίστοιχων πόλεων, που κρατούσε από τον «Πόλεμο των Ρόδων» και την διαμάχη των δύο Οίκων: του Γιορκ (Yorkshire-Leeds) και του Λάνκαστερ (Lancashire-Manchester). Η αντιπαλότητα αυτή  των δύο πόλεων προσέλαβε καινούριες πρόσθετες διαστάσεις κατά την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης του 19ου αιώνα και τον κατά τη διάρκεια του ανταγωνισμό των δύο πόλεων. 

Η κόντρα μεταφέρθηκε στα γήπεδα και στους οπαδούς των δύο ομάδων, κυρίως κατά τις δεκαετίες 1960 και 1970. Ιδιαίτερα ο περιβόητος τότε «Red Army» της Μ.Γ. (αυτός, που κινητοποιούταν ιδίως στα away matches) επιδίωκε συνεχείς συγκρούσεις με τους σκληροπυρηνικούς «Service Crew» της Λιντς. Αυτές οι επαναλαμβανόμενες κάθε τόσο αιματηρές συγκρούσεις  μειώθηκαν και εξασθένησαν πολύ με την πάροδο του χρόνου. 

Η παραχώρηση από την Λιντς στη Μ. Γ. όχι απλώς ποδοσφαιριστών, αλλά αληθινών ποδοσφαιρικών συμβόλων όπως οι: Τζο Τζόρνταν, Γκόρντον Μακ Κουήν και Έρικ Καντονά έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην άμβλυνση της αντιπαλότητας. Οι φίλαθλοι της Μ.Γ. έπαψαν να βλέπουν τους αντίστοιχους της Λιντς όπως προηγουμένως  

Σήμερα, στην πόλη του Λιντς, της πατρίδας της γνωστής επιχείρησης Marcs & Spencer, υπάρχει ένα Πανεπιστήμιο με μεγάλη ζήτηση και η πόλη παρουσιάζει μεγάλη ανάπτυξη. Πάντως τα τελευταία χρόνια η πόλη αποτελεί πεδίο συγκρούσεων, καθώς καταβάλλεται μια προσπάθεια να μειωθεί το ρατσιστικό, εθνικιστικό και ακροδεξιό πνεύμα που παραδοσιακά ανθεί στην πόλη και κατ’ επέκταση στον νεανικό πληθυσμό των οπαδών της ομάδας.  Εκείνο που επιχειρείται είναι να πάψουν να επαναλαμβάνονται, διαδίδονται και να έχουν απήχηση φασιστικά συνθήματα όπως: «Adolf is Leeds United fan».

Από την πλευρά μου, ωριμάζοντας και κάνοντας αυτοκριτική, έχω αναγνωρίσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια ότι αντιμετώπισα άδικα, ασεβώς και με παρορμητική νεανική προκατάληψη τη Λιντς, αφού δεν υπήρχε κανένας ουσιαστικός λόγος για να μην την χωνεύω. Και πολύ καλή ομάδα ήταν, και πολύ καλούς  παίκτες είχε και καλό θέαμα παρουσίασε, παρά τα κάποια πράγματα, που ο Κλαφ έχει πει γι 'αυτήν. 

Θα τελειώσω με ένα θέμα της επικαιρότητας, που θα το συνδέσω με τη Μ.Γ., μια που αναφερθήκαμε, όπως αναφερθήκαμε, και σε αυτήν. Θα μιλήσω για το περίφημο «pasillo», που το έμαθε πλέον και το παπαγαλίζει και η «κουτσή Μαρία». Γράφτηκε κατά κόρον από δημοσιογράφους, επηρεασμένους προφανώς από τον ισπανόφωνο ήχο της λέξης, ότι το pasillo αποτελεί ισπανική σύλληψη-έμπνευση, που εφάρμοσε πρώτη η Αθλέτικ Μπιλμπάο το 1970. Δεν είναι αλήθεια. Πρόκειται για ακόμη μια πρόχειρη δημοσιογραφική μπούρδα. 

Αν όσοι το έγραψαν έβαζαν το μυαλό τους να δουλέψει με όρους στοιχειώδους ποδοσφαιρικής λογικής θα υποψιαζόντουσαν ότι αφού αποτελεί εκδήλωση τιμής  και σεβασμού προς τον αντίπαλο δεν θα μπορούσε παρά να προέρχεται από τη χώρα που ανακάλυψε το ποδόσφαιρο, τη χώρα που εφηύρε το fair play, δηλαδή την Αγγλία. Μόνο στην Αγγλία το ποδόσφαιρο ανέκαθεν παιζόταν για το ίδιο το παιχνίδι και όχι για την νίκη. Ήταν ποτέ δυνατόν οι παθιασμένοι Λατίνοι, Ισπανοί και Ιταλοί κ.λπ., που ανέκαθεν σκοτώνονται για νίκη με κάθε τρόπο, να καθόντουσαν να ασχοληθούν, αυτοί πρώτοι από όλους, με το pasillo; 

Το pasillo ουσιαστικά αποτελεί ένα τεχνητό διάδρομο, μια αψίδα χωρίς αψίδα, που σχηματίζουν παίκτες ποδοσφαιρικών ομάδων που παρατάσσονται σε δύο γραμμές για να αποδώσουν με το χειροκρότημα τους τιμή και αναγνώριση σε μια αντίπαλο τους. Το pasillo λοιπόν αυτό εφευρέθηκε και εφαρμόστηκε, ως ήταν φυσικό, για πρώτη φορά στην Αγγλία, στα βρετανικά γήπεδα. Η Μ.Γ. φέρεται να το εφάρμοσε πρώτη απέναντι στην πρωταθλήτρια τότε Τσέλσι το 1955, στο τελευταίο ματς της σεζόν, που διεξήχθη στο Μάντσεστερ την 30/4/1955 και έληξε με νίκη της Μ.Γ. 2-1. Με τον τρόπο αυτό, η Μ.Γ. τίμησε την ομάδα του Λονδίνου, η οποία τότε είχε πάρει το πρώτο της πρωτάθλημα. Πάντως δεν έχω επιβεβαιώσει απόλυτα αν αυτή υπήρξε όντως η πρώτη φορά, που συνέβη pasillo στην Αγγλία.

Εκείνο όμως που μπορώ να επιβεβαιώσω απόλυτα είναι ότι το σπουδαιότερο pasillo όλων των εποχών ήταν και το πρώτο διεθνές, αυτό που συνέβη σε αγώνα του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης την 15/5/1969. Και αυτό το έκανε η μεγάλη Μ.Γ.


Στα ημιτελικά, η πρωταθλήτρια Ευρώπης εκείνη την εποχή Μ.Γ. αντιμετώπιζε σε επαναληπτικό αγώνα τη φημισμένη Μίλαν (των Ριβέρα, Πράτι, Σνέλιγκερ, Ροζάτο, Λοντέττι, Χάμριν κ.λπ.) από την οποία είχε ηττηθεί 2-0 στον πρώτο αγώνα στο Μιλάνο. Στη ρεβάνς στο Όλντ Τράφορντ, μετά από ένα σκληρό και επεισοδιακό παιχνίδι  γεμάτο ένταση, νεύρα, διαπληκτισμούς και διενέξεις η Μ.Γ. νίκησε μόνο με 1-0 και αποκλείστηκε. Η Μ.Γ. είχε αδικηθεί  σε εκείνο το ματς από τη διαιτησία, αφού δεν της είχε κατακυρωθεί κανονικό γκολ.


Αμέσως με το σφύριγμα της λήξης, οι παίκτες της Μ.Γ., παρά τη μεγάλη θλίψη τους, αφού με την ήττα αυτή αποκλείσθηκαν και έχασαν τον τίτλο του πρωταθλητή Ευρώπης, παρά τα άπειρα νεύρα τους από τις σώμα με σώμα συγκρούσεις που είχαν προηγηθεί  με τους Ιταλούς σε ένα τρομερά δυνατό ματς, παρά την ψυχική και σωματική εξουθένωσή τους από την προσπάθεια στον αγώνα, παρά τα παράπονά τους από τις καθοριστικά άδικες διαιτητικές αποφάσεις, αλλά και τις ατυχίες σε όλη τη διάρκεια του ματς, το πρώτο πράγμα που έσπευσαν να κάνουν ήταν να παραταχθούν σε δύο γραμμές εκατέρωθεν και να σχηματίσουν διάδρομο για να περάσουν οι αντίπαλοι τους προτού αποχωρήσουν από το γήπεδο για τα αποδυτήρια και να τους χειροκροτήσουν. Ποιους; Αυτούς, με τους οποίους είχαν αμέτρητες επεισοδιακές διενέξεις και πολύ σκληρά μαρκαρίσματα, αυτούς που μόλις τους είχαν αποκλείσει χωρίς να είναι καλύτεροί τους. Το πόσο είχε πονέσει την Μ.Γ. εκείνος ο αποκλεισμός από τελικό άλλωστε φαίνεται από την απόσυρση μετά από δυο μέρες του Μπάσμπυ από το ποδόσφαιρο. 

Μπροστά σε μια τέτοια εκδήλωση που έγινε τόσο παλιά, από μια τόσο μεγάλη ομάδα, και μάλιστα μετά τη λήξη ενός τόσο σημαντικού και κρίσιμου διεθνούς αγώνα, το pasillo του ασήμαντου ΟΦΗ προς τον Ολυμπιακό το 2020 πριν από την έναρξη ενός εντελώς αδιάφορου και υποβαθμισμένου αγώνα του ελληνικού πρωταθλήματος μοιάζει αστείο. Είναι μια περίπτωση από αυτές που λέγονται «bon on pour l’ orient», δηλαδή καλή, αλλά μόνο για τα δικά μας υπανάπτυκτα ποδοσφαιρικά δεδομένα.  

Θυμάμαι πόση εντύπωση μου είχε προκαλέσει  τότε το γεγονός και η φωτογραφία που είχα δει σε εφημερίδες με τους παιχταράδες της Μ.Γ. να χειροκροτούν ιπποτικά τους αντιπάλους τους της Μίλαν μετά από εκείνο τον αγώνα, που ουσιαστικά αποτέλεσε και τον τελικό της διοργάνωσης, αφού στον τελικό η μεγάλη Μίλαν διέλυσε 4-1 τον Άγιαξ του νεαρού τότε Κρόιφ. Μόλις τους είχαν «κλέψει», αλλά αυτοί χειροκροτούσαν, αυτούς που χωρίς να είναι θύτες ήταν αυτοί που είχαν ωφεληθεί από την κλοπή. 

Κι αυτό γιατί αδικημένοι και ευνοημένοι είχαν πολεμήσει λυσσαλέα σαν παλικάρια και τα είχαν δώσει όλα σε ένα αγώνα, που έμεινε για πάντα χαραγμένος στη μνήμη όσων τον παρακολούθησαν.  

Τέτοια ομάδα ήταν τότε η Μ.Γ. και γι' αυτό ήμουν υπερήφανος, που ήμουν οπαδός της. Σήμερα δεν θέλω καν να τη βλέπω να παίζει, αφού μόνο το όνομα, τα χρώματα και το σήμα έχουν μείνει, κι αυτό γιατί «πουλάνε» στο πλαίσιο της καθαρά εμπορευματοποιημένης χρήσης τους ως brand name & trademark. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου