Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

Ένα συχνό δρομολόγιο: από τον Ηρακλή στον Ολυμπιακό

Ο Ηρακλής Θεσσαλονίκης είναι η ομάδα, που, ιστορικά και διαχρονικά, έχει δώσει στον Ολυμπιακό τους περισσότερους και καλύτερους ποδοσφαιριστές. Και άλλες ομάδες έχουν δώσει πολλούς και καλούς παίκτες στον Ολυμπιακό, αλλά ένας συνδυασμός κριτηρίων αριθμού και αξίας παικτών βγάζει μάλλον πρώτο τον Ηρακλή. Ακόμη και οι παίκτες που δεν πρόσφεραν τα αναμενόμενα στον Ολυμπιακό ήταν παίκτες μεγάλης ποιότητας, των οποίων οι μεταγραφές προκάλεσαν πάταγο. Το χαρακτηριστικό τους ότι όλοι όσοι πήγαν στον Ολυμπιακό, πλην ενός, κατέκτησαν τίτλους, που δεν θα κατακτούσαν ποτέ.











Του Θεολόγου Μιχαηλίδη

Προτού αναφερθώ λεπτομερώς στους παίκτες, κάποια πράγματα για τον Ηρακλή. Δεν νομίζω να υπάρχει πιο ταλαιπωρημένη ομάδα στην Ελλάδα από τον Ηρακλή. Βέβαια έχει κι αυτός σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την κατάντια του. Ωστόσο είναι ο μόνος από τους γνωστούς και ιστορικούς συλλόγους της χώρας που πλήρωσε πολύ βαρύ τίμημα. Μόνον αυτός τιμωρήθηκε και εξευτελίστηκε τόσο πολύ και μάλιστα κατ’ επανάληψη, χωρίς να βρει τρόπο να γλιτώσει, έστω και με πλάγια μέσα, υπόγειες διασυνδέσεις και ανορθόδοξους ή αντικανονικούς τρόπους όπως συνήθως συμβαίνει στην Ελλάδα. Τα γεγονότα μιλούν μόνα τους.

Ο Ηρακλής, για λόγους που ποτέ δεν ήταν αγωνιστικοί και δεν είχαν σχέση με αποτελέσματα και αγώνες μέσα στο γήπεδο, έχασε κατ’ επανάληψη κατηγορίες και γνώρισε υποβιβασμούς από την ανώτερη εθνική κατηγορία, και όχι μόνο.

Το 1980 υποβιβάστηκε για πρώτη φορά στη Β΄ Εθνική, μετά από καταγγελία του ΠΑΟΚ, για πιθανολογούμενη απόπειρα δωροδοκίας παίκτη του τελευταίου, κατηγορία που αργότερα κατέπεσε στα πολιτικά δικαστήρια. Το 2011 υποβιβάστηκε μετά από μια σύντομη διαδικασία καταρχάς στην Β΄ Εθνική και αργότερα στην εξέλιξη της ίδιας διαδικασίας στη Γ΄ και στη Δ΄ Εθνική. Το 2017 δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει άδεια συμμετοχής. 

Σαν να μη έφθαναν αυτά, το 1986 αποκλείστηκε από την Ευρώπη λόγω της πολύ «εφευρετικής» τιμωρίας της ΑΕΚ με αφαίρεση μεν βαθμών, αλλά από το επόμενο πρωτάθλημα, παρά την αποδεδειγμένη απόπειρα δωροδοκίας των κιτρινόμαυρων στον αγώνα με τις Σέρρες. Η διαμαρτυρία του Ηρακλή τότε κατέληξε στην παρωδία του σχετικού αγώνα μπαράζ με την ΑΕΚ, που διακόπηκε όταν ο Ηρακλής έφτασε να αγωνίζεται με 6 παίκτες. Αλλά και προηγουμένως ο Ηρακλής είχε ζήσει εξοργιστικές καταστάσεις, αφού είχε βιώσει δύο κάθε άλλο παρά αβάσιμες υποθέσεις δωροδοκίας παικτών του σε αγώνες Κυπέλλου με τον ΠΑΟ, στις οποίες όμως τελικά δεν δικαιώθηκε. Μιλάμε για την περίφημη «υπόθεση των λουλουδιών» του 1975 και την «υπόθεση Ορφανίδη-Χαλκίδη» το 1982, στην οποία ο πρόεδρος της Καστοριάς εμφανιζόταν να ενεργεί ως μεσάζων του ΠΑΟ. Και στις δύο υποθέσεις δεν υπήρξαν κυρώσεις κατά του ΠΑΟ, ακόμη και όταν εν ενεργεία ανώτατοι δικαστικοί που συμμετείχαν σε δικαιοδοτικές επιτροπές είχαν δεχτεί την ενοχή των πράσινων. 

Είναι λοιπόν σαφές ότι για τον Ηρακλή δεν υπήρξε ούτε ενδιαφέρον, αλλά ούτε και έλεος. Αυτά από μια αντικειμενική σκοπιά. Υπάρχει όμως και η υποκειμενική σκοπιά, η δική μου. Αν υπάρχει κάτι που με κάνει να συμπαθώ τον Ηρακλή είναι το γεγονός ότι τον μισούσαν οι βάζελοι. Δεν είναι κάτι ασυνήθιστο. Όταν ο εχθρός σου αντιπαθεί σφόδρα κάποιον τότε αυτόματα αυτός ο κάποιος σού γίνεται συμπαθής. Υπάρχουν κάποια αλησμόνητα ιστορικά χουνέρια, που ο Ηρακλής έκανε στον ΠΑΟ.

Πρώτα-πρώτα η ιστορική συντριβή 6-0 στο Καυταντζόγλειο το 1979, που αποτελεί και τη βαρύτερη ήττα του ΠΑΟ από τότε που ιδρύθηκε η Εθνική κατηγορία. Άργησαν πάρα πολύ να συνέλθουν οι πράσινοι από τη συγκεκριμένη πανωλεθρία.

Ύστερα ήταν η ήττα του ΠΑΟ 2-1 στο Καυταντζόγλειο την προτελευταία αγωνιστική του πρωταθλήματος της περιόδου 1981/82. Τους αρκούσε ισοπαλία για να πάρουν το πρωτάθλημα, στη διάρκεια του οποίου είχαν μεγάλη βαθμολογική διαφορά από τον Ολυμπιακό. Όμως δεν τα κατάφεραν. Έχασαν από τον 8ο τότε στη βαθμολογία Ηρακλή και ισοβάθμησαν μαζί μας, με αποτέλεσμα να χάσουν το πρωτάθλημα στο μπαράζ του Βόλου. Ο Ηρακλής ήταν αυτός, που με τη νίκη του μάς έδωσε την ευκαιρία να πάρουμε το πρωτάθλημα. 


Ήταν ακόμη το μένος που έβγαλαν οι πράσινοι όταν ο σκληρός χαφ του Ηρακλή Γ. Παπαδόπουλος τραυμάτισε σοβαρά το 1988 τον Ζάετς σε αγώνα μεταξύ των δύο ομάδων. Το τι είχε γραφτεί και λεχθεί επί πολλές ημέρες κατά του Παπαδόπουλου ήταν άνευ προηγουμένου. Πολλά χρόνια αργότερα όμως, όταν ο Σέμος του Ηρακλή προκαλούσε ένα ακόμη σοβαρότερο τραυματισμό στον Τζιοβάνι ο μάγος είχε περιοριστεί στο να του χαρίσει την βίβλο. 

Αλλά και γενικότερα ο Ηρακλής όταν έπαιζε με τον ΠΑΟ κατά κανόνα τα έδινε όλα. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι το ρεκόρ προσέλευσης θεατών Καυταντζογλείου σε επίπεδο Εθνικής κατηγορίας έχει γίνει σε ματς πρωταθλήματος Ηρακλή-ΠΑΟ 1-0 το 1971 (χρονιά του Γουέμπλεϊ) στο οποίο κόπηκαν 45.500 εισιτήρια(!). Είναι σπάνιο, ιδίως για τις παλιότερες εποχές, το ρεκόρ μαζικής προσέλευσης σε οποιοδήποτε γήπεδο της χώρας να μην γίνεται σε αγώνα με αντίπαλο τον Ολυμπιακό. 

Ερχόμαστε όμως στους παίκτες. Αυτούς που ήρθαν στον Ολυμπιακό από τον Ηρακλή. Για τον λόγο αυτό δεν θα συμπεριλάβουμε εδώ τον Τάκη Νικολούδη, που μπορεί να έκανε μεγάλη καριέρα στον Ηρακλή, όμως δεν ήρθε στον Ολυμπιακό προερχόμενος από τον Ηρακλή, αλλά από την ΑΕΚ, η οποία υπήρξε η προηγούμενη ομάδα του πριν από τον Ολυμπιακό. Θα τους πάρουμε με χρονολογική σειρά. 

1. Κώστας Καραπατής

Ο Καραπατής ήταν τερματοφύλακας. Ήρθε στην ομάδα σε σχετικά μεγάλη ηλικία (30+ ετών) ιδίως για εκείνη την εποχή. Ωστόσο όχι μόνο διέπρεψε στον Ολυμπιακό, αλλά έφτασε να αγωνιστεί και στην Εθνική Ελλάδας. Αγωνίστηκε στον Ολυμπιακό από το 1953 ως το 1957. Έχει κατ’ επανάληψη γραφτεί ότι είχε αποκτηθεί νωρίτερα, αλλά από τα στοιχεία που υπάρχουν προκύπτει ότι δεν είχε αγωνιστεί στην ομάδα μας πριν από το 1953. Υπήρξε μέλος της μεγάλης ομάδας της δεκαετίας του 1950, χάρις στην οποία ο Ολυμπιακός ονομάστηκε «Θρύλος». Συμμετείχε ενεργώς αγωνιστικά στην κατάκτηση 5 πρωταθλημάτων (1953-1957) και 2 κυπέλλων (1953-1954), αλλά όχι αυτού του 1957, όπως συχνά γράφεται, αφού δεν αγωνίστηκε καθόλου στη συγκεκριμένη διοργάνωση, αν και βρισκόταν στην ομάδα. Οι συνολικές συμμετοχές του σε αγώνες πρωταθλήματος με τον Ολυμπιακό δεν ήταν πολλές σε αριθμό (σχεδόν 70) λόγω του τρόπου διεξαγωγής των διοργανώσεων εκείνη την εποχή. Στον Ολυμπιακό τον διαδέχθηκε ο μεγάλος Θεοδωρίδης, στον οποίο είχε φροντίσει ο Καραπατής να διδάξει μερικά από τα μυστικά της ευαίσθητης αυτής θέσης. Πολύ καλός στις εξόδους, αλτικός και θεαματικός άφησε εποχή ως ο πρώτος έλληνας τερματοφύλακας, που συστηματικά έπαιζε έξω από την εστία του.

Όταν έφυγε από τον Ολυμπιακό, επέστρεψε ξανά στον Ηρακλή. Αργότερα έγινε επιτυχημένος προπονητής, με αποτέλεσμα να του ανατεθεί η Εθνική Ελλάδας. Ωστόσο δεν πρόλαβε να δείξει έργο, λόγω της επεισοδιακής αποπομπής του το 1968 αμέσως μετά τον πρώτο αγώνα για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970 εναντίον της Ελβετίας, που είχε γίνει στην Βασιλεία. Κατά την αναχώρηση της ομάδας, ο Καραπατής βρήκε δύο γυναίκες να καπνίζουν στο πούλμαν. Δεν ήταν όμως οι γυναίκες όποιων-όποιων. Ήταν οι σύζυγοι του πανίσχυρου ΓΓΑ Ασλανίδη και του χουντικού προέδρου της ΕΠΟ Δέδε. Ο Καραπατής όμως δεν ανεχόταν κάποια πράγματα και δεν θέλησε να κάνει τα στραβά μάτια. Έτσι τις πλησίασε και με αυστηρό ύφος ζήτησε να σταματήσουν το κάπνισμα ή αλλιώς να κατέβουν αμέσως από το πούλμαν. Οι δύο γυναίκες δυσφόρησαν, αλλά συμμορφώθηκαν. Όμως φρόντισαν να ενημερώσουν τους συζύγους τους. Αργά την ίδια ημέρα ανακοινώθηκε η απόλυση του Καραπατή. Ήταν το πρώτο του επίσημο παιχνίδι ως προπονητή της Εθνικής. Δεν είχε προλάβει να μάθει ότι το σόι των χουντικών αποτελούσε θεσμό που κανείς δεν μπορούσε να προσβάλλει ατιμωρητί. Κατά τον Δομάζο, αν ο Καραπατής συνέχιζε και δεν τον αντικαθιστούσε ο Νταν Γεωργιάδης, η Εθνική Ελλάδας θα είχε προκριθεί στο Μουντιάλ του 1970, που ακόμη και σήμερα θεωρείται το καλύτερο που έγινε ποτέ στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.

2. Αλέκος Λιβαδάς

Πολυσύνθετος παίκτης, που μπορούσε να αγωνιστεί τόσο στην άμυνα όσο και στο κέντρο. Ήταν από την Αθήνα και στον Ηρακλή βρέθηκε από σύμπτωση, λόγω των σπουδών του στο φυσικομαθηματικό τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Στον γηραιό δεν έπαιξε πολύ. Στην περίοδο 1964/65 έπαιξε βασικός, έχοντας 25 συμμετοχές στον Ηρακλή, με πολύ καλή απόδοση, που άφηνε πολλές υποσχέσεις για το μέλλον. Το καλοκαίρι του 1965 ο Ολυμπιακός, που είχε πλέον προπονητή τον Μπούκοβι, τον απέκτησε πολύ νέο, σε ηλικία 21 ετών. Με τον Ολυμπιακό ήταν πολύ τυχερός, αφού κατέκτησε δύο πρωταθλήματα (1966, 1967) αν και η συμμετοχή του υπήρξε ελάχιστη, καθώς αγωνίστηκε συνολικά μόλις 5 φορές σε αγώνες πρωταθλήματος και στις δύο περιόδους, αντικαθιστώντας προσωρινά τον βασικό δεξιό μπακ Πλέσσα. Τελικά δεν κατάφερε να δικαιολογήσει την αισιοδοξία που υπήρχε για την εξέλιξη του. Η επόμενη ομάδα του ήταν ο Πανηλειακός. Το 1971 σταμάτησε πρόωρα το ποδόσφαιρο σε ηλικία 27 ετών, λόγω τραυματισμού στο κεφάλι. 

Ο Λιβαδάς μπορεί να είχε ταλέντο, αλλά δεν είχε μεγάλες ποδοσφαιρικές φιλοδοξίες. Για τον λόγο αυτό, έμεινε λίγο στον Ολυμπιακό. Δεν επέμεινε πολύ για να πάρει μια θέση σε μια ομάδα, ενώ υπήρχαν οι προϋποθέσεις, δεδομένου ότι ο Ολυμπιακός τότε είχε ένα μεγάλο και δίκαιο προπονητή και --το κυριότερο-- η ομάδα διέθετε ένα πολύ μικρό αριθμητικά ρόστερ παικτών. Η ειρωνεία είναι ότι ο γιός του, γνωστός τραγουδοποιός και μουσικοσυνθέτης Κώστας Λιβαδάς, πολλά χρόνια αργότερα έγραψε ένα τραγούδι, που έγινε μεγάλη επιτυχία: το «Η Επιμονή σου», δηλαδή ακριβώς το στοιχείο του χαρακτήρα που δεν είχε ο πατέρας του. 

3. Κώστας Αϊδινίου

Θεωρείται ο μεγαλύτερος παίκτης στην ιστορία του Ηρακλή μετά τον Χατζηπαναγή και μια από τις μεγαλύτερες μορφές του βορειοελλαδίτικου ποδοσφαίρου όλων των εποχών. Ένα δεκάρι, με εξαίρετη τεχνική κατάρτιση, έφεση στο γκολ, ειδικότητα στην πάσα και εν γένει στην οργάνωση και ανάπτυξη παιχνιδιού. Ο Ολυμπιακός προσπαθούσε από το 1971, που ήρθε ο Γουλανδρής, να τον αποκτήσει, αλλά δεν τα κατάφερνε, αφού συναντούσε την άρνηση του συλλόγου της Θεσσαλονίκης και του κόσμου της ομάδας, που δεν μπορούσαν να φανταστούν τον Ηρακλή χωρίς τον ηγέτη –είδωλο του γηραιού. Τελικά το 1974 ο Γουλανδρής, με μια εξωπραγματική προσφορά, που ποτέ δεν έγινε πλήρως και επακριβώς γνωστή, αλλά κυμαινόταν κάπου μεταξύ 10.000.000 και 15.000.000 δραχμών, κατάφερε να πείσει τη διοίκηση του Ηρακλή να αφήσει τον παίκτη να πάει στον Ολυμπιακό σε ηλικία 27 ετών. Η μεταγραφή του Αϊδινίου υπήρξε η ακριβότερη μέχρι τότε στην Ελλάδα. Δυστυχώς όμως επειδή οι πολύωρες καθημερινές διαπραγματεύσεις δεν οριστικοποιούνταν εύκολα και γρήγορα και κρατούσαν μέχρι την τελευταία στιγμή, η μεταγραφή δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί τυπικώς εμπρόθεσμα και έτσι ο παίκτης δεν μπόρεσε να αγωνιστεί στην περίοδο 1974/75, αλλά αναγκάστηκε να περιμένει την επόμενη περίοδο (1975/76) προκειμένου να αγωνιστεί επίσημα στην ομάδα. Το μεγάλο αυτό διάστημα της αγωνιστικής απραξίας, που δεν μπορούσε να καλυφθεί μόνο από τη συμμετοχή του σε κάποιους φιλικούς αγώνες, επέδρασε αρνητικά στην αγωνιστική κατάσταση του Αϊδινίου, όπως και ο ίδιος έχει παραδεχτεί. Αλλά το γεγονός αυτό δεν ήταν το χειρότερο. Το χειρότερο ήταν ότι ο Γουλανδρής, ο άνθρωπος που τον έφερε στον Ολυμπιακό, αυτός που έλυνε κάθε διοικητικό και κυρίως οικονομικό πρόβλημα της ομάδας, αποχώρησε από τον Ολυμπιακό το 1975, με αποτέλεσμα η ομάδα να πέσει σε δίνη αναταραχής και αβεβαιότητας.

Ο Αϊδινίου ήταν άνθρωπος με έντονη προσωπικότητα, που δεν δίσταζε να εκφέρει ευθέως την άποψή του. Το ύψος της μεταγραφής του είχε δημιουργήσει αναστάτωση στην ομάδα μετά την αποχώρηση του Γουλανδρή. Υπήρχαν συμπαίκτες του, που μπροστά στα νέα στενόχωρα οικονομικά δεδομένα τον έβλεπαν με μισό μάτι. Την όλη κατάσταση επιδείνωνε το γεγονός ότι ο Αϊδινίου  ήταν ευκατάστατος, καθώς συμμετείχε στην οικονομικά ανθηρή οικογενειακή επιχείρηση αναψυκτικών «Φλώρινα», που ήταν πολύ πετυχημένη κυρίως στον χώρο της Βόρειας Ελλάδας. 

Ο Αϊδινίου  κατ’ επανάληψη τσακωνόταν, ιδίως με τον Δεληκάρη, ο οποίος γκρίνιαζε γιατί είχε πάντα την πεποίθηση ότι αδικείτο οικονομικά στον Ολυμπιακό, αφού θεωρούσε ότι οι απολαβές του δεν ήταν ανάλογες της αξίας του. 

Όλη όσα προαναφέρθηκαν δεν επέτρεψαν τελικά στον Αϊδινίου  να έχει αξιόλογη προσφορά, ανάλογη των προσόντων του και των προσδοκιών. Αγωνίστηκε στον Ολυμπιακό τρεις περιόδους από 1975 ως το 1978, έχοντας συνολικά μόνο 40 συμμετοχές σε αγώνες πρωταθλήματος και πετυχαίνοντας 7 γκολ, επιδόσεις ανάξιες λόγου μπροστά στα χρήματα, που κόστισε η μεταγραφή του. Το μόνο που ενδεχομένως θα θυμούνται οι οπαδοί του Ολυμπιακού από αυτόν είναι το γκολ της ισοφάρισης (2-2) με φάουλ στον αγώνα με την φοβερή τότε Ντινάμο Κιέβου του Λομπανόφσκι και του Μπλαχίν για το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης, ματς που είχε γίνει στη Θεσσαλονίκη λόγω τιμωρίας του Ολυμπιακού.


Το 1978 επέστρεψε στον Ηρακλή, στον οποίο αγωνίστηκε συνολικά πάνω από 270 φορές για το πρωτάθλημα, πετυχαίνοντας 64 γκολ.

Ωστόσο παρά το αποτυχημένο πέρασμα του από τον Ολυμπιακό, ο Αϊδινίου  δεν έχει εκφράσει πικρία ούτε έχει κρατήσει κακία. Αντίθετα μιλάει ακόμη και στη σημερινή εποχή με υπερηφάνεια για το γεγονός ότι αγωνίστηκε στον Ολυμπιακό, θεωρώντας τον ασυζητητί ως τη διαχρονικά μεγαλύτερη --και μάλιστα μακράν-- ελληνική ομάδα, ενώ παλιότερα δεν είχε διστάσει να αποκαλέσει τους αντιπάλους του Ολυμπιακού στη χώρα «παιδικές χαρές» μπροστά στον Ολυμπιακό. Είναι πράγματι κρίμα που ένας τέτοιος παίκτης δεν μπόρεσε να διαπρέψει στον Ολυμπιακό. Είναι επίσης θλιβερό που ο Αιδίνιου αποτελεί τη μοναδική εξαίρεση του κανόνα, αφού είναι ο μόνος παίκτης που ήρθε από τον Ηρακλή στον Ολυμπιακό και δεν γεύθηκε τη χαρά ενός τίτλου. 

4. Βαγγέλης Κουσουλάκης

Σπουδαίος ποδοσφαιριστής, που αγωνιζόταν ως χαφ είτε ως οκτάρι (τις περισσότερες φορές) είτε ως εξάρι με ιδιαίτερη επιτυχία. Είχε τα πάντα που απαιτούσε η θέση του: ταχύτητα, δύναμη, αντοχή, τρέξιμο, σουτ, ντρίμπλα, διεισδυτικότητα, πάθος και μαχητικότητα. Ειδικά όσον αφορά την ασίγαστη μαχητικότητά του θα πρέπει να ήταν κληρονομική, αφού ο πατέρας του, παλιός διεθνής παίκτης του Ηρακλή, καταγράφηκε επίσημα στα μητρώα του ελληνικού ποδοσφαίρου με το παρατσούκλι του δηλαδή ως «Τσαγανιάς», το οποίο είχε προέλθει από το «τσαγανό», που είχε ως ποδοσφαιριστής. 

Η μεταγραφή του από τον Ηρακλή ήταν η ακριβότερη που έκανε ο Ολυμπιακός εκείνη τη σεζόν φτάνοντας τα 14.500.000 δραχμές. Ήταν τότε 25 ετών. Αλλά ήταν ήδη φτασμένος ποδοσφαιριστής, διεθνής με τη φανέλα του Ηρακλή, την όποια είχε φορέσει 200 φορές σε αγώνες πρωταθλήματος. Την απόκτησή του είχε εισηγηθεί με μεγάλη επιμονή και θέρμη ο Βεσελίνοβιτς. Στη σκληρή μεταγραφική μάχη που δόθηκε για την απόκτησή του, ο Ολυμπιακός υπερίσχυσε έναντι της ΑΕΚ, στην οποία όλοι οι φίλοι του τον παρακινούσαν να πάει. Ευτυχώς που δεν τους άκουσε. 

Αγωνίστηκε στον Ολυμπιακό επτά περιόδους, από το 1979 ως το 1986. Πήρε με τον Ολυμπιακό 4 πρωταθλήματα (1980, 1981, 1982, 1983) και ένα κύπελλο (1981) έχοντας ανεκτίμητη συμβολή στη κατάκτησή τους. Οι συμμετοχές του με τον Ολυμπιακό σε αγώνες πρωταθλήματος πλησίασαν τις 170, ενώ τα γκολ που σημείωσε ήταν 24. Οι συμμετοχές του με την Εθνική όταν αγωνίστηκε στον Ολυμπιακό τετραπλασιάστηκαν. 

Υπάρχουν πολλές στιγμές με πρωταγωνιστή τον Κουσουλάκη, που έχουν χαραχτεί ανεξίτηλα στην ιστορία της ομάδας και στη μνήμη του κόσμου. Το γκολ στο μπαράζ του Βόλου του 1980 με τον Άρη 2-0, το γκολ στον τελικό Κυπέλλου του 1981 με τον ΠΑΟΚ 3-1 στη Φιλαδέλφεια, 


το γκολ της νίκης στη Λεωφόρο το 1980, 


που έγινε το σήμα κατατεθέν της διαφήμισης της σοκολάτας «Χρυσό ντέρμπυ της ΙΟΝ», τα γκολ σε 3 αγώνες πρωταθλήματος με την ΑΕΚ --6-0 ( το 1981) 2-2 και 1-1 ( το 1982)—


το γκολ στον θρίαμβο 4-0 επί του ΠΑΟ για το Κύπελλο το 1983.


Ο Κουσουλάκης αγάπησε πολύ τον Ολυμπιακό, και αρνήθηκε την πρόταση του ΠΑΟ με μεσολαβητή τον Κυράστα για να πάει στον ΠΑΟ. Γι’ αυτόν, το να έπαιρνε κάποια χρήματα παραπάνω από τον Βαρδινογιάννη δεν ήταν το ζητούμενο. Δεν ήθελε να φανεί αχάριστος στον Ολυμπιακό, που του είχε δώσει την ευκαιρία να κατακτήσει τίτλους και να γνωρίσει τη δόξα. Ανέκαθεν ήταν ντόμπρος χαρακτήρας και άντρας με φιλότιμο. Γι’ αυτό άλλωστε όταν το 1986 αισθάνθηκε ότι λόγω τραυματισμού δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στα υψηλές απαιτήσεις του Ολυμπιακού, ζήτησε ο ίδιος να φύγει και να πάει στον Απόλλωνα Καλαμαριάς. Αργότερα όταν ένιωσε καλύτερα, μετάνιωσε γι’ αυτή την κίνησή του. Σήμερα δηλώνει: «ανεξάρτητα που ζω στη Θεσσαλονίκη, το μυαλό μου κάθε μέρα είναι στον Ολυμπιακό».

5. Σάββας Κωφίδης

Τον έχουν πει «ιδιόρρυθμο», «αναρχικό», «χεβυμεταλά», «ροκά» κοκ. Είναι γεγονός ότι ο χαρακτήρας, η στάση του, η ιδεολογία και οι πεποιθήσεις του σπανίζουν στο ποδόσφαιρο. Άτομο βαθιά πολιτικοποιημένο, που ανέκαθεν νοιαζόταν περισσότερο για την κοινωνία, παρά για το ποδόσφαιρο. 

Στον Ολυμπιακό πήγε το 1988 μετά από πολλή σκέψη. Ο ίδιος δεν ήθελε να πάει. Προτιμούσε να μείνει στον Ηρακλή και στο μικρόκοσμο του συλλόγου, που αγαπούσε. Αν ήταν να πάρει μεταγραφή ήθελε να πάει μόνο στο εξωτερικό και όχι σε άλλη ελληνική ομάδα. Είχε μάλιστα βρει ήδη και την ομάδα, που θα ήθελε να πάει. Ήταν η Σέφιλντ Γιουνάιτεντ. 

Ωστόσο η προσφορά του Κοσκωτά ήταν πολύ μεγαλύτερη από τα λεφτά που έδιναν οι Άγγλοι. Ο Κοσκωτάς πρόσφερε πάνω από 200.000.000 δραχμές, ποσό που συνέτριβε όλα τα ρεκόρ για έλληνα ποδοσφαιριστή. Όλο το περιβάλλον και η διοίκηση του αγαπημένου του Ηρακλή έπεσε πάνω του και τον παρακαλούσε να δεχτεί για το καλό το δικό του και της ομάδας του. Τότε ήταν 27 ετών και φτασμένος ποδοσφαιριστής, που είχε ήδη σχεδόν 45 συμμετοχές στην Εθνική Ελλάδας, φορώντας τα κυανόλευκα του Ηρακλή. Αξιοσημείωτο ότι κατά τη διάρκεια της θητείας του στον Ολυμπιακό έπαιξε πολύ λιγότερες (μόνο 15) φορές στην Εθνική. 

Τελικά ο Κωφίδης πείσθηκε να πάει την πρωτεύουσα, στο περιβάλλον της οποίας ποτέ δεν προσαρμόστηκε. Στον Ολυμπιακό κάθισε μέχρι το 1992 για να επιστρέψει μετά στην αγαπημένη του Θεσσαλονίκη. Από τους συνολικά περίπου 500 αγώνες πρωταθλήματος που έπαιξε στην δεκαοκταετή καριέρα τουμ περίπου 95 ανήκουν στον Ολυμπιακό, με τον οποίο σημείωσε γύρω στα 10 γκολ. Αυτοί οι αριθμοί, βέβαια, δεν μπορούν να συγκριθούν με τους 275 αγώνες, που έπαιξε με τον Ηρακλή.

Στον Ολυμπιακό ο Κωφίδης έμεινε 4 χρονιές, μέχρι το 1992. Πρωτάθλημα δεν πήρε. Άλλωστε αυτό ήταν πολύ δύσκολο μετά από την τρομερή περιπέτεια με τον Κοσκωτά και την έναρξη των πέτρινων χρόνων της ομάδας. Πάντως μπόρεσε τουλάχιστον να πάρει δύο τίτλους, δύο Κύπελλα Ελλάδας (1990 και 1992) αν και δεν αγωνίστηκε στους δύο τελικούς του Ολυμπιακού με τον ΠΑΟΚ το 1992.

Δεν υπάρχει κάποια ιδιαίτερα αξιομνημόνευτη στιγμή, κάποιο αξιοσημείωτο γκολ κατά την θητεία του στον Ολυμπιακό, μολονότι η ομορφιά του παιχνιδιού του φάνηκε σε αρκετά ματς που έπαιξε. Παρ’ όλα αυτά ο Κωφίδης δεν μετάνιωσε που πήγε στον Ολυμπιακό, από τον οποίο δεν διατηρεί δυσάρεστες αναμνήσεις. Όπως έχει δηλώσει ο ίδιος: «ο Ολυμπιακός αποτέλεσε ένα πραγματικό σχολείο για μένα. Εκεί έζησα πρωτόγνωρες εμπειρίες, που με βοήθησαν σε όλη μου τη ζωή. Βέβαια τον Ολυμπιακό δεν μπορώ να τον αγαπήσω όπως τον Ηρακλή, αλλά πάντα ενδιαφέρομαι γι’ αυτόν». 

6. Γιώργος Σκαρτάδος

Αν και οι περισσότεροι τον έχουν στο μυαλό τους ως παίκτη του ΠΑΟΚ, στον Ολυμπιακό ήρθε από τον Ηρακλή το 1995, σε πολύ προχωρημένη ηλικία (35 ετών) μετά από μια επιτυχημένη τριετή θητεία στον γηραιό, όπου αγωνίστηκε 94 φορές πετυχαίνοντας 16 γκολ. Ήταν ένας διεθνής πολύ έμπειρος παίκτης, από τον οποίο περίμεναν να συμβάλει, ώστε να αποκτήσει προσωπικότητα η ομάδα. Αυτό τουλάχιστον είχε πει ο προπονητής Σταύρος Διαμαντόπουλος στον νεόκοπο τότε πρόεδρο Κόκκαλη. 

Στον Ολυμπιακό κάθισε δύο περιόδους μέχρι το 1997. Έτσι πρόλαβε να πάρει το πρωτάθλημα του 1997, αν και είχε ελάχιστες συμμετοχές, σε αντίθεση με το πρωτάθλημα της περιόδου 1995/96, που ήταν βασικός στην ομάδα. Συνολικά αγωνίστηκε σε 32 ματς πρωταθλήματος με τον Ολυμπιακό πετυχαίνοντας 3 γκολ.

Το πέρασμα του από τον Ολυμπιακό δεν άφησε κάποιο αξιομνημόνευτο στίγμα. Ποτέ δεν επιδίωξε να δεθεί με την ομάδα. Αυτά που πήρε (σε χρήμα και δόξα) ήταν πολύ περισσότερα από αυτά που έδωσε. Μέσα σε 2 χρόνια και με 32 μόνο ματς στον Ολυμπιακό στέφθηκε πρωταθλητής, δηλαδή πέτυχε αυτό που είχε καταφέρει άλλη μία φορά στον ΠΑΟΚ το 1985. Όμως εκεί χρειάστηκε να παίξει 10 χρόνια, συμμετέχοντας σε 265 ματς πρωταθλήματος.


7. Γιώργος Ανατολάκης

Αν βασιστούμε αποκλειστικά και μόνο στους αριθμούς ο Ανατολάκης είναι ο πιο επιτυχημένος παίκτης από όλους όσους ήρθαν στον Ολυμπιακό από τον Ηρακλή.

Ήρθε στον Ολυμπιακό του Μπαγεβιτς σε ηλικία 23 ετών δηλαδή σχετικά νέος. Ωστόσο ήταν ήδη αρκετά έμπειρος, αφού είχε αγωνιστεί επί μια πενταετία στον Ηρακλή έχοντας πάνω από 130 συμμετοχές. Στον Ολυμπιακό η καριέρα του απογειώθηκε, με αποτέλεσμα να αποτελεί τον κατεξοχήν παίκτη που σταδιοδρόμησε ασύγκριτα περισσότερο στον Ολυμπιακό παρά στον Ηρακλή. Το ότι στην καριέρα του υπάρχει εμφανώς η σφραγίδα του Ολυμπιακού και όχι του Ηρακλή αποδεικνύεται και από τη θητεία του στην Εθνική Ελλάδας. Στον Ηρακλή ήταν μόνο μια φορά διεθνής και στον Ολυμπιακό έγινε πάνω από 20. Πλήρης αντίθεση για παράδειγμα με τον Κωφίδη ή τον Στολτίδη. 

Ο Ανατολάκης έπαιξε 11 χρόνια στον Ολυμπιακό, από το 1996 ως το 2007. Αγωνίστηκε σχεδόν σε 250 ματς πρωταθλήματος χωρίς να συνυπολογίζουμε τα ματς Κυπέλλου και τα 60 ματς, που έπαιξε για τις διοργανώσεις της Ευρώπης . Κέρδισε με τον Ολυμπιακό συνολικά 13 τίτλους και συγκεκριμένα 10 πρωταθλήματα (1997-2003,2005-2007) και 3 κύπελλα (1999,2005,2006). Αν και έπαιζε σέντερ-μπακ οι οπαδοί μας τον θυμούνται για τα γκολ που σημείωσε με κεφαλιές στο ΟΑΚΑ εναντίον του ΠΑΟ τόσο το 1998 όταν νικήσαμε 2-4, όσο και το 2000 (2-2) καθώς επίσης και για το γκολ, με τον ίδιο τρόπο, που χάρισε την νίκη στο ματς με τον ΠΑΟΚ 1-0, που κι αυτό έγινε στο ίδιο γήπεδο. Όταν έφυγε από τον Ολυμπιακό, αγωνίστηκε για λίγο στον Ατρόμητο, ξεπερνώντας με τον τρόπο αυτό συνολικά τις 400 συμμετοχές σε αγώνες πρωταθλήματος. Το παιχνίδι του το χαρακτήριζαν δύναμη μέχρι σκληρότητας και ψυχή, προσόντα με τα οποία αναπλήρωνε τις όποιες τεχνικές ατέλειες είχε.


Όταν αποσύρθηκε από τα γήπεδα στράφηκε στην πολιτική και χάρις στην θητεία του στον Ολυμπιακό εκλέχτηκε βουλευτής αρχικά στο ακροδεξιό ΛΑΟΣ, ενώ αργότερα προσχώρησε στη ΝΔ. Ακόμη διερωτώνται πολλοί πώς έγινε πολιτικός ένας άνθρωπος σαν κι αυτόν, που είχε δυστοκία και αλλεργία στον λόγο και γι’ αυτό απέφευγε όχι μόνο τις συνεντεύξεις, αλλά ακόμη και τις δηλώσεις.  

8. Ιεροκλής Στολτίδης

Ήρθε στον Ολυμπιακό, με δική του πρωτοβουλία, το 2003 σε ηλικία 28 ετών. Είχε δικαίωμα επιλογής. Πρώτα τον είχε πλησιάσει η ΑΕΚ, που προέβαλε ως επιχείρημα το οικογενειακό κλίμα και κινδυνολογούσε ότι αν πήγαινε οπουδήποτε αλλού, θα περιθωριοποιείτο. Στη συνέχεια, εμφανίστηκαν ταυτόχρονα ο ΠΑΟ του Φιλιππίδη και ο Ολυμπιακός του Κόκκαλη, που έστειλε τον Λούβαρη να διαπραγματευτεί μαζί του. Οι προσφορές τους ήταν παρόμοιες. Ο Στολτίδης δεν δίστασε καθόλου και προτίμησε αμέσως τον Ολυμπιακό, επειδή ένιωθε πως η νοοτροπία της ομάδας ταίριαζε καλύτερα στη δική του ψυχοσύνθεση.

Ήταν ήδη ένας φτασμένος και έμπειρος χαφ, που είχε 234 συμμετοχές στον Ηρακλή. Με δυνατή σωματοδομή, σταθερός σε απόδοση, μαχητικός και εργατικός στο έπακρο, μάρκαρε σαν σκύλος, τοποθετούταν ή/και κάλυπτε ιδανικά μέσα στο γήπεδο, τα έδινε όλα και δεν φοβόταν τίποτε και κανένα. Η έλλειψη φόβου διέκρινε γενικά την προσωπικότητά του και στη ζωή και όχι μόνο στο αγωνιστικό χώρο. Εκτός από αμυντικά του καθήκοντα μπορούσε να προσφέρει πολύ και επιθετικά, αφού είχε φοβερό σουτ και έξοχο κεφάλι. 

Στον Ολυμπιακό ο Στολτίδης αγωνίστηκε 7 χρόνια, μέχρι το 2010. Συνολικά έπαιξε πάνω από 140 αγώνες πρωταθλήματος πετυχαίνοντας 20 γκολ, χωρίς να συνυπολογίσουμε τους αγώνες Κυπέλλου και τις πάνω από 40 συμμετοχές του σε αγώνες για τις διοργανώσεις της Ευρώπης, όπου πέτυχε μάλιστα, ως σύνολο, τον διόλου ευκαταφρόνητο αριθμό των 7 γκολ. Κατέκτησε συνολικά 8 τίτλους εκ των οποίων οι 5 ήταν πρωταθλήματα (2005-2009), αν και την περίοδο 2008/09 είχε πολύ μικρή αγωνιστική συμμετοχή, και οι υπόλοιποι 3 Κύπελλα (2005, 2006, 2008) χωρίς να συνυπολογίζουμε το Κύπελλο του 2009, στο οποίο δεν είχε ενεργό συμμετοχή, αν και βρισκόταν ακόμη στην ομάδα. 

Οι αξιομνημόνευτες στιγμές του είναι πολλές και σημαντικές. Τα δύο γκολ με τον ΠΑΟ στο 1-1 της Ριζούπολης (2003) και το 2-2 της Λεωφόρου (2004). Το γκολ με την ΑΕΚ (1-0) το 2003 στη Ν. Σμύρνη. Πάνω από όλα όμως είναι τα πολλά γκολ που σημείωσε στις διοργανώσεις της Ευρώπης, που αποτέλεσαν ειδικότητα του. Γκολ στο Champions League όπως το πρώτο του το 2003 στη Ριζούπολη στον Μπουφόν της Γιουβέντους, 


το μοναδικό γκολ της νίκης κατά της Λίβερπουλ 1-0 το 2004 στο Καραϊσκάκη, 


τα 3 συνολικά γκολ σε δύο αγώνες κατά της Βέρντερ το 2007 (1-3 στη Βρέμη και 3-0 στο Καραϊσκάκη), 



το γκολ της πρόκρισης στο τελευταίο λεπτό στο Φάληρο το 2009 εναντίον της Στάνταρντ Λιέγης 2-1 (που ο ίδιος ξεχωρίζει ως το πιο κρίσιμο), το εκτός έδρας νικητήριο γκολ εναντίον της Σοσό 1-0. Μετά την αποχώρηση του από τον Ολυμπιακό, πέρασε από την Κέρκυρα, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα το σύνολο των συμμετοχών του σε αγώνες πρωταθλήματος να υπερβεί αρκετά τις 400. 

Ένα σημείο, στο οποίο γίνεται παρανόηση είναι η σχέση Στολτίδη και Εθνικής ομάδας. Πολλοί νομίζουν ότι ο Στολτίδης δεν έχει αγωνιστεί ποτέ στην Εθνική Ελλάδας. Η αλήθεια είναι διαφορετική. Ο Στολτίδης έχει αγωνιστεί 6 φορές στην Εθνική Ελλάδας, όλες μέσα στο 1999, αλλά μόνον ως παίκτης του Ηρακλή. Μάλιστα στα παιχνίδια που έπαιξε ο Στολτίδης, η Εθνική ποτέ δεν έχασε. Είχε 4 νίκες και δύο ισοπαλίες. Εκείνο που συνέβη ήταν ότι δεν έπαιξε στην Εθνική ενόσω ήταν παίκτης του Ολυμπιακού. Επρόκειτο για μια τεράστια αδικία, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι την περίοδο 2005/06 είχε αναδειχθεί επίσημα καλύτερος Έλληνας ποδοσφαιριστής. Ωστόσο και πάλι δεν τον κάλεσαν. Η συμπεριφορά αυτή τον ώθησε, με δημόσια τοποθέτησή του, να δηλώσει ότι δεν ήθελε πλέον να κληθεί στην Εθνική Ελλάδας. 

Αν θελήσει κανείς να αναφέρει το όσα απίστευτα έχει πει τα τελευταία χρόνια ο Στολτίδης για τον Ολυμπιακό, κινδυνεύει να φανεί πολύ υπερβολικός. Τι να πρωτοαναφέρει κανείς; «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευλογία από το να αγωνιστείς στον Ολυμπιακό», «δεν μπορώ να περιγράψω τα ασύλληπτα συναισθήματα, που ένιωσα στον Ολυμπιακό», «Ολυμπιακός δεν ήμουν, αλλά έγινα για πάντα. Πολύ δύσκολο να παίξει κάποιος στον Ολυμπιακό και να μη γίνει Ολυμπιακός», «το λέω μέσα από την ψυχή μου. Ό,τι και αν έχεις κάνει για τον Ολυμπιακό είναι ελάχιστο μπροστά σε αυτά που σου έχει προσφέρει ο Ολυμπιακός» κ.λπ. 

9. Γιάννης Παπαδόπουλος

Ο παίκτης αυτός, που έπαιζε αμυντικός χαφ είναι γιός του γνωστού παίκτη και ρέκορντμαν συμμετοχών του Ηρακλή Δανιήλ Παπαδόπουλου. Στον Ολυμπιακό πήγε το 2008 από τον Ηρακλή σε πολύ νεαρή ηλικία (19 ετών) ως αξιόλογο ταλέντο, μετά από μια διετία, που είχε περάσει στην ομάδα της Θεσσαλονίκης. Στον Ολυμπιακό αγωνίστηκε συνολικά 37 φορές, χωρίς να δείξει κάτι ιδιαίτερο. Είναι χαρακτηριστικό ότι στον Ηρακλή αγωνίστηκε συνολικά λιγότερες φορές (περίπου 30) σε σχέση με τις φορές που αγωνίστηκε στον Ολυμπιακό, και μάλιστα μέσα σε παραπλήσιο χρονικό διάστημα παραμονής στην κάθε ομάδα. Το γεγονός αυτό δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί, δεδομένης της τεράστιας διαφοράς δυναμικότητας των δύο ομάδων. 

Σημείωσε ένα γκολ εναντίον της ΑΕΚ σε αγώνα για τα play-off του πρωταθλήματος 2010. Εκτός από ένα δυνατό σώμα και ένα δυνατό σουτ, που διέθετε δεν είχε κάτι άλλο, που να τον κάνει να ξεχωρίζει. Ωστόσο ο Βαλβέρδε πίστευε σε αυτόν και ήταν αυτός που τον κράτησε στην ομάδα, γεγονός όντως αξιοπερίεργο. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2011 όταν αποχώρησε ο Ισπανός, έφυγε και ο Παπαδόπουλος, ο οποίος περιπλανήθηκε σε διάφορες ομάδες του εξωτερικού σε διάφορες χώρες: Γερμανία Πολωνία, Ισραήλ, Κύπρο κ.λπ., χωρίς ποτέ να κάνει κάτι ιδιαίτερο. Πουθενά δεν έπιασε, πουθενά δεν είχε πολλές συμμετοχές.  

Παρ’ όλα αυτά, ο συγκεκριμένος παίκτης κατάφερε, έστω και με περιορισμένη αγωνιστική συμμετοχή, να πάρει με τον Ολυμπιακό δύο πρωταθλήματα (2009, 2011) και ένα κύπελλο (2011) επιτεύγματα πολύ δυσανάλογα της αμελητέας προσφοράς του. Ποιος είπε ότι το ποδόσφαιρο είναι δίκαιο; 

Αν με ρωτήσετε ποιος από τους προαναφερόμενους ήταν ο κατά την γνώμη μου καλύτερος σε προσφορά στον Ολυμπιακό, θα βρεθώ σε μεγάλο δίλημμα μεταξύ Κουσουλάκη και Στολτίδη. Η απάντηση είναι πολύ ζόρικη. Δύσκολα θα μπορούσε ο Ολυμπιακός να είχε τις ίδιες επιτυχίες χωρίς αυτούς τους δύο. Αν έκρινα με βάση την προσφορά και την προσωπική συμπάθεια, ο Στολτίδης θα είχε ένα προβάδισμα. Αν έκρινα με βάση καθαρά την ποδοσφαιρική αξία, ο Κουσουλάκης υπερείχε, γιατί ήταν πιο πλήρης παίκτης.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου