Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2021

Ολυμπιακός – Φενέρ 1-0

Ο Ολυμπιακός νίκησε και τη Φενέρ και εξασφάλισε τη συνέχεια στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Λίγες μέρες νωρίτερα είχε φροντίσει να μαζευτεί η γλώσσα τον «ερχόμασταν, ήρθαμε, πάμε για μια βόλτα».











Του Dr. Jekyll

Λίγο απ' όλα: ο Ολυμπιακός έδινε ντέρμπι κορυφής για το ελληνικό πρωτάθλημα την Κυριακή και καθοριστικό ευρωπαϊκό αγώνα την Πέμπτη, σε μια περίοδο, που όλοι, περισσότερο ή λιγότερο, αναγνωρίζουμε ότι η ομάδα δεν είναι στα καλύτερά της (και, σίγουρα, έως τώρα, μιλάμε για τη χειρότερη, επί Μαρτίνς, αγωνιστική εικόνα). Από τη θεωρία στην πραγματικότητα: ο Ολυμπιακός νίκησε εκτός έδρας τον, θεωρητικά, βασικό του αντίπαλο για το πρωτάθλημα και νίκησε και την Φενέρ, εξασφαλίζοντας, τουλάχιστον, τη δεύτερη θέση στον όμιλο και τη συνέχεια στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις.

Κοινό χαρακτηριστικό και για τα δύο παιχνίδια: η αρχική ενδεκάδα με Βαντσλίκ, Ρέαμπτσιουκ, Σισέ, Σωκράτη, Λαλά, Εμβιλά, Μαντί Καμαρά, Αγκιμπού Καμαρά, Ονιεκουρού, Μασούρα και Ελ Αραμπί. Άλλο κοινό χαρακτηριστικό: τα φουλ μπακ ανεβαίνουν (και μακάρι αυτό να συνεχιστεί). Επίσης θετικό: ο Αγκιμπού εξακολουθεί να ξεχωρίζει και να διακρίνεται, αποδεικνύοντας ότι δεν πρόκειται για παίκτη των πέντε καλών εμφανίσεων (και αν σκεφτεί κανείς ότι όταν αποκτήθηκε δεν ήταν βέβαιο αν θα πλαισιώνει τη βασική ή την Β' ομάδα, μόνο ικανοποίηση μπορούμε να αισθανόμαστε για τον πιτσιρικά).

Στον αντίποδα (και αυτό ας αναφερθεί μετά από δύο μεγάλες νίκες): μπορεί για αρκετούς η φετινή, μέτρια, αγωνιστικά εικόνα να οφείλεται στις λιγοστές βοήθειες από τις μεταγραφές (μόνο ο Αγκιμπού φαίνεται να έχει δέσει), αλλά προσωπικά νομίζω ότι η μεγάλη διαφορά χρεώνεται στην έλλειψη δυνάμεων (και, συνεπώς, καθαρού μυαλού) των περσινών πρωταγωνιστών: Μαντί, Μπουχαλάκης, Εμβιλά (δηλαδή σχεδόν όλο το κέντρο), Μασούρας και (έστω λιγότερο) Ελ Αραμπί, δεν αντέχουν να βγάλουν τα τρεξίματα και την ένταση που είχαν τις περασμένες σεζόν (και το ίδιο ισχύει για τον Ματιέ, για τον οποίον, όμως, είναι και θέμα ηλικίας).

Λίγο πιο αναλυτικά για τους παίκτες: ο Βαντσλίκ είναι βέβαιο, πλέον, πως έχει θέμα με τις εξόδους (θα συμπλήρωνα πως φοβάμαι ότι το ίδιο ισχύει και με τα μακρινά σουτ). Παραμένει έμπειρος τερματοφύλακας, με πολύ καλά ρεφλέξ, όταν η φάση γίνεται κοντά του, και εξακολουθεί να έχει, κατά κανόνα, καλές απομακρύνσεις (ή, έστω, καλύτερες από αυτές που είχαμε συνηθίσει στους προκάτοχούς του). Καλό θα ήταν, πάντως, να πάρει ευκαιρίες και ο Κρίστινσον (ο Τζολάκης, στα μάτια μου, ορθά ψήνεται στον Ολυμπιακό Β').

Μόνο καλά λόγια για τη βελτίωση (φανερή από το ξεκίνημα της περιόδου) του Ρέαμπτσιουκ, ο οποίος είναι άλλος παίκτης από αυτόν που γνωρίσαμε τον Γενάρη. Εντυπωσιακά βελτιωμένος στην άμυνα και αισθητά ανεβασμένος στην επίθεση: στον χθεσινό αγώνα δεν είναι μόνο ότι βγάζει δύο --σχεδόν-- ασίστ, με την πρώτη να χάνεται από τον Ελ Αραμπί και τη δεύτερη να βάζει γκολ ο Τικίνιο, αλλά και ότι, αν δεν κάνω λάθος, δεν έχει ούτε μία κακή σέντρα (και, φυσικά, τα υπερπολύτιμα τρεξίματα και η ένταση που βγάζει, παρά τα σερί παιχνίδια).

Βελτιωμένος και ο Λαλά (ο οποίος ειδικά τα διαστήματα που έχει αγωνιστεί μπροστά του ο Ροντρίγκεζ, δηλαδή ένας πραγματικός παίκτης γραμμής, είναι ακόμα καλύτερος). Αμυντικά κάνει λιγότερα λάθη, ενώ, πλέον, έχει σταθερή συμμετοχή και στην ανάπτυξη (και, προφανώς, πιστώνεται την καταπληκτική μπαλιά στον Ελ Αραμπί για το 1-2 με την μητέραΑΕΚ). Δεν γνωρίζω αν θα βελτιωθεί και άλλο (άλλωστε το πρώτο ζητούμενο είναι να σταθεροποιηθούν οι εμφανίσεις του σε αυτό που βλέπουμε το τελευταίο διάστημα), αλλά --αν συνεχίσει-- ο Ολυμπιακός θα έχει βρει τον αντικαταστάτη του Ομάρ (ο οποίος Ομάρ δεν έφτασε ποτέ σε απόδοση Μαυρογενίδη, Πατσατζόγλου και Τοροσίδη -- και αν μιλήσουμε, γενικά, για πλάγια μπακ ούτε Γεωργάτο και Τσιμίκα).

Με τις γνωστές ικανότητες και αδυναμίες το κεντρικό αμυντικό δίδυμο: ο Σισέ μπορεί να καθαρίσει όλες τις ψηλές φάσεις, να βγάλει δύναμη, αλλά παραμένει επιπόλαιος (χθες είχε και ένα συμπαθητικό μακρινό σουτ), ενώ ο Σωκράτης είναι (και θα παραμείνει) αργός: υπήρξαν, όμως, παιχνίδια που έδειξε πώς πρέπει να κινείται ο ηγέτης της άμυνας (άσχετο με το ότι στον αγώνα με την ΑΕΚ δεν έκανε ιδιαίτερα καλή εμφάνιση). Γνωστά τα χαρακτηριστικά (και η επιπολαιότητα) και του Μπα (που κλήθηκε να αντικαταστήσει --σε αναγκαστική αλλαγή-- τον Σωκράτη στο χθεσινό παιχνίδι): στην --νομίζω-- καλύτερη φετινή του εμφάνιση, παίρνει μια (όπως το είδα) αυστηρή κίτρινη κάρτα, λίγο μετά την είσοδό του στον αγώνα, και, στη συνέχεια, κατεβάζει δύο φορές με τα χέρια τον αντίπαλό του (και, φοβάμαι, πως στην τρίτη ανοησία του θα έβλεπε την κόκκινη).

Συνεχίζοντας με το αμυντικό δίδυμο: ο Σεμέδο, διαβάζουμε, πως ετοιμάζεται να χαιρετήσει και σωματικά (πνευματικά είχε φύγει από την άνοιξη) και τον Μάρκοβιτς τον έχουμε δει ελάχιστα. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες από Σισέ (κυρίως), ο Ολυμπιακός δεν έχει πλέον το build up (όπως έλεγε και η γιαγιά μου) από τον κεντρικό αμυντικό (και από αυτή την άποψη, εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω γιατί δεν αποκτήθηκε ο Σιόβας -- εκτός και αν αληθεύουν οι φήμες ότι ζήτησε φανέλα βασικού). Αν τον Ιανουάριο επιστρέψει ο Μανωλάς, τότε θα είμαστε (γεροί να είναι) καλυμμένοι στο αμυντικό δίδυμο. Αν όχι, νομίζω ότι θα αγχωθούμε σε αρκετά παιχνίδια.

Με αρκετές καλές, αλλά και κάμποσες κακές (και κυρίως σε λανθασμένες, δίχως πίεση, μεταβιβάσεις) στιγμές ο Εμβιλά. Παραμένει πολύτιμος (και δεν θα γινόταν και αλλιώς, αφού δεν υπάρχει άλλο καθαρόαιμο εξάρι στο ρόστερ), αλλά δεν έχει βρει ακόμα τον καλό του εαυτό. Μια από τα ίδια (με ένα κλικ προς το χειρότερο) και για τον Μαντί: δεν πιστεύω ότι είναι αδιάφορος ή/και ξενερωμένος που δεν πήρε μεταγραφή (ο αδιάφορος παίκτης φαίνεται: είτε μιλάμε για τον Μαζουακού της δεύτερης χρονιάς, είτε για τον Τουρέ του δεύτερου μισού της πρώτης του χρονιάς στον Ολυμπιακό). Δεν είμαι βέβαιος, επίσης, πόσο επηρεάζεται από τη θέση που αγωνίζεται (τα καλύτερά του παιχνίδια τα έκανε εκεί που τώρα αγωνίζεται ο Αγκιμπού -- και έχοντας πίσω του, στα καλά τους, τον Μπουχαλάκη και Εμβιλά). Το ζήτημα είναι πως ο Μαντί, ένας από τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές της ομάδας τα τελευταία χρόνια, δεν είναι σε καλή κατάσταση φέτος (και, προσωπικά, αυτό το εντοπίζω στην έλλειψη δυνάμεων για να βγάλει την ένταση που τον χαρακτήριζε).

Δύο παράγραφοι υπεράσπισης για τον βαψομαλλιά (και δεν αναφέρομαι στην βαφή, για αυτό δεν υπάρχει καμία δικαιολογία): σύμφωνοι, απέχει πολύ από τον game changer παίκτη που, νομίζαμε, πως αποκτήσαμε το καλοκαίρι. Διαφωνώ απόλυτα, όμως, πως πρόκειται για παίκτη που δεν βοηθά την ομάδα. Είναι ολόσωστος τακτικά (και αυτό βοηθάει να αναδειχθεί ο Ρέαμπτσιουκ) και είναι φουλ ομαδικός παίκτης (σχεδόν πάντα, κοιτάζει πώς να τροφοδοτήσει συμπαίκτη και όχι στο πώς θα κάνει μια παραπάνω ντρίπλα για να «φανεί»). Επίσης: φρονώ ότι είναι χαμηλών τόνων (γι' αυτό και είναι η εύκολη αλλαγή, ακόμα και σε παιχνίδια, όπως το χθεσινό, που ο Μασούρας ήταν χειρότερός του στο πρώτο ημίχρονο).

Ακόμα: για έναν παίκτη, που όπλο του είναι η ταχύτητα, ο φετινός Ολυμπιακός (και οι κλειστές άμυνες που συνήθως έχει να αντιμετωπίσει, ανεξάρτητα από το αν εμείς παραχωρούμε --όπως συχνά κάνουμε φέτος-- χώρους και κατοχή) δεν είναι η ομάδα που θα επιτρέψει να ξεδιπλώσει τις ικανότητές του (πόσο μάλλον που δεν υπάρχει ο παίκτης για να βγάλει την έξυπνη μπαλιά). Με λίγα λόγια: ο Ονιεκουρού σίγουρα δεν έχει δικαιώσει τις προσδοκίες για τον παικταρά που θα έδινε άλλη πνοή στα πλάγια (ούτε έχει δικαιώσει το ποσό που χρειάστηκε για την απόκτησή του), δεν τον θεωρώ, όμως, --ακόμ-α- καμένο χαρτί (για την ακρίβεια, μου θυμίζει τον Μασούρα όταν αποκτήθηκε: έναν φιλότιμο παίκτη, που παίζει πρώτα για την ομάδα, αλλά χρειάζεται βελτίωση για να καθιερωθεί στον Ολυμπιακό).

Μέτριος χθες και ο Μασούρας, ο οποίος επίσης φαίνεται να έχει ζήτημα διαχείρισης δυνάμεων (και μιλάμε για τον παίκτη που έτρεχε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό). Ο Γιώργος, εκτός από μεγάλη μου αδυναμία (έχουμε και συμπάθειες), είναι από τους παίκτες με τεράστια --αθόρυβη-- προσφορά, ακόμα και σε παιχνίδια που δεν πρωταγωνίστησε με γκολ ή ασίστ. Φέτος, και, παρότι μιλάμε για την πιο ώριμη --σίγουρα όσον αφορά στο σκοράρισμα-- σεζόν του, είναι φανερό ότι δεν μπορεί να τρέχει στο ίδιο τέμπο (και οι λιγότερες βοήθειες που προσφέρει στον αμυντικό που έχει πίσω του, πιστεύω ότι οφείλονται εκεί και όχι σε κάποια ακατανόητη οδηγία του Μαρτίνς). Πιο ανησυχητική η εμφάνισή του με την μαματσίτα, όπου λίγο ήθελε για να χριστεί «μοιραίος» παίκτης της αναμέτρησης: πηγαίνει άτσαλα στον Βράνιες (και θεωρώ βέβαιο πως αν σφύριζε ο Κορυφαίος θα είχε δοθεί πέναλτι), κάνει πολύ κακό διώξιμο της μπάλας --ενώ είχε άλλες επιλογές-- στη φάση του 2-3, και στην συνέχεια χάνει μεγάλη ευκαιρία για να πετύχει το τέταρτο γκολ και να καθαρίσει τον αγώνα.

Μόνο καλά λόγια για τον Αγκιμπού: είναι από τους ελάχιστους παίκτες μας που μπορούν να κάνουν το απρόβλεπτο (κάμποσοι αμυντικοί έχουν φάει μεγαλοπρεπείς ντρίμπλες), έχει τσαγανό (που, ενίοτε, φτάνει στο να εκβιάζει φάσεις, αντί να τροφοδοτήσει συμπαίκτες), κλέβει συχνά μπάλες στη μεσαία γραμμή και έχει πετύχει σημαντικά γκολ. Θα ήταν παράλογο να ήταν αλάνθαστος (υπάρχουν σημεία του αγώνα που εξαφανίζεται ή δεν έχει σωστές επιλογές), όπως και θα είναι παράλογο να περιμένει ο Ολυμπιακός από αυτόν να καθαρίζει αγώνες (δεν λέω ότι συμβαίνει, απλά αναφέρω πως --ρεαλιστικά-- ο μικρός θα κάνει σε κάποιο σημείο κοιλιά και τότε θα πρέπει να στηριχτεί και όχι να αντιμετωπιστεί σαν το αστέρι που δεν αποδίδει σύμφωνα με τις δυνατότητές του).

Στο ύψος του ο παικταράς (γιατί περί αυτού πρόκειται) Ελ Αραμπί: στο χθεσινό αγώνα χάνει μια τεράστια ευκαιρία (ειδικά για την κλάση του), αλλά στον αγώνα με τη μανούλαΑΕΚ είναι ο παίκτης που με την οξυδέρκεια και την ικανότητά του καθαρίζει το παιχνίδι (καταπληκτική η μπαλιά του Λαλά στο δεύτερο γκολ μας και επική η γκάφα του αμυντικού στο τρίτο, αλλά αμφιβάλλω αν άλλος παίκτης θα συνέχιζε τόσο σωστά τις φάσεις). Και χωρίς να αποτελεί μομφή, καλό θα είναι να έχει και αυτός στο μυαλό του πως μια λανθασμένη πάσα στην επίθεση, συνήθως, δεν στοιχίζει τίποτα περισσότερο από μια χαμένη κατοχή, ενώ μια λανθασμένη πάσα στην άμυνα μπορεί να βγάλει τον αντίπαλο σε επικίνδυνη αντεπίθεση.

Στους υπόλοιπους: φανερά ανεβασμένος, στα μάτια μου, ο παικτΡόνι Λόπεζ (και αυτό το είχα αναφέρει και στο μικρό διάστημα συμμετοχής του στον αγώνα με τη μάναΑΕΚ). Δεν είναι, ακόμα, αυτός που θέλουμε, αλλά αν σταθεροποιήσει τις εμφανίσεις του σε αυτό που είδαμε στο δεύτερο ημίχρονο (αν και σε αυτό πρέπει να προσθέσουμε το ακατανόητο --βαθμολογικά-- γύρισμα πίσω της Φενέρ), τότε μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα πάρουμε πράγματα και από αυτόν (τα οποία αμφιβάλλω αν θα αξίζουν το πόσο της ρήτρας, αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα).

Χρήσιμος ο Μπουχαλάκης με την ΑΕΚ (που παρά τα λάθη του, βοήθησε πολύ στο συμμάζεμα της μεσαίας γραμμής) και καλός στο χθεσινό παιχνίδι (που με τη Φενέρ να έχει παραχωρήσει χώρους, το παιχνίδι τού ταίριαζε γάντι). Γενικότερα: όπως και με τους Μαντί και Μασούρα, δεν περιμένουμε την φετινή χρονιά για να δούμε τις ικανότητες του και αν έχει θέση στο ρόστερ ή στην ενδεκάδα. Οι παίκτες χρειάζονται ανάσες και αγωνιστικό ρυθμό και το προπονητικό τημ πρέπει να βρει την ισορροπία που θα επιτρέψει στους παίκτες να βγάζουν αυτά που μπορούν (και η καλύτερη εικόνα του Αντρέα δεν είναι επειδή «έφαγε πάγκο», αλλά επειδή πήρε --επιτέλους-- ανάσες).

Καθοριστικός (και πώς να γίνει αλλιώς, αφού είναι ο παίκτης που σκοράρει το μοναδικό γκολ του αγώνα) ο Τικίνιο. Μετά τον αγώνα στην Τουρκία (στον οποίο έκανε την καλύτερη, έως τώρα, εμφάνιση με τον δαφνοστεφανωμένο), έδειξε πάλι ότι μπορούμε να περιμένουμε πράγματα από αυτόν (και αν δεν ήταν ο Ρέαμπτσιουκ, ίσως να τον θεωρούσαμε και MVP του αγώνα). Το ζήτημα είναι ότι πρόκειται για επιθετικό περιοχής (και η κίνησή του στο γκολ, όσο εύκολη και αν την κάνει να φαίνεται, είναι κίνηση σκόρερ), που δεν μπορεί να προσφέρει όσα δίνει συνολικά ο Ελ Αραμπί στην οικονομία του παιχνιδιού (και ειδικά στον φετινό Ολυμπιακό, που σπάνια παίζει ποδόσφαιρο κυριαρχίας με πολλές τελικές).

Στα του Μαρτίνς: πριν από τον αγώνα με την ΑΕΚ συζητούσα με τον Terso ότι, στα μάτια μου, μεγαλύτερη ευθύνη για τη φετινή --μέτρια-- εικόνα της ομάδας έχει η φυσική κατάσταση των παικτών, παρά οι επιλογές του Μαρτίνς (διαφωνώντας, εν μέρει, με τον Δάσκαλο Κάρπετ: η επιλογή του Μαρτίνς να αφήνει χώρους και κατοχή στον αντίπαλο, δεν νομίζω ότι αποτελεί προπονητική επιλογή, αλλά ανάγκη, αφού οι παίκτες --και ειδικά ο άξονας-- αδυνατούν να βγάλουν την ένταση και τα τρεξίματα που χρειάζονται για να πιέζεις ψηλά και να παίζεις ποδόσφαιρο κυριαρχίας -- άλλωστε και οι αλλαγές προσώπων σπάνια μεταμορφώνουν την ομάδα, και όσοι δεν παίζουν είναι πάντα οι καλύτεροι).

That said, ο Μαρτίνς φαίνεται φέτος πελαγωμένος και, μακάρι, τα δύο αυτά καλά αποτελέσματα να τον ηρεμήσουν για να έχει καθαρό μυαλό για την συνέχεια. Επίσης θετική (οι συμπάθειες δεν κρύβονται) η αναφορά του στη χρησιμότητα του Κωστάκη (άσχετο με το ότι δεν γνωρίζουμε σε τι κατάσταση, και πότε, θα επιστρέψει). Στο χθεσινό αγώνα, πάντως, το αποτέλεσμα δικαίωσε τον Πορτογάλο Γούναρη: η ταυτόχρονη χρησιμοποίηση τριών παικτών, που --θεωρητικά-- αποδίδουν καλύτερα στον άξονα (Ματιέ, Αγκιμπού, Λόπεζ) αντί να δυσκολέψει την ανάπτυξη (όπως φοβήθηκα εγώ -- που γι' αυτό σχολιάζω και είμαι προπονητής Championship, ούτε καν Football, Manager), μάλλον βοήθησε (αν και σε αυτό, έπαιξε ρόλο και η αλλόκοτη απόφαση του Περέιρα να γυρίσει πίσω τη Φενέρ).

Και για να πάμε στα σοβαρά και σημαντικά: η mamacitaΑΕΚ, πριν τον αγώνα, ήθελε να αποδείξει ότι δικαίως οι οπαδοί της θεωρούν ότι μπορεί να διεκδικήσει πρωτάθλημα, ότι η ψαλίδα έχει κλείσει, ότι ο Ολυμπιακός δεν είναι και κάτι φοβερό, ότι οι ντροπιαστικές εξάρες, πεντάρες, τεσσάρες και τριάρες ανήκουν οριστικά στο παρελθόν. Μετά τον αγώνα, ήθελε απλά να αποδείξει ότι ο βαλτός κόραξ στέρησε από την ομάδα τουλάχιστον την ισοπαλία (και αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει κλείσει η ψαλίδα: απλά η ΑΕΚ έχει ανέβει λιγότερο από αυτό που έχει πέσει ο Ολυμπιακός -- η αλήθεια παραμένει: πέρσι νικήσαμε σβηστά 1-5 και φέτος νικήσαμε σβηστά 2-3).

Ο αγώνας κρίνεται --σύμφωνα με το ψαγμένο κιτρινόμαυρο ρεπορτάζ-- στη φάση που ο ελάχιστα ποδοσφαιρικά προικισμένος (αν πιστέψουμε τα μάτια μας -- αν πιστέψουμε την Καρλεούσα υστερεί και αλλού) πνευματικός ογκόλιθος (άνθρωπος που όταν πέφτει βάζει μπροστά το κεφάλι για να προστατέψει το χέρι) Βράνιες σμπρώχνεται ανεπανόρθωτα από τον Μασούρα, και ενώ όλος ο κιτρινόμαυρος οργανισμός (παίκται, οπαδοί, φίλαθλοι, διοίκηση, social media και τα δύο κεφάλια του πτηνού) έχουν πέσει πάνω στο ρέφερι διαμαρτυρόμενοι για τη σφαγή, οι παίκται του Ολυμπιακού, ύπουλα, φεύγουν στην αντεπίθεση σημειώνοντας το δεύτερο γκολ.

Η καταγεγραμμένη σε βίντεο πραγματικότητα, βεβαίως, διαφωνεί (αλλά αυτό, όπως μας έχει διδάξει και το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη είναι πρόβλημα της πραγματικότητας): ο Βράνιες ανατρέπεται από το άλλο του πόδι (καραμπινάτη ανατροπή που σηκώνει κάρτα), κανείς δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία, η αντεπίθεση του Ολυμπιακού δεν είναι αστραπιαία (ούτε αντεπίθεση δεν την λες) και, αν δεν κάνω λάθος, ο Βράνιες είναι και ο παίκτης που καλύπτει τον Ελ Αραμπί (δηλαδή έχει επιστρέψει στην άμυνα) για να μην είναι οφσάιντ (αυτό δεν αναιρεί ούτε το ότι ο Μασούρας κακώς απλώνει τα χεράκια του --ο Κορυφαίος θα είχε δώσει πέναλτι και κάρτα--, ούτε ότι αν ήταν ανάποδα η φάση κάμποσοι δικοί μας θα έλεγαν --χωρίς να έχουν δίκιο-- τα ίδια).

Ας μην μασάμε άλλο τα λόγια μας: η ΑΕΚ αδικήθηκε, αδικείται και θα συνεχίσει να αδικείται, γιατί είναι πάντα αδικημένη! Αδικημένη από φώτα που σβήνουν, δακρυγόνα που πέφτουν και φάβα γκολ που τρώει ο Καρκαμάνης, γεγονότα που επιτρέπουν στους κακοπροαίρετους να σπιλώνουν την αμόλυντη Μητέρα, ενώ αυτά αποτελούν απλά την ομορφιά του ποδοσφαίρου. Αδικημένη όταν προηγείται με γκολ οφσάιντ ή ανύπαρκτο πέναλτι και μετά διασύρεται, αφού αυτές είναι ενέργειες μιας παγκόσμιας συνωμοσίας για να λοιδορείται η άμεμπτη Μάνα. Αδικημένη από τη ζωή, το Σύμπαν και τα Πάντα, αλλά κυρίως τον Τζόρτζεβιτς, που όπου την πετύχαινε της υπενθύμιζε την αξία του σεβασμού.

Από την άλλη, πώς να πιστέψουμε ότι Πορτογάλος διαιτητής ή Varίστας θα τολμούσε ποτέ να αδικήσει την ομάδα του αγνού φιλάθλου, a.k.a. Αίλουρου των Διοικήσεων, όταν ο τελευταίος Πορτογάλος που, σύμφωνα με την ουδέτερη και αντικειμενική ματιά των μπαλαδόφατσων ρεπόρτερ της ΑΕΚ, αδίκησε τη Μάνα των Ενώσεων, σε αγώνα με τον Άρη, έζησε τον μύθο του στην Ελλάδα, με κάποιον σωσία του αγνού φιλάθλου να του στρίβει τους όρχεις;

Στα πιο σοβαρά: ο Ολυμπιακός με την ΑΕΚ ήταν επιεικώς μέτριος και με την Φενέρ σχετικά καλός. Η πραγματικότητα παραμένει ότι τα καλά παιχνίδια της χρονιάς εξακολουθούν να μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Όμως: ο Ολυμπιακός έχει ήδη εξασφαλίσει, τουλάχιστον, την πρόκριση στην επόμενη φάση του Europa (ως δεύτερος στο γκρουπ, θα δώσει διπλούς αγώνες πλέι-οφ, με ομάδα που θα τερματίσει τρίτη σε όμιλο Champions League, στις 17 και 24 Φεβρουαρίου, για την πρόκριση στους 16 του Europa). Ταυτόχρονα προηγείται στο πρωτάθλημα με έξι βαθμούς από την ΑΕΚ και επτά από τον ΠΑΟΚ (νικώντας την πρώτη 2-3 και τον δεύτερο 2-1, σε αγώνα που σκανδαλωδώς έγινε χωρίς θεατές).

Όλοι βλέπουμε (και γκρινιάζουμε) πως η ομάδα δεν έχει φτάσει ακόμα στα επιθυμητά επίπεδα φυσικής κατάστασης και καλής προσαρμογής των καλοκαιρινών μεταγραφών. Είναι βέβαιο πως ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για το αν ο χρόνος κυλάει υπέρ του Ολυμπιακού και ότι η κριτική (πρέπει να) είναι πάντα ευπρόσδεκτη. Θα ήταν άδικο, όμως, να μην αναγνωριστεί πως ακόμα και αυτός ο προβληματικός, Ολυμπιακός, παραμένει ένας αντίπαλος που χρειάζεται ποιότητα και τύχη για να τον καταβάλεις. Όπως επίσης ότι αν φέρνει τέτοια αποτελέσματα με τέτοια εικόνα, τι θα γίνει αν φορμαριστεί στη συνέχεια και αρχίσουν να αποδίδουν και οι άλλες (καλές) μεταγραφές;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου