Δευτέρα 5 Ιουλίου 2021

Οι άγνωστοι ξένοι που δεν έπαιξαν ποτέ επίσημα στον Ολυμπιακό: Τα «παλτά» που δεν ήταν «παλτά»

Άσχετα από το αν η λέξη «παλτά» είναι γραμματικά σωστή, αν είναι άκλιτη ή όχι, το σίγουρο είναι ότι έχει αφομοιωθεί στην ελληνική γλώσσα και επικρατήσει. Το ίδιο συμβαίνει και στο ποδοσφαιρικό λεξιλόγιο, όπου η λέξη-όρος έχει τη δική της γνωστή, συγκεκριμένη εννοιολογική σημασία. Για «παλτά» λοιπόν θα μιλήσουμε σήμερα και μάλιστα για αλλοδαπά παλτά. 









Του Θεολόγου Μιχαλίδη

Πολλοί ξένοι παίκτες πέρασαν από τον Ολυμπιακό και αποκλήθηκαν, καταγράφηκαν ή έμειναν στη μνήμη ως παλτά. Αυτό ισχύει όχι μόνο για όσους έπαιξαν με την ομάδα σε επίσημους αγώνες της ομάδας και αυτοί είναι λίγο-πολύ γνωστοί. Αυτοί στο κάτω-κάτω δεν έδειξαν τίποτε  οπότε ο χαρακτηρισμός παλτά θα μπορούσε να θεωρηθεί κατά το μάλλον ή ήττον βάσιμος. Το κλασικό ερώτημα-επωδός, που συνοδεύει τα εν λόγω παλτά είναι: «Πού τους βρήκαν και μας τους κουβάλησαν αυτούς εδώ πέρα;» 

Ωστόσο υπήρξαν και κάποιοι αλλοδαποί που δεν μπόρεσαν ή δεν πρόλαβαν καν να παίξουν σε επίσημους αγώνες του Ολυμπιακού κι όμως θεωρήθηκαν κι αυτοί παλτά. Μόνο που κάποια από τα παλτά της συγκεκριμένης κατηγορίας δεν ήταν ακριβώς αυτό που λέμε παλτά. Δεν υπήρχαν όμως τότε πληροφορίες στο διαδίκτυο για να βοηθήσουν να μάθουμε πόσο αξιόλογοι ήταν ή πόσο αξιόλογοι αποδείχθηκαν. 

Θυμάμαι τρεις χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις του παρελθόντος, που στοιχηματίζω ότι είναι άγνωστοι το 99% των αναγνωστών:

1. Οσβάλντο Παλαβιτσίνο: Εποχή Γουλανδρή (Ιούνης 1972)

Ο Ολυμπιακός είχε τότε επαφές και διασυνδέσεις με την αγορά της Νότιας Αμερικής λόγω της παρουσίας του δαιμόνιου άτυπου μάνατζερ Σκλαβούνου. Τον Ιούνιο του 1972, ήρθε να δοκιμαστεί και ενδεχομένως να αποκτηθεί ο Αργεντίνος επιθετικός Παλαβιτσίνο. Το επώνυμό του, όπως γράφτηκε κάπου, ήταν ιταλικής καταγωγής και προέλευσης και σήμαινε: «ο έχων εγγύτητα με την μπάλα», με άλλα λόγια, σε μια πιο ελεύθερη μετάφραση: «εκείνος που κατέχει το τόπι». Ίσως να έπαιξε κάποιο ρόλο κι αυτό στην καλλιέργεια προσδοκιών των φιλάθλων. 

Αντίθετα από τις πολυδιαφημισμένες και εντυπωσιακές μεταγραφές των άλλων Νοτιαμερικάνων (π.χ. των Πολέτι, Άλτσιμπαρ, Νικολάου, Βιέρα, Λοσάντα κ.λπ.) της εποχής εκείνης, η δική του περίπτωση ήταν χαμηλόφωνη. Ο παίκτης, που ήταν τότε 23 ετών, δεν είχε κάνει εντυπωσιακά πράγματα στην καριέρα του στις ομάδες της Αργεντινής, που είχε αγωνιστεί (Ρασίνγκ και Βέλεζ). Θεωρείτο όμως ταλέντο. 

Στον Ολυμπιακό ήρθε στο τέλος της σεζόν 1971/72 και όχι στην αρχή της σεζόν 1972/73. Το γεγονός αυτό έπαιξε ρόλο, αφού όλοι οι προβολείς του ενδιαφέροντος ακριβώς εκείνες τις ημέρες ήταν στραμμένοι στη πανάκριβη μεταγραφή του Νικολάου, με αποτέλεσμα, μοιραία, να γίνονται συγκρίσεις και ο παίκτης να περάσει στο περιθώριο. Ο Ολυμπιακός αποφάσισε να τον χρησιμοποιήσει δοκιμαστικά στο περίφημο φιλικό της 12.6.1972 με τη βραζιλιάνικη Κορίνθιανς στο Καραϊσκάκη, που έμεινε στην ιστορία επειδή στο ματς εκείνο αρχηγός του Ολυμπιακού ήταν ο θρυλικός Μπόμπι Μουρ. Ο Παλαβιτσίνο αγωνίστηκε στην ενδεκάδα σε όλον τον αγώνα και είχε καλή απόδοση. Αν και σχετικά ψηλός, έδειξε πως ήξερε μπάλα και ήταν διεισδυτικός. Το επόμενο ματς στο οποίο έπαιξε ήταν ένα φιλικό με τον ΠΑΟΚ, που έγινε λίγες μέρες αργότερα στη Τούμπα, όπου μπήκε αλλαγή στο τελευταίο ημίωρο. 

Αυτό έμελλε να ήταν και το τελευταίο παιχνίδι του στην Ελλάδα. Ο Ολυμπιακός δεν τον πίστεψε και δεν τον κράτησε. Ασφαλώς πολύ σημαντικό ρόλο σε αυτή την απόφαση έπαιξε μια απόφαση της αθλητικής ηγεσίας της χούντας, η οποία μετά από μια εβδομάδα περίπου από την πρώτη εμφάνισή του απαγόρευσε τη συμμετοχή αλλοδαπών παικτών σε φιλικούς ποδοσφαιρικούς αγώνες ελληνικών ομάδων, εφόσον τυπικά δεν ανήκαν σε αυτές. Οι κακές γλώσσες λένε ότι η συμμετοχή του Παλαβιτσίνο στους αγώνες του Ολυμπιακού υπήρξε το γεγονός που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει και να προκαλέσει την χουντική απαγορευτική απόφαση. Η ρατσιστική δικτατορία του motto: «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» αγανάκτησε όταν είδε έναν τυχάρπαστο και πιθανότατα στα μάτια της απολίτιστο Ινδιάνο (γιατί όντως Ινδιάνος ήταν ο Παλαβιτσίνο) να παίζει μπάλα σε ελληνική ομάδα στη θέση των λευκών παικτών παιδιών της πατρίδας. 

Η εξέλιξη αυτή σήμαινε ότι ο Ολυμπιακός δεν θα μπορούσε πλέον να δοκιμάσει τον παίκτη σε άλλα φιλικά ματς και θα έπρεπε να αποφασίσει αν θα επιμείνει και θα κινηθεί για να τον αποκτήσει (με κανονική μεταγραφή) ή όχι. Τελικά ο Ολυμπιακός αποφάσισε να μην ασχοληθεί μαζί του. Άλλωστε ο Πετρόπουλος ακόμη δεν είχε αναλάβει τυπικά και επίσημα προπονητής του Ολυμπιακού και δεν βρισκόταν στον πάγκο της ομάδας στα δύο ματς που έπαιξε ο Παλαβιτσίνο. Αλλά και γενικότερα ο Λάκης δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου για την περίπτωσή του. Επιπλέον ο παίκτης δεν είχε να επιδείξει ποδοσφαιρικές περγαμηνές. 

Ο αθλητικός Τύπος της χώρας μας δεν έγραψε πολλά. Ωστόσο έσπευσε να επιδοκιμάσει την απόφαση του Ολυμπιακού και να κριτικάρει επιφυλακτικά τις ποδοσφαιρικές ικανότητες του παίκτη και να αμφισβητήσει τις δυνατότητες που είχε να αγωνιστεί στον Ολυμπιακό. Με τον τρόπο αυτό συνέβαλε αποφασιστικά στο να εδραιωθεί στο φίλαθλο κοινό του Ολυμπιακού η αίσθηση ότι καλώς απορρίφθηκε, κατά επιβεβαίωση της λαϊκής παροιμίας: «Δεν έχασε η Βενετιά βελόνι». Δεν γνωρίζουμε αν τυχόν υπήρχε και οικονομική απόσταση κατά τις διαπραγματεύσεις. Πάντως εκείνη την εποχή ο Γουλανδρής έπαιρνε όποιον παίκτη ήθελε, χωρίς να φείδεται εξόδων, αρκεί να είχε τη διαβεβαίωση όσων εμπιστευόταν για την αξία του παίκτη.

Ο Παλαβιτσίνο επέστρεψε στην Αργεντινή, όπου κάθισε μέχρι το 1974, περνώντας από άλλες δύο ομάδες, τη Νουέβα Σικάγο και την Αρζεντίνος Τζούνιορς. Ωστόσο το μεγάλο άλμα στη καριέρα του ήρθε αργότερα, το 1975, όταν αποφάσισε να πάει στην Κολομβία. Εκεί αγωνίστηκε συνεχώς επί δέκα χρόνια και αναδείχθηκε σε μια από τις πιο επιδραστικές μορφές ξένων ποδοσφαιριστών που πέρασαν ποτέ από τη συγκεκριμένη χώρα. Αγωνίστηκε σε 10 συνολικά ομάδες της Κολομβίας μεταξύ των οποίων και οι μεγαλύτερες της χώρας όπως η Ατλέτικο Νασιονάλ Μεντεγίν (1977-1979, 166 συμμετοχές – 83 γκολ), η Μιλλιονάριος (1982, 43 συμμετοχές - 19 γκολ) και πολλές άλλες. Συνολικά πέτυχε 204 γκολ στην καριέρα του στη Κολομβία, γεγονός που τον έχει κατατάξει στους μεγαλύτερους σκόρερ (ιδίως ξένους) όλων των εποχών για την Κολομβία. Μπορούμε να πούμε ότι άφησε τη σφραγίδα του στο κολομβιανό ποδόσφαιρο. 

Αποσύρθηκε από τα γήπεδα το 1985 και πέθανε πέρυσι, το καλοκαίρι του 2020. Η είδηση του θανάτου σκόρπισε μεγάλη λύπη στη Κολομβία, όπου ήταν πολύ αγαπητός. Έγιναν πολλά αφιερώματα και εκδηλώσεις προς τιμήν του ίδιου και της μνήμης του. 

2.Μάριο Λιούσι: Εποχή Νταϊφά (Αύγουστος 1979)

Στη προετοιμασία του Ολυμπιακού, που γινόταν τον Αύγουστο του 1979, στο Λιντς της Αυστρίας, εμφανίστηκε ξαφνικά ένας μυστηριώδης ξένος επιθετικός, που από ό,τι λεγόταν ήταν Ουρουγουανός. Η είδηση στην αρχή κρατήθηκε μυστική. Ούτε καν το όνομα του παίκτη δεν αποκαλύφθηκε αρχικά στους δημοσιογράφους. Αργότερα, και πάντα με το σταγονόμετρο, θα διέρρεαν οι πρώτες ειδήσεις, παραμορφωμένες, ως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις. Πρώτα έγραψαν πως λεγόταν Λουίτζι, μετά έλεγαν πως λεγόταν Λούσιτς. Τελικά γράφτηκε το σωστό όνομα. Ο παίκτης λεγόταν Λιούσι. 

Όμως και γενικότερα τον παίκτη Λιούσι καλύπτει ένα μυστήριο, που έχει επισημανθεί και από αλλοδαπούς στατιστικολόγους. Ελάχιστα πράγματα από τη ζωή του (π.χ. ούτε καν ο τόπος και ο χρόνος γέννησης του) αλλά και της εν γένει σταδιοδρομίας του έχουν καταγραφεί και έχουν γίνει γνωστά. Google/Wikipedia, TransferMarkt κ.λπ. δεν έχουν τίποτε. Ακόμη και σε έγκυρα μητρώα Ουρουγουανών ποδοσφαιριστών υπάρχουν παύλες στις θέσεις των στοιχείων του. Ο,τι υπάρχει για αυτόν προέρχεται αποσπασματικά από την ιστορία της Πενιαρόλ ή από πηγές «από εδώ και από εκεί». 

Πάντως ο Λιούσι δεν ήταν ένας τυχαίος παίκτης, αν και σχεδόν κανένας δεν τον γνώριζε, όταν ήρθε στην Ελλάδα. Είχε παίξει άλλοτε ως βασικός και άλλοτε ως σχεδόν βασικός για 3 χρόνια (1973-1975) στη μεγάλη Πενιαρόλ. Είχε κατακτήσει με την ομάδα του πρωταθλήματα και άλλους τίτλους στην Ουρουγουάη. Είχε συμπαίκτη στην επίθεση τον θρυλικό Μορένα, έναν από τους μεγαλύτερους επιθετικούς, που έβγαλε ποτέ το ποδόσφαιρο της Ουρουγουάης. Είχε πρωταγωνιστήσει σκοράροντας σε επικές νίκες της Πενιαρόλ ιδίως κατά της μισητής Νασιονάλ, που είχαν μείνει άσβεστες στη μνήμη των οπαδών της ομάδας. Είχε διακριθεί σε αγώνες του Κόπα Λιμπερταδόρες κ.λπ. Χτυπούσε και πέναλτι, πράγμα που ιδίως στην Νότιο Αμερική υποδήλωνε τεχνίτη ποδοσφαιριστή. Για τους οπαδούς της Πενιαρόλ σήμαινε πολλά. 

Στον Ολυμπιακό αγωνίστηκε δοκιμαστικά μόνο σε πολλά φιλικά ματς, κατά τη διάρκεια του Αυγούστου του 1979. Σύμφωνα με την πολύ λεπτομερή και αρκετά έγκυρη έκδοση 71 Χρόνια Ολυμπιακός από τον εκδοτικό οίκο Αλεξανδρή, συμμετείχε σε τουλάχιστον 11 φιλικά ματς του Ολυμπιακού. Πάντως και εδώ δεν είναι βέβαιο αν τα στοιχεία είναι απολύτως ορθά, καθώς διαφοροποιούνται σε κάποια επιμέρους πράγματα από άλλα στοιχεία του Τύπου της εποχής. Σε αυτά τα φιλικά ματς που έπαιξε ο Λιούσι σκόραρε 3 φορές, τόσο με σουτ όσο και με κεφαλιά.. Τις δύο φορές εναντίον ελληνικών ομάδων (Ατρόμητου, Πανιωνίου) και την άλλη (και σημαντικότερη) σε ένα φιλικό αγώνα με την Άιντραχτ Φρανκφούρτης (η οποία τότε είχε τους σπουδαίους Γερμανούς διεθνείς άσσους Γκραμπόφσκι και Χόλτσεμπάιν, για όσους ξέρουν) Ο συγκεκριμένος αγώνας διεξήχθη την 22/8/1979 στο κατάμεστο από 40.000 θεατές Καραισκάκη. Κατά μια έγκυρη πηγή, είχε σκοράρει και σε φιλικά διεθνή ματς της προετοιμασίας στην Αυστρία, αλλά διασταυρωμένα επίσημα στοιχεία δεν υπάρχουν. Η απόδοση του Λιούσι δεν επέτρεπε να σχηματιστεί μια ολοκληρωμένη άποψη. Σε άλλα ματς ήταν καλός και σε άλλα ματς μέτριος, με αποτέλεσμα οι δοκιμές να συνεχίζονται όλο τον Αύγουστο. 

Ο Λιούσι ήταν κι αυτός προϊόν των νοτιοαμερικανικών διασυνδέσεων και γνωριμιών του διαχρονικού Σκλαβούνου. Δεν ήταν ο βασικός μεταγραφικός στόχος. Ο βασικός μεταγραφικός στόχος ήταν ο συμπατριώτης και συμπαίκτης του στη Πενιαρόλ Μορένα, αλλά ο τελευταίος προτίμησε την Ισπανία. Πιθανόν ο Μορένα να μεσολάβησε και σύστησε τον Λιούσι. Ο Τόζα Βεσελίνοβιτς, που ήταν τότε προπονητής της ομάδας, δεν τον πολυσυμπαθούσε. Άλλωστε δεν εμπιστευόταν, γενικότερα, τους Νοτιοαμερικάνους ποδοσφαιριστές. 

Το κρίσιμο τελικό τεστ ήταν μια σειρά φιλικών αγώνων του Ολυμπιακού με τις τρεις πολύ ισχυρές τότε ομάδες της Θεσσαλονίκης, που θα γινόντουσαν τέλη Αυγούστου. Τόσο ο Ολυμπιακός όσο και ο Λιούσι δεν απέδωσαν καλά, τουλάχιστον συνολικά (και στα τρία ματς). Σύμφωνα με τις πληροφορίες που υπάρχουν, ο Τόζα είχε ήδη πάρει την απόφαση νωρίτερα, εκνευρισμένος από την φιλική ήττα 3-0 στο Καυταντζόγλειο από την ομάδα του Χατζηπαναγή. Έτσι ο Ολυμπιακός απέρριψε τον παίκτη, με εισήγηση του Τόζα. 

Ο αθλητικός Τύπος της χώρας δεν ασχολήθηκε και πολύ με το θέμα. Πάντως τάχθηκε ανεπιφύλακτα με το μέρος της διοίκησης και θεώρησε τον παίκτη πολύ λίγο για τον Ολυμπιακό, αγνοώντας τις περγαμηνές και τις εμπειρίες του. Από την άλλη πλευρά βέβαια, όταν ο παίκτης ήρθε στον Ολυμπιακό ήταν κατά 4 χρόνια μεγαλύτερος σε ηλικία από τη θριαμβευτική εποχή του στην Πενιαρόλ. 

3. Έντσον Αταλίμπα: Εποχή Νταϊφά και πάλι (Νοέμβρης 1979)

Μετά τα μέσα Νοέμβρη του 1979, ήρθε στην Ελλάδα, προκειμένου να δοκιμαστεί και να αποκτηθεί από τον Ολυμπιακό, ο Βραζιλιάνος επιθετικός Αταλίμπα, ο οποίος τότε ήταν 23 ετών. Προερχόταν από τη Γιουβέντους Σάο Πάολο. Και μόνο το άκουσμα του ονόματός του τότε είχε προκαλέσει φρενίτιδα σχολίων. Το σύνθημα «κάντα λίμπα Αταλίμπα!» βρέθηκε στα χείλη της πλειοψηφίας των φιλάθλων της εποχής. Δεν είναι καθόλου υπερβολικό να πούμε ότι το όνομά του έγινε τελικά ένα αρνητικό στοιχείο στην εξέλιξη της υπόθεσης της μεταγραφής. Έπαιξε κι αυτό τον ρόλο του στην υποτίμηση της αγωνιστικής αξίας του παίκτη. 

Η περίοδος των μεταγραφών μέσα στην οποία θα αποκτούσαμε τον Αταλίμπα ήταν χειμωνιάτικη (μεταγραφική περίοδος Δεκεμβρίου). Ο Νταϊφάς δεν είχε πρόβλημα με αυτό, καθώς είχε κάνει κι άλλες χειμωνιάτικες μεταγραφές, στη μέση της σεζόν. Ωστόσο σχεδόν όλοι περίμεναν ότι η εποχή και το κρύο θα εμπόδιζαν ένα Βραζιλιάνο να δείξει την αξία του. 

Σημειωτέο ότι είχαν προηγηθεί πολύωρες διαπραγματεύσεις, που κατέληξαν σε μια καταρχήν συμφωνία. Η μεταγραφή επρόκειτο να ήταν πολύ ακριβή, αφού ο Νταϊφάς θεώρησε πως είχε μπροστά του κελεπούρι, σύμφωνα με τις συστάσεις Σκλαβούνου. Το συνολικό ποσό της μεταγραφής, θα έφτανε, σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής σε οκταψήφιο (!) νούμερο δραχμών, για τριετές συμβόλαιο, χωρίς να συνυπολογίζονται τα πριμ υπογραφής για την πρώτη τριετία και τη δεύτερη τριετία (σε περίπτωση ανανέωσης) που ήταν αντίστοιχα 30.000 και 50.000 δολάρια. Ο μόνος όρος που υπήρχε ήταν να υπάρξει θετική γνώμη του προπονητή, αφού προηγουμένως ο παίκτης θα έπρεπε να είχε δοκιμαστεί σε φιλικούς αγώνες.

Οι επιφυλάξεις που υπήρχαν για την αξία του παίκτη διαλύθηκαν μετά την εμφάνισή του μετά από δύο μέρες στη Γλυφάδα και στο Περιστέρι, σε φιλικά και εσωτερικά διπλά που έγιναν ειδικά, προκειμένου να δοκιμαστεί. Ο Αταλίμπα έδειξε σπουδαία προσόντα. Ο Τόζα παραδέχθηκε διπλωματικά μετά τον αγώνα πως ο Βραζιλιάνος «θα μπορούσε να παίξει στην πρώτη ομάδα, αρκεί να μπορούσε να προσαρμοστεί». Η μεταγραφή του παίκτη εκείνη τη στιγμή φαινόταν σίγουρη. 

Από εκείνο το σημείο και έπειτα τα πράγματα άλλαξαν άρδην. Ο Τόζα Βεσελίνοβιτς στην πραγματικότητα δεν ήθελε τον παίκτη και το είπε την ίδια μέρα στον Πρόεδρο. Του είπε ότι ναι μεν ήταν καλός παίκτης, πλην όμως δεν ήταν ο τύπος του επιθετικού που είχε ανάγκη ο Ολυμπιακός, αφού δεν είχε τα χαρακτηριστικά του σέντερ-φορ, που ο ίδιος ήθελε. Αμέσως μετά, την ίδια μέρα, μια παρέα από παλαίμαχους θρύλους του Ολυμπιακού που επηρέαζαν τον Νταϊφά, οι Δαρίβας, Μπέμπης, Υφαντής και Ζαντέρογλου, επισκέφθηκαν τον Νταϊφά και, σε συζήτηση μαζί του, εξέφρασαν την ίδια άποψη με αυτήν του Τόζα. Ο Νταϊφάς κάμφθηκε. Ο παίκτης απορρίφθηκε, με το αιτιολογικό ότι δοκιμάστηκε και δεν έπεισε τον προπονητή για την αξία του. Η μεταγραφή δεν έγινε. 

Ο αθλητικός Τύπος και πάλι δεν ασχολήθηκε και πολύ. Πάντως στάθηκε όπως πάντα αρωγός της διοίκησης. Συμμερίστηκε και επιδοκίμασε την απόρριψη του παίκτη, εμπεδώνοντας στη συνείδηση του κόσμου ότι ο παίκτης δεν ήταν τίποτε το σπουδαίο και πολύ δύσκολα θα μπορούσε να αγωνιστεί στην πρώτη ομάδα. Λίγο αργότερα μάλιστα όταν αποκτήθηκε ο καλός Σουηδός φορ Άλστρομ όλοι μακάριζαν τον Πρόεδρο που δεν είχε πάρει τον Αταλίμπα (άκου Αταλίμπα !).

Ο Αταλίμπα επέστρεψε στη Γιουβέντους Σάο Πάολο, όπου έμεινε μέχρι το 1982. Το 1982 η καριέρα του απογειώθηκε όταν μεταγράφηκε στην Κορίνθιανς, τη δεύτερη (μετά τη Φλαμένγκο) πιο δημοφιλή ομάδα στη Βραζιλία, με πάρα πολλά εκατομμύρια οπαδούς. Στη Κορίνθιανς έμεινε μέχρι το 1984 κατακτώντας δύο φορές το πρωτάθλημα Paulista του Σάο Πάολο (1982, 1983), παίζοντας βασικός και σημειώνοντας μερικά αποφασιστικά γκολ. Το σπουδαιότερο όμως ήταν ότι αποτέλεσε στο πλευρό του μεγάλου Σόκρατες έναν από τους βασικούς πρωταγωνιστές και συντελεστές του σημαντικότερου κοινωνικού εγχειρήματος/κατορθώματος, που έγινε ποτέ στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου και μάλιστα εν καιρώ απολυταρχικής διακυβέρνησης της χώρας, της περίφημης «Democracia Corinthiana». Ο Αταλίμπα έχει μείνει στη μνήμη των φιλάθλων της ομάδας και όλων των φιλάθλων της Βραζιλίας ως μια εξαιρετικά αγαπητή μορφή. Το 1985 μετακινήθηκε στη Σάντος, όπου πήρε έναν ακόμη τίτλο. Ακολούθησε μια σχετικά καλή αγωνιστική πορεία, αλλά σε μικρότερες ομάδες, για να σταματήσει το ποδόσφαιρο το 1990. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου