Πέμπτη 15 Απριλίου 2021

Απρίλης 1980: Το σπάσιμο της συμφωνίας για τον Νικολούδη και η επίθεση κατά του Ρίνγκο

Δύο απριλιάτικες ιστορίες από το παρελθόν. Στη μία, πρωταγωνιστές ο Νταϊφάς, ο Νικολούδης και η manaAEK. Στην άλλη, η Κόρινθος, ο Ρίνγκο και οι απαρχές του «βαρδινογιαννισμού».







Του Θεολόγου Μιχαηλίδη

1. Η ΑΘΕΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟΛΟΥΔΗ

Το καλοκαίρι του 1979, είχαν γίνει κοσμογονικές αλλαγές στο ελληνικό ποδόσφαιρο, το οποίο από την περίοδο 1979/80 θα είχε πλέον το πρώτο του επίσημο επαγγελματικό πρωτάθλημα. Εκείνο το καλοκαίρι, τον μεν Ολυμπιακό πήρε ο Νταϊφάς, ως επικεφαλής ομάδας εφοπλιστών, τον δε ΠΑΟ η οικογένεια Βαρδινογιάννη, που τοποθέτησε Πρόεδρο τον Γιώργο Βαρδινογιάννη (ή «πιστολέρο» ή «Ρίνγκο» ή «καπετάνιο»). Η προσπάθεια αμφοτέρων (Νταϊφά και Βαρδινογιάννη), που σημειωτέον τότε είχαν, μεταξύ τους, προσωπικές σχέσεις όχι απλώς καλές, αλλά φιλικές και «κουμπαρικές», ήταν να εκθρονίσουν την πρωταθλήτρια ΑΕΚ του Μπάρλου, η οποία εκείνη την εποχή είχε μια πολύ ισχυρή ομάδα. 

Το πρώτο μέλημα του Νταϊφά ήταν να ενισχύσει σημαντικά την ομάδα με μεταγραφές. Παρά την μεγάλη ανάγκη της ομάδας για ενίσχυση, ο Νταϊφάς δεν ήταν σπάταλος, ούτε καν ανοιχτοχέρης. Ανέκαθεν ήταν σκληρός διαπραγματευτής και δεν πέταγε λεφτά για περιπτώσεις, που δεν τα άξιζαν. Ακόμη και για τη μεταγραφή του μεγάλου Αναστόπουλου ήταν διστακτικός, παρά τη δεδομένη ξεκάθαρη προτίμηση του Ολυμπιακού εκ μέρους του Νίκου. Με το ζόρι μετέτρεψε ένα ποσό συναλλάγματος περίπου 1.200.000 δολαρίων σε ελληνικές δραχμές, προκειμένου να ολοκληρώσει την μεταγραφή, που απαιτούσε όλος ο λαός του Ολυμπιακού. Την ώρα που έκλεισε τη μεταγραφή, το είχε σχεδόν μετανιώσει, όπως φάνηκε από τις δηλώσεις που έκανε, μέσα στο καθολικό κλίμα χαράς και αγαλλίασης που επικρατούσε: «Δαπανήθηκε ένα τεράστιο ποσό, αλλά να ξέρετε πως κάτι ανάλογο δεν θα ξανασυμβεί στο μέλλον». 

Μια από τις σημαντικότερες μεταγραφικές κινήσεις, που έκανε τότε ήταν η απόκτηση του Τάκη Νικολούδη, την οποία λίγοι την περίμεναν, αφού ο Νικολούδης ήταν ένας από τους βασικότερους συντελεστές των επιτυχιών της ΑΕΚ εκείνη την εποχή. Είχε πάρει τίτλους με την ΑΕΚ και είχε πρωταγωνιστήσει στην πολύ πετυχημένη πορεία της ομάδας στο ΟΥΕΦΑ, όταν είχε φτάσει ένα βήμα από τον τελικό, για να αποκλειστεί από τη μεγάλη Γιουβέντους του Τραπατόνι, η οποία είχε τότε στις τάξεις της παίκτες όπως οι Τζοφ, Σιρέα,Τζεντίλε, Μπενέτι, Ταρντέλι, Κάουζιο, Μπέτεγκα και Μπονισένια. 

Ωστόσο ήρθε και η εποχή που οι δουλειές του Μπάρλου σταμάτησαν να είναι επικερδείς. Παράλληλα, οι συνεχείς επιτυχίες της ΑΕΚ τον είχαν εξαντλήσει οικονομικά, αφού ήταν γαλαντόμος και είχε δαπανήσει πολύ μεγάλα ποσά για υψηλά πριμ (τίτλων και προκρίσεων), για πανάκριβες μεταγραφές (Αρδίζογλου, Μαύρος, Μπάγεβιτς κ.ά.), ενώ έδινε και πολύ ακριβά συμβόλαια στους παίκτες (Βιέρα, Δομάζος κ.ά.). Έπρεπε λοιπόν να συμμαζέψει κάπως την κατάσταση. Τη συγκυρία αυτή εκμεταλλεύθηκε ο Νταϊφάς, που αγόρασε τον Νικολούδη με ένα ποσό 8.000.000 δρχ., αλλά και τις εισπράξεις δύο φιλικών (που τότε γινόντουσαν σε κατάμεστα γήπεδα). Ήταν η πρώτη φορά που γινόταν απευθείας μεταγραφή ενός κορυφαίου παίκτη από την ΑΕΚ στον Ολυμπιακό. Μάλιστα ήταν μια μεταγραφή χειμωνιάτικη (Δεκέμβρης του 1979) γεγονός που την έκανε ακόμη πιο απροσδόκητη. 

Στο στρατόπεδο της ΑΕΚ υπήρξαν αντιδράσεις, αλλά το γεγονός ότι η απόδοση του Νικολούδη είχε αρχίσει κάπως να πέφτει, σε συνδυασμό με την ηλικία του (29 ετών) μείωσε την ένταση των αντιδράσεων αυτών. Επιπλέον, πολλοί στην ΑΕΚ θυμόντουσαν ότι ο Ολυμπιακός, όταν κι αυτός είχε συναντήσει οικονομικές δυσκολίες, μετά την αποχώρηση του Γουλανδρή, δεν είχε ανανεώσει το συμβόλαιο του Βιέρα, αφήνοντας τον ελεύθερο, αλλά μόνο για την ΑΕΚ και όχι για τον ΠΑΟ. Αυτή ήταν η συμφωνία Ολυμπιακού και Βιέρα, την οποία γνώριζε εξαρχής η ΑΕΚ. Η ΑΕΚ λοιπόν έδωσε τον παίκτη στον Ολυμπιακό, αλλά επειδή ο Νικολούδης αποτελούσε ένα ποδοσφαιρικό είδωλο για την ΑΕΚ συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο προέδρων των ομάδων να μην αγωνιστεί ο παίκτης με τον Ολυμπιακό εναντίον της προηγούμενης ομάδας του.  

Η απόκτηση του Νικολούδη δεν άρεσε σε αρκετούς στον Ολυμπιακό, παρά την αναγνωρισμένη αξία του παίκτη. Κατ’ αρχάς προερχόταν από την ΑΕΚ, η οποία είχε κλέψει στα χαρτιά το προηγούμενο πρωτάθλημα (1978/79) από τον Ολυμπιακό και οι δυσάρεστες αναμνήσεις ήταν πολύ νωπές. Εκείνο όμως που ενοχλούσε περισσότερο με τον Νικολούδη ήταν η φήμη που τον συνόδευε από τότε που έπαιζε στον Ηρακλή, σύμφωνα με την οποία δεν ήταν και το «αρνάκι του θεού». Ο κόσμος τον είχε πάρει από κακό μάτι λόγω της ενεργού ανάμιξης του και της πρωτοβάθμιας καταδίκης του στην περίφημη «υπόθεση των λουλουδιών» το 1975, όταν, ως παίκτης του Ηρακλή, είχε κατηγορηθεί για παθητική δωροδοκία, με χρήματα, τα οποία, κατά το κατηγορητήριο, θα προέρχονταν όχι από τον ίδιο τον επίσημο ΠΑΟ, αλλά από τους γνωστούς καταπράσινους παράγοντες Μαντζεβελάκη και Γιαννακόπουλο. Μάλιστα στο δικαστήριο είχε κατατεθεί πως, μεταξύ άλλων, ο Νικολούδης είχε πει στον συγκατηγορούμενο συμπαίκτη του σέντερ-μπακ Χαλιαμπάλια :«Έτσι κι αλλιώς ο Ηρακλής δεν πρόκειται να πάρει πρωτάθλημα, γιατί λοιπόν να μην τα κονομήσουμε;» Σύμφωνα με τις κατηγορίες, ο Νικολούδης φερόταν ότι είχε ζητήσει για τον εαυτό του τουλάχιστον 600.000 δραχμές. Ο Νικολούδης πρωτόδικα καταδικάστηκε, αλλά στην έφεση που άσκησε αθωώθηκε. Ωστόσο η ΑΕΚ τα είχε αγνοήσει όλα και τον είχε αποκτήσει αμέσως μόλις ο Ηρακλής τον έθεσε στο περιθώριο, λόγω δυσμένειας, που προκλήθηκε από τη συγκεκριμένη υπόθεση . Άλλωστε, μόνον η ΑΕΚ είχε ενδιαφερθεί για αυτόν, μετά από όλα όσα είχαν προηγηθεί.

Την 13/4/1980 ο τιμωρημένος (λόγω των επεισοδίων με τον Απόλλωνα) με ποινή αγωνιστική εξορίας Ολυμπιακός επρόκειτο να αντιμετωπίσει ως γηπεδούχος την ΑΕΚ σε ένα κρίσιμο ντέρμπι. Ο Ολυμπιακός είχε ζητήσει ο αγώνας να διεξαχθεί στη Λάρισα, ενώ η ΑΕΚ ήθελε να διεξαχθεί στη Χαλκίδα. Στην ψηφοφορία που ακολούθησε στο αρμόδιο όργανο (ΕΠΑΕ), επικράτησε η Χαλκίδα. Τότε ο οργισμένος Νταϊφάς θέλησε να αντιδράσει. Έτσι αποφάσισε να κάνει μια εντυπωσιακή κίνηση, αδιαφορώντας για το αν θα κατηγορηθεί. Θεώρησε τον εαυτό του και τον Ολυμπιακό αποδεσμευμένους από κάθε συμφωνημένη υποχρέωση απέναντι στην ΑΕΚ, λόγω της στάσης της πάνω στο θέμα γηπέδου του συγκεκριμένου αγώνα. Την 11/4/1980 λοιπόν ο Νταϊφάς δήλωσε σε ειδική συνέντευξη Τύπου ότι ο Ολυμπιακός θα έσπαγε την συμφωνία και θα χρησιμοποιούσε τον Νικολούδη εναντίον της ΑΕΚ, πράγμα που δεν είχε κάνει στον αγώνα του πρώτου γύρου στη Ν. Φιλαδέλφεια, αν και ο Νικολούδης ήταν και τότε ήδη παίκτης του Ολυμπιακού. Όπως είπε ο Νταϊφάς: «Υπό κανονικές συνθήκες θα ίσχυε η συμφωνία μας. Όμως δεν θα την τηρήσω, γιατί η ΑΕΚ δεν φέρθηκε καλά».

Η αθέτηση της συμφωνίας εκ μέρους του Νταϊφά προκάλεσε σάλο. Κατά την ΑΕΚ, ο Νταϊφάς ήταν ανέντιμος και αναξιόπιστος. Αν το γεγονός είχε γίνει στη σημερινή εποχή, θα ακουγόντουσαν τα διάφορα γνωστά κλισέ περί «παντελονιών». Ωστόσο κατά τον ΠΑΟΚ, λίγο αργότερα, ο Νταϊφάς θα αποδεικνυόταν απόλυτα έντιμος και «κύριος». Ο λόγος; Επειδή τήρησε την υπόσχεση του να μην πάρει τον Κούδα στον Ολυμπιακό, όταν ο τελευταίος είχε κλείσει δωδεκαετία, οπότε εκ του νόμου έμενε ελεύθερος και μπορούσε να πάει όπου ήθελε, εφόσον δεν ικανοποιούταν οικονομικά από την ομάδα όπου έπαιζε. Ο πατέρας του παίκτη, που είχε λυσσάξει από παλιά να τον φέρει στον Πειραιά, είχε κάνει ήδη τις επαφές και όλοι θεωρούσαν σίγουρο πως η συγκεκριμένη μεταγραφή, που ήταν να γίνει στο παρελθόν, θα γινόταν με δεκαπέντε χρόνια καθυστέρηση. Ο Κούδας βέβαια ήταν τότε 34 ετών, αλλά εξακολουθούσε να παίζει καλή μπάλα. Επιπλέον, ήταν θέμα γοήτρου για τις δύο ομάδες: για τον μεν ΠΑΟΚ να μη χάσει την σημαία του, αλλά να κρατήσει τον ηγέτη του για πάντα, για τον δε Ολυμπιακό να πραγματοποιήσει επιτέλους το μεγάλο μεταγραφικό απωθημένο του. Η μετακίνηση του Κούδα στον Ολυμπιακό φαινόταν σίγουρη, γιατί ο ΠΑΟΚ δεν μπορούσε να κάνει τίποτε, αφού η προσφορά του στον παίκτη ήταν μόνο 3.000.000 δρχ. και συνεπώς δεν μπορούσε να ισοφαρίσει την προσφορά του Ολυμπιακού, που εξαρχής ήταν πολύ μεγαλύτερη (4.500.000 δρχ.). Τότε ο Παντελάκης πήρε την πρωτοβουλία να επικοινωνήσει με τον Νταϊφά και να του ζητήσει να αποσυρθεί ο Ολυμπιακός, υποσχόμενος παράλληλα πως θα το εκτιμούσε και δεν θα το ξεχνούσε αν ο Νταϊφάς δεχόταν. Ο Νταϊφάς, που θυμόταν τι είχε γίνει στο παρελθόν με την υπόθεση Κούδα, του έδωσε τον λόγο του ότι θα αποσυρθεί και τον τήρησε. Ο Ολυμπιακός αποσύρθηκε και ο Κούδας αναγκαστικά έμεινε στον ΠΑΟΚ, ο οποίος τελικά --και εκ του ασφαλούς πλέον, γνωρίζοντας πώς δεν θα υπάρξει πλειστηριασμός-- αύξησε την προσφορά του στον παίκτη σε 4.000.000 δρχ. Μάλιστα, η συμφωνία αυτή ανάμεσα σε Νταϊφά και Παντελάκη για τον Κούδα αποτέλεσε και την βάση, πάνω στην οποία στηρίχτηκε στη συνέχεια η απόλυτα ομαλή μεταγραφή του Ορφανού από τον ΠΑΟΚ στον Ολυμπιακό.  

Ο Νικολούδης λοιπόν αγωνίστηκε κανονικά εναντίον της ΑΕΚ σε ένα πολύ σκληρό ντέρμπι, που έγινε στη Χαλκίδα και έληξε 0-0. Δεν απέδωσε καλά, πιθανώς επηρεασμένος από τα γεγονότα, αλλά φρόντισε τουλάχιστον να δείξει διάθεση. Ωστόσο δεν έλειψαν και κάποιοι φιλύποπτοι, που δεν τους άρεσε και πολύ που ο παίκτης σε μια φάση στο 55΄ δεν μπόρεσε από δύο μέτρα να στείλει την μπάλα στα δίχτυα του 20χρονου τότε Οικονομόπουλου , αν και οι περισσότεροι απέδωσαν την απώλεια της ευκαιρίας στο μπέρδεμα, που προκάλεσε η ανάμιξη στη φάση, του Καλτσά, που και εκείνος είχε τον ίδιο σκοπό, να σκοράρει. 

Υπήρξαν και κάποιοι αφελείς ΑΕΚτζήδες, που περίμεναν ότι ο Νικολούδης μπορεί να μην αγωνιζόταν, γιατί αγαπούσε την ΑΕΚ. Ωστόσο ο Νικολούδης ήταν επαγγελματίας, πάνω από όλα. Έπρεπε να παίξει και αυτό έκανε. Άλλωστε ο Νικολούδης έχει σκοράρει κιόλας με τη φανέλα του Ολυμπιακού κατά της ΑΕΚ για το πρωτάθλημα, ενώ το αντίστροφο δεν έχει συμβεί. Το ότι αγάπησε την ΑΕΚ περισσότερο από τον Ολυμπιακό το ξέρουν όλοι. Το έχει επανειλημμένα δηλώσει και ο ίδιος. Στην ΑΕΚ η θητεία του υπήρξε μακροβιότερη, αφού σε αυτήν επέστρεψε ξανά, όταν αποχώρησε από τον Ολυμπιακό και μάλιστα πάλι με μεταγραφή, που ήταν περιπετειώδης, αφού έγινε μεγάλος εσωτερικός πόλεμος στην ΑΕΚ μεταξύ των παραγόντων Αρκάδη και Παναγίδη σχετικά με το τι είχε συμβεί με τα χρήματα, που ήταν να δοθούν στον Ολυμπιακό. Την προτίμηση του Νικολούδη προς την ΑΕΚ δεν στάθηκε ικανό να αλλάξει ούτε το σημαντικότατο γεγονός πως περισσότερους τίτλους κατέκτησε με τον Ολυμπιακό, παρά με την ΑΕΚ. Ωστόσο, όπως ο ίδιος έχει επίσης δηλώσει «αν και ΑΕΚτζής, τον Ολυμπιακό τον ευχαριστώ και σέβομαι. Είναι μια πολύ μεγάλη ομάδα, που μου έδωσε πολλά». Άλλωστε τέτοιες αντιθέσεις είχε ζήσει από πολύ παλιά, από τον καιρό που ήταν ερασιτέχνης, αφού, όπως ο ίδιος είχε ομολογήσει, όταν πήγε στον Ηρακλή ήταν φανατικός οπαδός του Άρη.

Μετά τον αγώνα της Χαλκίδας με την ΑΕΚ, όταν ρωτήθηκε ο Μπάρλος αν περίμενε από τον Νικολούδη να αγωνιστεί αντίπαλος απέναντι στην παλιά του ομάδα ο Μπάρλος, εμφανώς εκνευρισμένος, απάντησε: «Ποιος είναι αυτός που είπατε; Τον αγνοώ τον κύριο. Για μένα δεν υπάρχει». 

Παρεμπιπτόντως, ο συγκεκριμένος αγώνας έμεινε στην ιστορία όχι για αγωνιστικούς λόγους, αλλά για τα μεγάλα επεισόδια που είχαν γίνει και το αλύπητο ξύλο και τον αδιάκοπο πετροπόλεμο κυρίως εκ μέρους οπαδών του Ολυμπιακού, πιο πολύ έξω από το γήπεδο. «Μακελειό στη Χαλκίδα» έγραφε την άλλη μέρα η Αθλητική Ηχώ. Ωστόσο ήταν κάτι το αναμενόμενο, αφού είχαν προηγηθεί πολλά γεγονότα, που είχαν πυροδοτήσει την ατμόσφαιρα του αγώνα. Η προηγηθείσα τιμωρία της έδρας του Ολυμπιακού, που από μία αγωνιστική αυξήθηκε σε τρεις, με παρέμβαση του ΓΓΑ Παπαναστασίου (ο οποίος είχε τότε --εκ του νόμου-- τη σχετική δυνατότητα) καθώς και μια σειρά από ανεκδιήγητες διαιτησίες σε βάρος του Ολυμπιακού είχαν κυριολεκτικά εξαγριώσει τους οπαδούς του Ολυμπιακού, αναγκάζοντας τη διοίκηση της ομάδας να προσφύγει στα δικαστήρια, αλλά και να ζητήσει επίσημα την μετάκληση ξένων διαιτητών κ.λπ. Ο ίδιος ο Νταϊφάς ήταν στα πρόθυρα παραίτησης για ό,τι συνέβαινε, όπως είχε ευθέως απειλήσει. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί και το πέναλτι (χέρι παίκτη της ΑΕΚ) στο 85΄ που δεν δόθηκε υπέρ του Ολυμπιακού (γεγονός που παραδέχτηκαν ακόμη και ουδέτεροι) από τον διαιτητή Ιορδανίδη, οποίος μεσοβδόμαδα είχε το θράσος να κάνει τις εξής δηλώσεις στον Τύπο: «Είμαι έντιμος και δεν πρόκειται να επηρεαστώ από τις συνεχείς φωνές και διαμαρτυρίες του Ολυμπιακού». 

Τελικά το πρώτο επαγγελματικό πρωτάθλημα της περιόδου 1979/80 κρίθηκε, ως γνωστό, στο μπαράζ του Βόλου μεταξύ Ολυμπιακού και Άρη. Ήταν ένα τρομερά αγωνιώδες και ανταγωνιστικό πρωτάθλημα, στο οποίο ο πρώτος από τον τέταρτο στην τελική βαθμολογία απείχε μόνο δύο βαθμούς (!!). Δηλαδή ακριβώς όπως το φετινό πρωτάθλημα…. 

Μια που μιλάμε για τον Νικολούδη πρέπει να πούμε για το τέλος της καριέρας του στον Ολυμπιακό, που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Από εκεί που ήταν αναντικατάστατος, ξαφνικά από το τέλος του Ιανουαρίου 1982 βρέθηκε εκτός βασικής ομάδας, χωρίς να ανακοινωθεί κάποιος συγκεκριμένος λόγος για τη μεταχείριση του αυτή. Από εκείνο το χρονικό σημείο και έπειτα είχε ουσιαστικά τελειώσει από τον Ολυμπιακό, καθώς ουδέποτε θα επέστρεφε στην ομάδα. Οι διαρροές στον τύπο έλεγαν ότι είχε πέσει στην δυσμένεια του τότε προπονητή του Ολυμπιακού Παναγούλια και τελούσε υπό μια σιωπηρή τιμωρία, χωρίς όμως να εξηγούνται οι λόγοι και τα τυχόν παραπτώματά του. Ο Νταϊφάς, που είχε φέρει τον Νικολούδη στον Ολυμπιακό, φαινόταν καθαρά ότι στήριζε τον Παναγούλια. Στο μεταξύ, οι φήμες και οι ψίθυροι, που είχαν ως αφετηρία το βεβαρημένο παρελθόν του παίκτη οργίαζαν. Διάφορα άσχημα και βαριά πράγματα ακούγονταν, ενώ κάποιοι άλλοι πιο μετριοπαθείς μιλούσαν για συνήθεις διαφωνίες μεταξύ παίκτη και προπονητή. Ο Νικολούδης πέρασε στην αντεπίθεση και βγήκε δημοσίως, ζητώντας να μάθει για ποιο λόγο δεν υπολογίζεται, προεξοφλώντας μάλιστα ότι δεν υπάρχει τίποτε το αληθινό σε βάρος του. Μεταξύ Ολυμπιακού και παίκτη έγιναν μυστικές συναντήσεις για συναινετικό διαζύγιο, αλλά τα μέρη δεν συμφώνησαν. Έτσι, στα τέλη Φεβρουαρίου 1982, ο Ολυμπιακός ανακοίνωσε τρίμηνη διακοπή συμβολαίου του παίκτη. Ο Νικολούδης προσέφυγε κατά της απόφασης αυτής και ζήτησε την λύση συμβολαίου του με υπαιτιότητα του Ολυμπιακού. Μετά από συνεκδίκαση των δύο αιτήσεων, το αποτέλεσμα ήταν να απορριφθεί η προσφυγή του Νικολούδη και να γίνει δεκτή η διακοπή συμβολαίου, αλλά μειωμένης διάρκειας (μόνο για ένα μήνα). 

Ωστόσο τις παραμονές έκδοσης της απόφασης έσκασε η βόμβα. Ο Ηρακλής και ο αμυντικός ποδοσφαιριστής του Μπάμπης Ξανθόπουλος κατήγγειλαν δημόσια ότι ο αδελφός του Νικολούδη Γρηγόρης (που τότε έπαιζε στον Μακεδονικό) εν γνώσει του Τάκη Νικολούδη και σε συνεννόηση με αυτόν, είχαν αποπειραθεί μέσα στον Ιανουάριο να δωροδοκήσουν τον Ξανθόπουλο, ώστε να χάσει ο Ηρακλής στον αγώνα Κυπέλλου με τον ΠΑΟ, που θα γινόταν στις αρχές Φλεβάρη του 1982. Σύμφωνα με τις καταγγελίες, στον Ξανθόπουλο είχε προταθεί ποσό 1.500.000 δραχμών, καθώς και ένα ακόμη μεγαλύτερο, που θα του έδινε ο «Μεγάλος Γιώργος», όπως είχε χαρακτηριστικά κατατεθεί στη δίκη, για να μετακινηθεί στον ΠΑΟ το καλοκαίρι, όταν και θα συμπλήρωνε οκταετία. Σημειωτέον ότι επρόκειτο για μια πρόσθετη απόπειρα δωροδοκίας για τον ίδιο αγώνα, εκτός από εκείνη που είχε γίνει στον αμυντικό του Ηρακλή Ορφανίδη από τον πρόεδρο της Καστοριάς Χαλκίδη, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό του ΠΑΟ. Τα δύο αδέλφια Νικολούδη είχαν καταδικαστεί τότε πρωτόδικα για απόπειρα δωροδοκίας, αλλά στο Εφετείο το 1983 φαίνεται ότι τα βρήκαν, αφού ο Ξανθόπουλος είχε αποσύρει τη μήνυσή του και η κατάθεσή του ήταν πολύ πιο μαλακή και αόριστη. Έτσι τα δύο αδέλφια απαλλάχτηκαν. Το γνωστό μότο «περί πλήρους εμπιστοσύνης στην αδέκαστη ελληνική δικαιοσύνη» δικαιώθηκε για μια ακόμη φορά. Στο σημείο αυτό δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Θεσσαλονίκη ήταν η πατρίδα του Παναγούλια και ότι δεν θα μπορούσαν να μείνουν κρυφά κάποια πράγματα στον ποδοσφαιρικό μικρόκοσμο μιας πόλης, που στο κάτω-κάτω δεν είναι και η Νέα Υόρκη. Κακήν-κακώς έληξε λοιπόν η θητεία του Νικολούδη στον Ολυμπιακό. Πάντως σήμερα ο παίκτης θεωρείται από τους λίγους ευκατάστατους ποδοσφαιριστές του παρελθόντος.  

2. Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΙΝΘΟ

Την προηγούμενη αγωνιστική, που είχε γίνει την 8/4/1980, είχε συμβεί ένα άλλο αξιοσημείωτο γεγονός. Στην Κόρινθο η τοπική ομάδα αντιμετώπισε, στο ξερό γήπεδο της, τον ΠΑΟ σε ένα πολύ σκληρό και επεισοδιακό ματς, τόσο στο γήπεδο όσο και στις εξέδρες. Το ματς έληξε και αυτό 0-0. 

Το σημαντικό γεγονός, όμως, δεν έγινε στον αγωνιστικό χώρο, αλλά έξω από αυτόν, στις εξέδρες. Ένας φίλαθλος της Κορίνθου, που καθόταν στο γήπεδο, στον χώρο των επισήμων, πίσω από τον Ρίνγκο, εκνευρισμένος από την αποβολή του αμυντικού της ομάδας του Μουτάφη μόλις στο 12’, επιτέθηκε και χτύπησε με ένα τρανζίστορ (για τις διαστάσεις του οποίου δεν υπάρχει ομοφωνία: κατ’ άλλους ήταν μεγάλο και κατ’ άλλους μικρό) δύο φορές στο κεφάλι τον Γιώργο Βαρδινογιάννη και τον τραυμάτισε. Η επίθεση παρουσιάστηκε στον Τύπο ως εντελώς απρόκλητη. 

Ο Πρόεδρος του ΠΑΟ έφυγε με ματωμένο κεφάλι («πλημμυρισμένος στα αίματα», κατά τους πράσινους) για να λάβει ιατρική βοήθεια και αργότερα επανήλθε, αφού έγιναν οι απαραίτητες ιατρικές ενέργειες (4 ράμματα, επίδεσμοι κ.λπ). Ο αθλητικός Τύπος την επόμενη μέρα, πάντα υπερβολικός, μιλούσε για «απόπειρα φόνου» (!) Ο δράστης της επίθεσης διέφυγε της σύλληψης την ώρα του αγώνα και η αστυνομία είχε εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό για να τον συλλάβει. Ο Γ. Βαρδινογιάννης οργίσθηκε στην αρχή, αλλά μετά εξέφρασε τη λύπη του για τέτοιου είδους βάρβαρα επεισόδια, όπως τα χαρακτήρισε. Αργότερα, όταν έφτασε στην Αθήνα, αποφάσισε να παραιτηθεί σε ένδειξη διαμαρτυρίας, απογοήτευσης και αγανάκτησης για την απρόσμενη άδικη επίθεση, για να ανακαλέσει τελικά την παραίτησή του μετά από ελάχιστες μέρες, για το «χατίρι των φιλάθλων του ΠΑΟ». 

Το ως άνω περιστατικό έγινε την πρώτη σεζόν που ο Βαρδινογιάννης αναμιγνυόταν με τα ποδοσφαιρικά πράγματα της χώρας. Τότε δεν είχε διαμορφωθεί ακόμη μια πλήρης και ολοκληρωμένη εικόνα για τον χαρακτήρα του και για την εξέλιξη του σε «κράτος εν κράτει». Δεν του είχε βγει ακόμη το προσωνύμιο «Ρίνγκο». Δεν είχαν ακόμη συντελεστεί όλα εκείνα που θα επακολουθούσαν τα επόμενα χρόνια, στο ελληνικό ποδόσφαιρο κάτω από την δική του παντοδύναμη μαεστρική μπαγκέτα. 

Ο άνθρωπος που του επιτέθηκε δεν γνώριζε εκείνη την ώρα ότι ο Ρίνγκο αργότερα θα είχε τον τρόπο να παίρνει όποιον παίκτη ήθελε και με όποιον τρόπο ήθελε, να μετατρέπει διάφορες ομάδες σε πράσινα παραρτήματα, να μπορεί να φτιάχνει ή να αλλάζει κατά το δοκούν νόμους (κάποιες φορές μέσα σε ένα μόνο βράδυ), να βάζει ανθρώπους του σε όλα ανεξαιρέτως τα καίρια ποδοσφαιρικά πόστα (διοικητικά, δικαστικά, διαιτητικά) και γενικά να θέτει όλο το ελληνικό ποδόσφαιρο υπό τον ασφυκτικό έλεγχο του. Αλλά και ο ίδιος ο Ρίνγκο ήταν τότε στη Κόρινθο άπειρος, αφού ακόμη δεν οπλοφορούσε, ούτε συνοδευόταν/περιβαλλόταν από ένα σωρό σωματοφύλακες. Του πήρε βέβαια κάποιο χρόνο να στήσει και να οργανώσει πλήρως το σύστημα ελέγχου του ποδοσφαίρου, κάτι που εκμεταλλεύθηκε ο Νταϊφάς για να πάρει διαδοχικά πρωταθλήματα. Αλλά από ένα σημείο και έπειτα εξουσίασε πλήρως το ελληνικό ποδόσφαιρο, με ένα πρωτοφανή τρόπο, που όμοιος του δεν ξανάγινε ποτέ. Το όνομα και μόνο του Βαρδινογιάννη προκαλούσε φόβο και δέος. 

Αξίζει να αναφέρουμε ένα απίστευτα αποκαλυπτικό της νοοτροπίας του περιστατικό, που συνέβη νωρίς, αλλά δεν έτυχε της προσοχής, που θα άξιζε. Την 19/12/1979, την ίδια μέρα που αφίχθηκε στην Ελλάδα ο Ρότσα που είχε γίνει Μπουμπλής (κατά τα πρότυπα του Αλφάρο, που έγινε Μπιστάκης και του Αγουερόπολις, που έγινε Αργυρόπουλος) διεξήχθη στη Λεωφόρο ένας αγώνας μεταξύ ΠΑΟ και ΑΕΚ για το επίσημο πρωτάθλημα ερασιτεχνικών ομάδων. Οι θεατές ήταν ελάχιστοι (συγγενείς και φίλοι) μεταξύ των οποίων και ο Ρίνγκο, που είχε εγκατασταθεί τότε στη Λεωφόρο, κάνοντάς τη δεύτερο σπίτι του, αφού δεν ασχολείτο με τίποτε άλλο παρά με αυτό που του είχε ανατεθεί από την οικογένεια, δηλαδή τον ποδοσφαιρικό ΠΑΟ. Στα τελευταία δευτερόλεπτα του ματς, η ΑΕΚ πέτυχε γκολ με το οποίο προηγήθηκε 3-2. Ο διαιτητής Σαραβάνος το κατακύρωσε κανονικά και αμέσως μετά πήγε να σφυρίξει τη λήξη του αγώνα. Τότε μπήκε έξαλλος στο γήπεδο ο Ρίνγκο, τον άρπαξε από τον λαιμό (κατ’ άλλους απλώς από τον γιακά) και άρχισε να τον ταρακουνάει βίαια, απαιτώντας από αυτόν, με διάφορες απειλές να ακυρώσει το γκολ. Έτσι και έγινε. Ο τρομοκρατημένος διαιτητής σκεπτόμενος το τι θα μπορούσε να επακολουθήσει ακύρωσε το γκολ και τέλειωσε το ματς ισόπαλο 2-2.

Στο στόχαστρο του Ρίνγκο από νωρίς μπήκαν ο Ολυμπιακός και ο Νταϊφάς, κατ’ ένα αποκλειστικό και «προνομιακό» τρόπο. Οι λόγοι; Τα 4 συνεχόμενα πρωταθλήματα του Νταϊφά και κυρίως η δικαίωση του Ολυμπιακού στην υπόθεση Ρότσα-Μπουμπλή, που έκανε τον ΠΑΟ και τη διοίκησή του ρεζίλι στο πανελλήνιο. Ο οργανωμένος αντιολυμπιακός αγώνας του Βαρδινογιάννη διάρκεσε πολλά χρόνια και στέφθηκε από επιτυχία. Χρειάστηκε να περάσουν δεκαπέντε χρόνια και να έρθει ο Κόκκαλης για να μπορέσει να δει άσπρη μέρα ο Ολυμπιακός και να γλιτώσει από τη συνεχή καταδίωξη του καπετάνιου. Γρήγορα, από το 1985 και μετά, ο Ολυμπιακός είχε σταματήσει πλέον να παίρνει τίτλους. Ο Μπουμπλής, αντί να διαγραφεί από τα ποδοσφαιρικά μητρώα, επέστρεψε κανονικά στα γήπεδα, με το πραγματικό του όνομα αυτή τη φορά, ο ΠΑΟ κυριαρχούσε και ο Νταϊφάς δεν έδειχνε ικανός να αντιδράσει. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο Νταϊφάς ήθελε να αποσυρθεί. Έτσι διάλεξε τον Κοσκωτά για δύο λόγους: (α) για τα λεφτά, καθώς τσέπωσε το ασύλληπτο για την εποχή ποσό των 300.000.000 δραχμών, για το οποίο δεν μαθεύτηκε ποτέ αν υπήρξε κάποια αρχή, που να έθεσε σοβαρά ζήτημα αναζήτησής του, ως προϊόντος εγκλήματος και (β) γιατί τον διαβεβαίωσαν ότι ο Κοσκωτάς, που συμπαθούσε τον ΠΑΟ (του οποίου αποτελούσε και μέλος) θα εξελισσόταν σε γενίτσαρο και εντέλει θα ήταν ο μόνος που θα είχε τη δύναμη και την οικονομική ευχέρεια να εξουδετερώσει τον Βαρδινογιάννη. Ο Νταϊφάς αδιαφόρησε για όλα όσα μετ’ επιτάσεως καθημερινά λέγονταν και γράφονταν εκείνη την εποχή για τον Κοσκωτά και το πόθεν έσχες του. Αργότερα σε ένδειξη μετάνοιας για τα δεινά που γνώρισε ο Ολυμπιακός, εξαιτίας της απόφασής του να δώσει την ομάδα στον Κοσκωτά, συμμετείχε πολύ ενεργητικά στην προσπάθεια διάσωσης του Ολυμπιακού. Αυτή δεν στάθηκε και η τελευταία φορά, που επηρέασε τις διοικητικές εξελίξεις στον Ολυμπιακό. Πολύ αργότερα, μεσολάβησε στον Κόκκαλη, προκειμένου να του αλλάξει την κακή εντύπωση, την οποία ο τελευταίος είχε για τον Μαρινάκη και να τον πείσει να παραχωρήσει στον Βαγγέλη τον Ολυμπιακό. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αφού ο πατέρας του Βαγγέλη, Μιλτιάδης Μαρινάκης, ήταν όχι μόνο στενός φίλος, αλλά και το δεξί χέρι του Νταϊφά στον Ολυμπιακό.   

Δύο αξιοσημείωτα πράγματα στην υπόθεση της επίθεσης κατά του Ρίνγκο στη Κόρινθο: (α) η Κόρινθος ήταν τότε ανεξάρτητη ομάδα και δεν είχε καμία σχέση με το πράσινο παράρτημα, στο οποίο μετατράπηκε τα επόμενα χρόνια επί Βαρδινογιάννη, (β) προπονητής της Κορίνθου ήταν ο Νίκος Αλέφαντος, η παρουσία του οποίου αποτελούσε εγγύηση ότι οι Κορίνθιοι θα τα έδιναν όλα. Όσο για το όνομα του φιλάθλου, που έκανε την επίθεση στον Ρίνγκο: Αγγιστριώτης. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου