Κυριακή 2 Αυγούστου 2020

Στο περιθώριο της επετείου της νίκης επί της Σάντος

Πριν από λίγες μέρες, πέρασε η επέτειος της επικής νίκης επί της Σάντος τον Ιούλιο του 1961. Γράφτηκαν πάλι τα συνηθισμένα αφιερώματα. Καμιά βαθύτερη ανάλυση, καμιά έρευνα. Επιλεκτικές και μονοδιάστατες αντιγραφές του κερατά. Αποφάσισα λοιπόν να γράψω σχετικά με το θέμα αυτό πράγματα, που δεν γράφονται, για να γίνει αντιληπτή η σημασία της νίκης αυτής. Μιας νίκης που αποδεικνύει ότι η ιστορία και η φήμη των ομάδων δεν κτίζονται απαραίτητα και μόνο πάνω σε τίτλους και τρόπαια, αλλά ακόμη και σε νίκες σε φιλικά παιχνίδια, που σε πολλούς φαίνονται ανάξιες λόγου.











Του Θεολόγου Μιχαηλίδη

1. ΣΑΝΤΟΣ ΚΑΙ ΠΕΛΕ

Ας ξεκινήσουμε από τη Βραζιλία και την περιφέρεια του Σάο Πάολο. 

Η Σάντος χρωστάει το όνομα και τη φήμη της στο διεθνές ποδοσφαιρικό στερέωμα στον Πελέ. Αυτό το ξέρουν όλοι. Έγινε διάσημη ως η ομάδα του Πελέ. Ο Πελέ πήρε την ομάδα αυτή από το χέρι και την έκανε παγκόσμια πρωταθλήτρια σε επίπεδο συλλόγων με τα διηπειρωτικά που κατέκτησε απέναντι στις πανίσχυρες τότε Μπενφίκα (των Εουσέμπιο, Κολούνα, Σιμόες κ.λπ.) και Μίλαν (των Μαλντίνι. Ριβέρα, Τραπατόνι, Αλταφίνι και Αμαρίλντο κ.λπ.). Άλλωστε ο Πελέ το έχει ξανακάνει. Πήρε από το χέρι την Εθνική Βραζιλίας και από εκεί που δεν είχε κάνει ποτέ μέχρι τότε τίποτε το σπουδαίο, την έκανε παγκόσμια πρωταθλήτρια, ενόσω ο ίδιος ήταν μόλις 17 ετών. 

Ο Πελέ όμως έκανε και κάτι άλλο. Αρνήθηκε να πάει στο εξωτερικό, παρά τις προτάσεις που είχε από τις πλούσιες ομάδες της Ιταλίας και της Ισπανίας και αυτό έγινε συνειδητά. Δεν το έκανε επειδή φοβήθηκε να πάει να παίξει στα ξένα πρωταθλήματα, όπως λένε κάποιες «κακές γλώσσες». 

Ένας λόγος ήταν πως πίστευε ότι δεν είχε ανάγκη να πάει, αφού εκείνες τις εποχές (δεκαετίες 1960 και 1970) όχι μόνο οι βραζιλιάνικες, αλλά και γενικότερα οι νοτιοαμερικάνικες ομάδες ήταν εφάμιλλες σε αξία με τις καλύτερες ευρωπαϊκές, όπως αποδεικνύουν και τα αποτελέσματα των τελικών διηπειρωτικών κυπέλλων. Το πόσο δίκιο είχε φαίνεται κι από το γεγονός ότι η Εθνική Βραζιλίας που πήρε το Παγκόσμιο του 1970 (εκείνη με τους σούπερ παιχταράδες Τοστάο, Ζαϊρζίνιο, Κάρλος Αλμπέρτο, Ζέρσον κ.λπ.) δεν είχε μέσα στη σύνθεσή της ούτε ένα παίκτη που να έπαιζε εκτός Βραζιλίας. Κανένας στην αποστολή δεν έπαιζε στις πλούσιες ομάδες του εξωτερικού. Οι καλύτεροι του κόσμου έπαιζαν στη Βραζιλία. Δεν είχαν ανάγκη να αναδειχθούν αλλού. Αλλά ούτε και το δέλεαρ του χρήματος είχε φτάσει σε επίπεδα αφόρητου ξεμυαλίσματος. 

Ένας άλλος λόγος ήταν ότι ο Πελέ πίστευε ότι αν έφευγε στο εξωτερικό, μπορεί να διακινδύνευε ή και να έχανε το δέσιμο που είχε με την Εθνική Βραζιλίας, της οποίας ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης. Ήξερε άλλωστε ότι στο προπονητικό τιμ της χώρας του επικρατούσε τότε ένα παραδοσιακό πνεύμα αντιπάθειας και αρνητικής προκατάληψης απέναντι σε όσους Βραζιλιάνους είχαν φύγει για να παίξουν στο εξωτερικό.

Παρεμπιπτόντως, αξίζει να αναφερθεί ένα περίεργο παιχνίδι συμπτώσεων ακριβώς πάνω σε αυτό το σημείο. Στους τελικούς του Διηπειρωτικού του 1963 με τη Μίλαν, ο Πελέ ήταν αντίπαλος του Αλταφίνι, του οποίου τη θέση στην ενδεκάδα της Εθνικής πήρε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958, αλλά και του Αμαρίλντο, ο οποίος είχε πάρει στην ενδεκάδα της Εθνικής Βραζιλίας τη θέση του Πελέ στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962. Και οι δύο διάλεξαν το εξωτερικό και οι δύο δεν ξανάπαιξαν ποτέ σε Παγκόσμιο Κύπελλο με τη Βραζιλία.

Έτσι ο Πελέ έμεινε στη Βραζιλία, ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1950 και φτάνοντας μέχρι την δεκαετία του 1970 και έπαιξε περίπου 20 χρόνια μόνον στη Σάντος, χωρίς να πάει πουθενά αλλού, παρά τις υπέρογκες χρηματικά προτάσεις που ο ίδιος και η ομάδα του είχαν. Αργότερα, όταν αισθάνθηκε ότι δεν ήταν πια σε πλήρη ακμή και έπρεπε να παίξει κι αλλού, έκανε το επόμενο βήμα.

Το γεγονός ότι η Σάντος στη διεθνή ποδοσφαιρική ιστορία έμεινε και θα εξακολουθήσει να μένει στους αιώνες τους άπαντες ως η ομάδα του Πελέ είναι κάπως άδικο για τους υπόλοιπους μεγάλους σύγχρονους παίκτες της ομάδας εκείνης, η οποία μεσουράνησε στη δεκαετία του 1960 και σύμφωνα με τους ειδικούς, ήταν μια από τις καλύτερες ομάδες όλων των εποχών στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου (κάποιοι επώνυμοι επιμένουν πώς ήταν η καλύτερη, ιδίως αυτή της περιόδου 1962/63). Πράγματι στη Σάντος τότε αγωνιζόντουσαν μερικοί από τους καλύτερους παίκτες του κόσμου, όπως ο Γκίλμαρ ο, κατά τους περισσότερους, καλύτερος Βραζιλιάνος τερματοφύλακας όλων των εποχών, ο τεράστιος χαφ Ζίτο, καθώς και διεθνείς παίκτες που άφησαν εποχή στο βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο όπως οι Μάουρο, ο Κουτίνιο, ο Πέπε κ.λπ. Όλοι έμειναν στην σκιά του Πελέ. Αυτό όμως δεν ήταν παράλογο, αφού ο Πελέ ήταν και είναι ο μεγαλύτερος παίκτης στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου.

Χάρις στον Πελέ, τη δεκαετία του 1960 η Σάντος --μια σχετικά άσημη επαρχιακή ομάδα της περιφέρειας του Σάο Πάολο-- όχι μόνο συναγωνίστηκε, αλλά και εκθρόνισε τους γίγαντες της μητρόπολης όλης της περιφέρειας, δηλαδή την Κορίνθιανς, την Παλμέιρας ,τη Σάο Πάολο, που υπερτερούσαν ασύγκριτα σε όλα: αριθμό οπαδών, εγκαταστάσεις , πόρους κ.λπ. Και σαν να μην έφτανε αυτό, στη συνέχεια ξεπέρασε τους γίγαντες του Ρίο: Φλαμένγκο, Βάσκο ντε Γκάμα, Φλουμινένσε, Μποταφόγκο και κυριάρχησε σε όλη τη Βραζιλία. Χάρις στον Πελέ, η Σάντος αύξησε εντυπωσιακά τη φίλαθλη βάση της όχι μόνο στο Σάο Πάολο στη Βραζιλία, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Δεν μπόρεσε βέβαια να πλησιάσει τον πολύ μεγαλύτερο αριθμό των οπαδών των Κορίνθιανς, Παλμέιρας και Σάο Πάολο και πολύ περισσότερο της Φλαμένγκο, αλλά η αύξηση ήταν γεωμετρική και παραπάνω από θεαματική. 

Ο Πελέ και η Σάντος ταυτίστηκαν. Το «μαύρο διαμάντι» έβγαλε από την αφάνεια μια επαρχιακή πόλη και την ανέβασε στην κορυφή του κόσμου. Τα 6 από τα συνολικά 8 πρωταθλήματα Βραζιλίας της Σάντος κατακτήθηκαν τη δεκαετία του 1960, όταν έπαιζε ο Πελέ. Κατά την ίδια δεκαετία, η Σάντος πήρε τα περισσότερα πρωταθλήματα Σάο Πάολο (8 στα 10). Στην ίδια δεκαετία, ήρθαν τα «Κόπα Λιμπερταδόρες» με αντιπάλους όπως η Μπόκα και η Πενιαρόλ και λίγο αργότερα τα Ιντερκοντινένταλ απέναντι στους κολοσσούς της Ευρώπης. Το όνομα της Σάντος γράφτηκε με ανεξίτηλα χρυσά γράμματα στα παγκόσμια ποδοσφαιρικά χρονικά.

Όσο για τον Πελέ, η FIFA τον ανέδειξε καλύτερο ποδοσφαιριστή του 20ού αιώνα. Αυτό καθεαυτό το γεγονός για πολλούς τα λέει όλα. Για μένα όμως όχι, γιατί δεν έχω σε μεγάλη υπόληψη τη FIFA. 

Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συμφωνώ. Δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει ποδοσφαιριστής σαν τον Πελέ. Κι αυτό γιατί μόνον αυτός είχε σε μέγιστο βαθμό τα πάντα. Δεν είχε κανένα ψεγάδι. Είχε αναπτυγμένα τα πάντα και μάλιστα σε τρομερό βαθμό και επίπεδο: ηγετική προσωπικότητα και θέληση για νίκη, εκρηκτικότητα-επιτάχυνση, τελική ταχύτητα, δύο καταπληκτικά ισάξια πόδια, φοβερό σουτ, άψογη τεχνική κατάρτιση, εξαιρετικά πολυσχιδή ικανότητα ντρίμπλας, αντίληψη γηπέδου λες και είχε μάτια σε όλο του το σώμα, απρόβλεπτη επινοητικότητα και ικανότητα προσποίησης, φοβερό κοντρόλ (ακόμη και με το στήθος που ήταν το καλύτερο που έχω δει ποτέ), απόλυτη ευχέρεια σε όλων των ειδών τις πάσες και μεταβιβάσεις, έξοχο κεφάλι, τρομερό άλμα με μεγάλη διάρκεια παραμονής στον αέρα κ.λπ. Μπορούσε να κάνει επελάσεις από κάθε σημείο του κέντρου του γηπέδου. Έπαιζε με ψυχή και δύναμη, τζαρτζαριζόταν δύσκολα και ανάπτυξε γρήγορα ένα δυνατό σώμα, που δεν επέτρεπε εύκολο μαρκάρισμα σώμα με σώμα. Έπρεπε να βάλεις πολλή σκληρότητα, ορμή και δύναμη για να τον ρίξεις κάτω. Και γι’ αυτό τον λόγο οι αντίπαλοι τον έπαιζαν πολύ σκληρά, σημαδεύοντας κατευθείαν πόδια, σε μια εποχή που δεν υπήρχε καμία διαιτητική ή θεσμική προστασία στον επιτιθέμενο ποδοσφαιριστή. 

Ψάχνω με το μικροσκόπιο να βρω ψεγάδι στον Πελέ. Ίσως να έπρεπε να ήταν λίγο ψηλότερος από το 1.72μ, που ήταν, έστω και αν πήδαγε στον θεό. 

Ο Πελέ ήταν ο τέλειος ποδοσφαιριστής. Για την ικανότητά του στο σκοράρισμα τι να πω. Σχεδόν ένα γκολ ανά αγώνα τόσο σε Σάντος όσο και σε Εθνική Βραζιλίας. Δεν είναι ανάγκη να απαριθμήσω πόσα γκολ έβαλε στην καριέρα του 1000, 1090 ή 1100 με ένα απαράμιλλο μέσο όρο ευστοχίας (85-90%) σε σχέση με τον αριθμό των αγώνων που έπαιξε.


Για τον χαρακτήρα του δεν θα μιλήσω εδώ, ούτε για τον ρόλο του ως διεθνούς προσωπικότητας ούτε για τη θητεία του στα πολιτικά πράγματα της χώρας του. Αυτά είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. 

Ας σταχυολογήσουμε τώρα, ενδεικτικά και μόνο, κάποια λόγια που είπαν για τον Πελέ συνάδελφοι του μεγάλοι ποδοσφαιριστές: 

Κρόιφ: «Ο Πελέ ήταν ο μόνος ποδοσφαιριστής που με την απόδοσή του ξεπερνούσε τα όρια της λογικής».

Μπεκενμπάουερ: «Ο πιο πλήρης ποδοσφαιριστής, που έχω δει ποτέ».

Στο ίδιο μοτίβο και ο Μουρ: «Ο πιο πλήρης ποδοσφαιριστής όλων των εποχών». 

Ο σωματοφύλακάς του στον τελικό του 1970 αμυντικός της Ίντερ του Χερέρα Μπούρνιτς: «Είπα μέσα μου πριν από τον αγώνα ότι είναι κι αυτός ένας άνθρωπος όπως όλοι, με δέρμα και κόκαλα, αλλά τελικά διαπίστωσα ότι έκανα λάθος».


Καντονά: «Δεν έχω βρει και ποτέ δεν θα βρω διαφορά σε ομορφιά, ανάμεσα στην πάσα του Πελέ στο 4ο γκολ του Παγκοσμίου Κυπέλλου και σε ένα ποίημα του Ρεμπώ».

Μπ. Τσάρλτον: «Μερικές φορές σκέπτομαι ότι το ποδόσφαιρο εφευρέθηκε για τον Πελέ, γι’ αυτόν τον μαγικό ποδοσφαιριστή».

Πούσκας: «Ο καλύτερος ποδοσφαιριστής της ιστορίας του παγκοσμίου ποδοσφαίρου ήταν ο Ντι Στέφανο της Ρεάλ. Αρνούμαι όμως να κατατάξω τον Πελέ ανάμεσα στους ποδοσφαιριστές. Ήταν εκτός συναγωνισμού, πάνω από όλους» 

Ντι Στέφανο: «Τόσο ο Μέσι όσο και ο Ρονάλντο είναι και οι δύο πολύ μεγάλοι παίκτες αλλά δεν φτάνουν τον Πελέ, που ήταν καλύτερος».

Μενότι: «Ο καλύτερος παίκτης όλων των εποχών ήταν ο Πελέ, που αποτελούσε ένα μίγμα από Ντι Στέφανο, Μαραντόνα, Κρόιφ και Μέσι».

Ζίκο: «Η κουβέντα για το ποιος είναι ο καλύτερος ποδοσφαιριστής του κόσμου στην ιστορία του ποδοσφαίρου είναι παράλογη. Υπάρχει μόνο μια απάντηση. Ο Πελέ. Ο μεγαλύτερος όλων και μάλιστα σε απόσταση από τον δεύτερο».

Κόστα Περέιρα (τερματοφύλακας της Μπενφίκα και της Εθνικής Πορτογαλίας μετά την ήττα 2-5 της ομάδας του στη Λισσαβόνα στον επαναληπτικό του Διηπειρωτικού): «Όταν μπήκα στο γήπεδο, ήλπιζα ότι θα σταματήσω ένα μεγάλο ποδοσφαιριστή, αλλά όταν έφυγα από το γήπεδο ήμουν τελειωμένος από κάποιον, που δεν γεννήθηκε στον ίδιο πλανήτη με μένα και τους άλλους».


Φοντέν: «Όταν είδα τον Πελέ να παίζει, ένιωσα ότι πρέπει να κρεμάσω τα παπούτσια μου».

Πλατινί: «Όταν έπαιζε ο Πελέ, ήταν σαν να έπαιζε ο θεός».

Ρομάριο: «Ο Μέσι έχει όλες τις προυποθέσεις να γίνει ο καλύτερος όλων, αλλά πρέπει πρώτα να ξεπεράσει τον Μαραντόνα, και μετά εμένα. Αλλά ακόμη και αν με ξεπεράσει, τότε και πάλι θα του μένει ο Πελέ».
     
Ρονάλντο: «Δεν θα υπάρξει άλλος σαν τον Πελέ στον κόσμο. Είναι ο μεγαλύτερος παίκτης στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου».

Τραπατόνι: «Χωρίς να παραγνωρίζω Μέσι, Ρονάλντο και Μαραντόνα, πιστεύω ότι ο Πελέ ήταν ο πιο καλός ποδοσφαιριστής όλων των εποχών».

Φέργκιουσον: «Υπάρχει πάντα αυτή η ιστορία για το ποιος είναι καλύτερος μεταξύ Πελέ και Μαραντόνα. Για μένα ήταν ο Πελέ».

Τοστάο: «Δεν έχω δει ποδοσφαιριστή χωρίς ελάττωμα, εκτός από τον Πελέ».

Αρντίλλες: «Σπουδαίοι παίκτες ο Μέσι και ο Ρονάλντο, με μεγάλη ποιότητα, αλλά καλύτερος όλων παραμένει ο Πελέ».

Όλα αυτά είναι αναγκαία για να συνειδητοποιήσουμε ποια ομάδα ποιου παίκτη νίκησε ο Ολυμπιακός. 

2. ΟΙ ΠΕΡΙΟΔΕΙΕΣ ΤΗΣ ΣΑΝΤΟΣ

Η Σάντος, εκμεταλλευόμενη τον Πελέ, είχε αρχίσει από το 1959 να κάνει τουρνέ στην Ευρώπη και να αντιμετωπίζει σε φιλικούς αγώνες διάφορες ομάδες, συνήθως τις καλύτερες, αλλά και όσες κατάφερναν να ανταποκριθούν στις μεγάλες χρηματικές απαιτήσεις της ομάδας του Πελέ. Το κασέ της ομάδας, λόγω Πελέ, ήταν υψηλό, αλλά πάντα υπήρχαν ομάδες που ήθελαν να παίξουν κόντρα στον Πελέ κερδίζοντας σε φήμη, λόγω του ονόματος του αντιπάλου, αλλά ελπίζοντας σε υψηλές εισπράξεις. Το 1961 στην Ελλάδα το ΠΟΚ (Ολυμπιακός, ΠΑΟ, ΑΕΚ) έβαλαν από κοινού τα λεφτά που ήθελε η Σάντος για να έρθει να παίξει στη Λεωφόρο.

Οι περιοδείες αυτές, αποτέλεσαν σημαντικότατη πηγή εσόδων για τη Σάντος και κατ’ επέκταση και για τον Πελέ. Έτσι άρχισαν να γίνονται κάτι σαν θεσμός και να επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο. Η Σάντος έκλεινε ένα μεγάλο αριθμό αγώνων ετησίως, γεγονός που είχε προκαλέσει μουρμούρες ανάμεσα στους παίκτες, που δεν ξεκουράζονταν καθόλου.

Βασικός όρος των συμφωνιών για τα συγκεκριμένα παιχνίδια ήταν ότι η Σάντος θα έπαιζε πλήρης και ότι σε κάθε περίπτωση θα αγωνιζόταν και ο Πελέ. Αν κάποιος από τους όρους αυτούς δεν τηρείτο ή τηρείτο ανεπαρκώς υπήρχαν οικονομικές ρήτρες. Ρήτρες υπήρχαν επίσης για το πότε δικαιολογούνταν εξαιρέσεις από την τήρηση των συμβατικών όρων.

Χάρις στον Πελέ, η Σάντος έγινε η πιο εμπορική ομάδα της Βραζιλίας.
Υπάρχουν ορισμένα αξιοσημείωτα πράγματα σχετικά με αυτές τις περιοδείες. Κατ’ αρχάς, την ομάδα συνόδευαν ο ίδιος ο Πρόεδρος της Σάντος και μέλη του ΔΣ, ενδεικτικό της σημασίας που απέδιδαν στις εν λόγω περιοδείες. Βέβαια το γεγονός αυτό δεν απέτρεψε κάποια περίεργα περιστατικά, όπως τη μυστηριώδη κλοπή μιας βαλίτσας γεμάτης από τις εισπράξεις κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας, όπως έχει γράψει ο ίδιος ο Πελέ σε βιβλίο του.

Κατά τα λοιπά, όποιος νομίζει ότι τα φιλικά αυτά ματς ήταν άνευ σημασίας για τη Σάντος είναι γελασμένος. Η Σάντος επεδίωκε πάντα τις νίκες σε αυτά τα παιχνίδια κι αυτό γινόταν στο πλαίσιο ενός συνδυασμού αύξησης κύρους και οικονομικού οφέλους. Όσες περισσότερες νίκες έκανε η Σάντος στις περιοδείες της τόσο περισσότερο ανέβαζε τις οικονομικές της απαιτήσεις για την περιοδεία την επόμενης χρονιάς. Οι επιτυχίες της Σάντος κέντριζαν το ενδιαφέρον, με αποτέλεσμα να θέλει ο κόσμος της Ευρώπης να δει αυτή τη φοβερή ομάδα του Πελέ, που συνήθως κέρδιζε, ελπίζοντας παράλληλα ότι μπορεί κάποτε να τη δει και να χάνει, στοιχείο που ιντρίγκαρε τους φιλάθλους της Ευρώπης. Εκείνο που κανείς δεν ήθελε ήταν να γίνονται βαρετά φιλικά της πλάκας, γιατί αυτό θα επιδρούσε αρνητικά στις επόμενες τουρνέ της Σάντος.

Μια που μιλάμε για την περιοδεία της Σάντος το 1961 ας δούμε κατά χρονολογική σειρά τα πλήρη αποτελέσματα της περιοδείας αυτής, που επιβεβαιώνουν τα προαναφερόμενα
17/5/1961: Μπάγερν Μονάχου-Σάντος 2-3 
18/5/1961: Λα Γκαντουάζ-Σάντος 2-1 
24/5/1961: Άντερλεχτ-Σάντος 2-2 
26/5/1961: Σταντάρ Λιέγης-Σάντος 4-4  
1/6/1961: Βασιλεία-Σάντος 2-8 
3/6/1961: Βόλφσμπουργκ-Σάντος 3-6  
7/6/1961: Ρασίνγκ Παρί-Σάντος 1-6
9/6/1961: Λυών –Σάντος 2-6
11/6/1961: Εθνική Ισραήλ-Σάντος 1-3
13/6/1961: Ρασίνγκ Παρί-Σάντος 4-5
15/6/1961: Μπενφίκα-Σάντος 3-6
18/6/1961: Γιουβέντους-Σάντος 0-2 
21/6/1961: Ρόμα-Σάντος 0-5
24/6/1961: Ίντερ-Σάντος 1-4
26/6/1961: Καρλσρούη-Σάντος 6-8
28/6/1961: ΑΕΚ-Σάντος 0-3
30/6/1961: ΠΑΟ- Σάντος 2-3
4/7/1961: Ολυμπιακός-Σάντος 2-1
Δηλαδή η Σάντος έδωσε συνολικά στην Ευρώπη 18 αγώνες και σημείωσε 14 νίκες, έφερε δύο ισοπαλίες και έχασε δύο φορές από αουτσάιντερ: τη Βελγική Λα Γκαντουάζ (νυν Γάνδη) και τον Ολυμπιακό με το ίδιο σκορ 2-1.

Πολύ αργότερα, τον Οκτώβρη του 1961 η Σάντος επέστρεψε στην Ευρώπη για δύο έξτρα ματς: ένα στην Αγγλία κατά της Σέφιλντ Γουένσντεϊ, την οποία κέρδισε 4-2 και ένα στη Γερμανία κατά του Αμβούργου, που έληξε ισόπαλο 3-3.

Προτού κλείσω θα παραθέσω ένα χαρακτηριστικό γεγονός που σχετίζεται με τις περιοδείες της Σάντος και του Πελέ και δείχνει την απήχησή τους. Το 1971, σε μια νέα περιοδεία, η Σάντος ήταν να παίξει στη\ Μαρτινίκα. Ο κόσμος ήθελε, αλλά δεν μπορούσε να θαυμάσει από κοντά τον Πελέ, γιατί δεν είχε λεφτά να πληρώσει εισιτήριο. Τότε μια αριστερή ομάδα που λεγόταν «Ομάδα Προλεταριακής Δράσης» γέμισε τους τοίχους με συνθήματα που έλεγαν: «Θα πάμε να δούμε τον Πελέ χωρίς να πληρώσουμε».

Στόμα με στόμα, το σύνθημα διαδόθηκε και οι αρχές προληπτικά συνέλαβαν δύο μέλη της οργάνωσης. Τι ήταν να το κάνει! Τη νύχτα ξέσπασε μίνι επανάσταση με διαδηλώσεις, επεισόδια, μολότοφ κ.λπ. Τα αιτήματα πλέον προς τις αρχές δεν είχαν να κάνουν μόνο με τον αγώνα της Σάντος, αλλά και με την απελευθέρωση των συλληφθέντων. Τελικά οι συλληφθέντες ελευθερώθηκαν και ο αγώνας μεταδόθηκε ζωντανά από την τηλεόραση, χωρίς κάτι τέτοιο να ήταν προγραμματισμένο, μόνο και μόνο για να δει ο κόσμος τον Πελέ. Για να καταστεί δυνατή η τηλεοπτική μετάδοση του αγώνα, ταξίδεψε ειδικό συνεργείο τεχνικών από το Παρίσι.





3. Ο ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ του 1961

Από τις αρχές μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο Ολυμπιακός ήταν γενικά σε πολύ άσχημη κατάσταση. Το 1961 είχε τερματίσει δεύτερος πολύ μακράν από τον ΠΑΟ, έχοντας υποστεί 6 ήττες. Ο ΠΑΟ ήταν πολύ ανώτερος από εμάς, τόσο σε έμψυχο υλικό όσο και σε αγωνιστικό επίπεδο. Οι παίκτες του Ολυμπιακού ήταν χαμηλής ποιότητας και δεν είχαν καμία σχέση με αυτούς της προηγούμενης θρυλικής δεκαετίας.

Στον αγώνα με την Σάντος, ο Ολυμπιακός κατέβηκε με μια ομάδα που δεν ενέπνεε καμιά εμπιστοσύνη. Στη σύνθεση υπήρχαν ορισμένοι παλιοί παίκτες, που βρίσκονταν πλέον στη δύση της καριέρας τους, όπως ο Κοτρίδης (το τελευταίο του ματς), ο Μπέμπης (που τραυματίστηκε στο δεύτερο λεπτό και αποχώρησε), ο Θεοδωρίδης που μια έπαιζε βασικός και μια δεν έπαιζε (τον αντικαθιστούσε ο Τσανακτσής) αφού ήταν στα πρόθυρα να αποσυρθεί πρόωρα από το ποδόσφαιρο λόγω σπουδών. Υπήρχαν ορισμένοι νεότεροι μέτριοι (άλλοι λιγότερο άλλοι περισσότερο) που ποτέ δεν έκαναν σημαντική καριέρα στον Ολυμπιακό όπως οι Καμπόλης, Σπετσέρης, Γκαβέτσος, Σημαντήρης, Σουρούνης και ορισμένοι άλλοι καλύτεροί τους, όπως ο Ποσειδών και ο Κ. Παπάζογλου, που κάτι έλεγαν, αλλά όχι φοβερά πράγματα. Ο Ολυμπιακός είχε στη σύνθεσή του εκείνο το βράδυ στη Λεωφόρο μόνο 3 παίκτες αναμφισβήτητης αξίας, που σταδιοδρόμησαν στην ομάδα: τον Στεφανάκο στην άμυνα, τον Πολυχρονίου στο κέντρο (αμυντικό χαφ) και τον Σιδέρη στην επίθεση. Ο Αρ. Παπάζογλου απουσίαζε. Άλλωστε ουδέποτε περιλαμβανόταν στις συμπάθειες του προπονητή Σιμονόφσκι.

Πριν από το ματς, ο Ολυμπιακός είχε χάσει δύο ντέρμπι από ΑΕΚ και ΠΑΟ και έτσι από πλευράς ψυχολογίας και ηθικού δεν ήταν στα καλύτερά του, ενώ και η απόδοσή του στα τελευταία παιχνίδια ήταν πολύ μέτρια. Το πρωτάθλημα μόλις είχε τελειώσει και ουδείς περίμενε από την ομάδα να βγάλει αντίδραση.

Το πώς ο Ολυμπιακός κατόρθωσε να κερδίσει την Σάντος δεν μπορεί να εξηγηθεί εύκολα. Είναι γεγονός ότι οι παίκτες τα έδωσαν όλα. Ούτε για τίτλο δεν θα έπαιζαν με τόσο πάθος και δύναμη, που ξάφνιασε τους Βραζιλιάνους.

Ήθελαν άραγε να εξιλεωθούν; Μήπως τους εξίταρε το όνομα της αντιπάλου; Πίστευαν στη διατήρηση την παράδοσης, που έλεγε ότι όταν το ΠΟΚ μετακαλούσε ξένες ομάδες για αγώνες στην Ελλάδα με τους τρεις μεγάλους, πάντα ο Ολυμπιακός ήταν αυτός που έφερνε τα καλύτερα αποτελέσματα από όλους; Παρά τις δεδομένες αδυναμίες της ομάδας, ο Ολυμπιακός πέτυχε αυτό που δεν κατόρθωσαν όχι μόνον οι άλλες δύο ελληνικές ομάδες, αλλά ούτε ομάδες της Ευρώπης με μεγάλα ποδοσφαιρικά ονόματα, πρωταθλήτριες τότε στη χώρα τους.

Ο αγώνας βέβαια κάθε άλλο παρά φιλικός ήταν και δεν διεκδικεί δάφνες ποιότητας. Ήταν ένα πολύ σκληρό ματς, όχι μόνο από τη δική μας πλευρά, αλλά και από την πλευρά των Βραζιλιάνων. Άλλωστε η Σάντος ήταν ομάδα που έπαιζε πολύ δυνατά και όχι μόνο τεχνικά. Γι’ αυτό και αποβλήθηκε ο Κουτίνιο, ενώ πιθανότατα θα έπρεπε να τον συνοδεύσει στα αποδυτήρια ο Κοτρίδης. Το ματς είχε αμέτρητες μικροδιακοπές, λόγω επεισοδίων και μικροσυμπλοκών ποδοσφαιριστών των δύο ομάδων.

Μετά το ματς, οι Βραζιλιάνοι δεν μπορούσαν να χωνέψουν την ήττα, που συνέβη μάλιστα στον τελευταίο αγώνα της περιοδείας τους, κάτι που με τίποτε δεν ήθελαν και τα έβαλαν με τον διαιτητή. Και ο Πελέ διαμαρτυρήθηκε, αλλά σχετικά συγκρατημένα, χωρίς να ξεπεράσει τα όρια.

Ο Πρόεδρος της Σάντος Jorje Ath.Cury, που ήταν μαζί με την ομάδα, σε δηλώσεις του, έβγαλε εκνευρισμό και χολή για την απροσδόκητη ήττα. Εκτός από τα παράπονα για τη διαιτησία, το μικρό γήπεδο, το ελληνικό ποδόσφαιρο κ.λπ., χαρακτήρισε τον Ολυμπιακό την λιγότερο τεχνική ομάδα από τις τρεις που η Σάντος αντιμετώπισε στην Ελλάδα. Κατ’ αυτόν, αλλά και όσους παίκτες της Σάντος δέχθηκαν να κάνουν δηλώσεις, ο ΠΑΟ ήταν η καλύτερη τεχνικά και η πιο ποιοτική ομάδα που αντιμετώπισαν στη χώρα μας. Για τον Ολυμπιακό είπαν ότι παίζει μόνο με δύναμη, όσο εντυπωσιακή και αν είναι αυτή. Μάλιστα ο πρόεδρος χαρακτήρισε τον Ολυμπιακό ως την πιο δυναμική ομάδα που συνάντησε η Σάντος στην περιοδεία της και ενδεχομένως «την πιο δυναμική του κόσμου» (!). Από παίκτες που του άρεσαν, στάθηκε περισσότερο σε παίκτες του ΠΑΟ και της ΑΕΚ, κάνοντας ιδιαίτερη μνεία για την αξία του Δομάζου. Από τον Ολυμπιακό ξεχώρισε μόνο Πολυχρονίου και Στεφανάκο και λίγο τον Σιδέρη. Ο Ζίτο είπε ότι αν έπαιζαν δέκα φορές ξανά οι δύο ομάδες, η Σάντος θα κέρδιζε όλες τις φορές. Ο Πελέ εξέφρασε τη λύπη του επειδή οι θεατές δεν είδαν ένα ωραίο αγώνα, αλλά παραδέχθηκε πως ο Ολυμπιακός νίκησε δίκαια και θα μπορούσε να σημειώσει κι άλλα γκολ.

Η αλήθεια είναι ότι αυτά που είπαν οι Βραζιλιάνοι δεν απείχαν από την αλήθεια. Ο ΠΑΟ ήταν τότε πολύ καλύτερος από εμάς και πολύ πιο τεχνική ομάδα, με καλύτερους ποιοτικά παίκτες. Σπάνια στην ιστορία του είχαν συμπέσει τόσο πολλοί και καλοί παίκτες όσο στην δεκαετία του 1960. Αλήθεια είναι επίσης, όπως είπαμε, ότι ο Ολυμπιακός τότε ήταν γεμάτος αδυναμίες. Ωστόσο ο Ολυμπιακός ήταν αυτός που τελικά νίκησε όχι όποιον-όποιον, αλλά την ομάδα του Πελέ.

4. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ

Η νίκη του Ολυμπιακού επί της Σάντος είχε μεγάλη σημασία ιδίως για εκείνη την εποχή. Ήταν μια νίκη ορόσημο. Γι αυτό έγινε και τραγούδι. Σήμερα πολλοί Ολυμπιακοί πόσο μάλλον αλλόθρησκοι, κρίνοντας με τα σύγχρονα μέτρα και σταθμά, βρίσκουν υπερβολικό τον θόρυβο γύρω από αυτή την επιτυχία. Τι έγινε, σου λέει, νίκη σε φιλικό ματσάκι ήταν.

Δεν είναι όμως έτσι. Η νίκη αυτή έδωσε υπερηφάνεια, ελπίδα, κουράγιο, υπομονή και πίστη στους ταλαίπωρους ερυθρόλευκους οπαδούς, που έβλεπαν με θλίψη και απογοήτευση το τέλος μιας εποχής κατά την οποία μονοπωλούσαμε νίκες και τίτλους.
Σε αυτήν την ιστορική νίκη και στην παρουσία του Σιδέρη ακουμπήσαμε και αντέξαμε μέχρι να συνέλθουμε και να ξαναβρούμε τον εαυτό μας.

Χάρις σε αυτήν τη νίκη, όπως έχω ξαναγράψει, ακυρώσαμε ακόμη και συνθήματα λοιδορίας των πράσινων στη δεκαετία του 1960. Γιατί αυτό κάναμε εκείνο τον βράδυ, με κάποιο απροσδόκητο τρόπο, νικήσαμε την ομάδα του καλύτερου ποδοσφαιριστή στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου σε ένα αγώνα κατ’ όνομα φιλικό, που στην πραγματικότητα ήταν «αίμα και άμμος».

Στο ειρωνικό ρυθμικό σύνθημα, λοιπόν, που ξεκίνησε από την περίοδο 1959/60: «Ολυμπίκ ντε κουρελέ» απαντούσαμε: «Σκίσαμε και τον Πελέ» και οι βάζελοι βουβαίνονταν, μέχρι που το κατήργησαν.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου