Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2019

Ο Σταύρος Ελληνιάδης και η μπασκετική διαδρομή του

Στις 4.2.2008 ο Σταύρος Ελληνιάδης ανακοίνωνε την αποχώρηση του από την θέση του «διευθυντή αγωνιστικού» του τμήματος μπάσκετ Ολυμπιακού, ευχαριστώντας την ομάδα της καρδιάς του, όπως ο ίδιος την χαρακτήρισε, την οποία είχε την τιμή και την χαρά να υπηρετήσει. Ευχαρίστησε επίσης ειδικότερα και ονομαστικά και τους ηγέτες της ομάδας Σωκράτη Κόκκαλη και αδελφούς Αγγελόπουλους, που τον εμπιστεύθηκαν. Κλείνοντας την ανακοίνωση του απευθύνθηκε στον ερυθρόλευκο κόσμο, δηλώνοντας θα τον είχε πάντα στη ν καρδιά του, ανεξάρτητα από την όποια μελλοντική απασχόλησή του.






Ο Ελληνιάδης στενοχωρήθηκε πολύ όταν έφυγε από την ΚΑΕ Ολυμπιακός. Ήταν κάτι που ποτέ δεν χώνεψε. Ο ίδιος, ακόμη και πολλά χρόνια αργότερα, εξακολούθησε να δηλώνει ότι ποτέ δεν κατάλαβε, ούτε ποτέ του εξήγησαν, για ποιο λόγο η ομάδα δεν τον ήθελε άλλο. Πίστευε ότι παρά τις αποτυχίες της ομάδας θα διασωζόταν, αφού θα επικρατούσε το κριτήριο της «ολυμπιακοφροσύνης», στο οποίο αρίστευε. 

Η εκ μέρους του πλήρης προσήλωση στην ομάδα, η απόλυτα μαχητική υποστήριξη των θέσεων της και υπεράσπιση των συμφερόντων της ήταν στοιχεία δεδομένα και αναμφισβήτητα, που τον διέκριναν ανέκαθεν. Επί πλέον θεωρούσε, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι, ότι δεν είχε κάποια ιδιαίτερη ή σοβαρή προσωπική ευθύνη στην αποτυχία της ομάδας να πετύχει τους υψηλούς στόχους της. 

Το πόσο τον πείραξε η αποπομπή του φάνηκε έμμεσα το 2010 όταν, απευθυνόμενος στον παλιό παίκτη και εκπρόσωπο της διάδοχης κατάστασης στον Ολυμπιακό Νίκο Μπουντούρη, με αφορμή μια συζήτηση για την μέτρηση του ύψους των καλαθιών, στο γήπεδο του Αμαρουσίου (ομάδα, στην οποία τότε δούλευε ο Σταύρος) ξέσπασε λέγοντας: «ο Ολυμπιακός έχει γεμίσει από βάζελους». 

Στη πραγματικότητα όμως ο Ελληνιάδης μάλλον έκανε ότι δεν καταλάβαινε για ποιο λόγο ο Σκινδήλιας, το δεξί χέρι των Αγγελόπουλων, του ανακοίνωσε την λήξη της συνεργασίας τους. Κατά βάθος ήξερε γιατί έφυγε. 

Ο Ελληνιάδης ήταν επιλογή του Κόκκαλη, ο οποίος είχε διαφορετικά και πιο παλιομοδίτικα κριτήρια, σε σύγκριση με τα αδέλφια. Το πολύ δυναμικό, επιθετικό και συχνά εριστικό στυλ του Ελληνιάδη κρίθηκε παρωχημένο. Δεν ταίριαζε με την σύγχρονη καλή εικόνα και το πολιτισμένο επίπεδο εκπροσώπησης, που ήθελαν, ιδίως τότε, οι νεόφερτοι Αγγελόπουλοι, οι οποίοι επιθυμούσαν να εμφυσήσουν ένα διαφορετικό ανανεωτικό αέρα εκμοντερνισμού στην ομάδα. 

Τα αδέλφια θεωρούσαν ότι οι αδιάκοπες φωνακλάδικες διαμαρτυρίες, οι διαρκείς έντονες αντιπαραθέσεις και τα επανειλημμένα επεισόδια, στα οποία ο Σταύρος πρωταγωνιστούσε τόσο στα γήπεδα, όσο και στα διάφορα διοικητικά και θεσμικά όργανα υποβάθμιζαν το ευπρόσωπο προφίλ του Ολυμπιακού, το κύρος της ομάδας, ενώ μείωναν και την εκτίμηση, της οποίας θα έπρεπε να χαίρει. Επί πλέον ο Ελληνιάδης, λόγω χαρακτήρα, δεν άκουγε και πολύ τις όποιες συστάσεις του γινόντουσαν.

Απόδειξη ότι η συμπεριφορά και το ταμπεραμέντο του Ελληνιάδη ήταν οι βασικοί λόγοι απομάκρυνσης του είναι το γεγονός ότι ο Σφαιρόπουλος, που ήταν πάντα correct, διασώθηκε, αν και ανήκε στο προηγούμενο τεχνικό τιμ, το οποίο θεωρήθηκε ως κατ’ εξοχή υπεύθυνο για την αποτυχία της ομάδας, σε αντίθεση με τον Ελληνιάδη, που μολονότι είχε ασύγκριτα μικρότερη ευθύνη απομακρύνθηκε. Βέβαια στην παραμονή του Σφαιρόπουλου συνέβαλλε αποφασιστικά και η θετική άποψη του νέου κόουτς της ομάδας Παναγιώτη Γιαννάκη.

Ο Ελληνιάδης δεν συμπάθησε ποτέ τον ανεκδιήγητο Πίνι Γκέρσον και προσπάθησε στα πλαίσια του επιτρεπτού και εφικτού, να διαχωρίσει την θέση, την ευθύνη και τον ρόλο του από τους αντίστοιχους του Γκέρσον. Μάλιστα ο Σταύρος δεν δίστασε αργότερα να τον «δώσει», είτε περισσότερο είτε λιγότερο άμεσα, πλην όμως σαφώς. Αναφέρθηκε σε συνεντεύξεις και δηλώσεις του στην αψυχολόγητη συμπεριφορά του Γκέρσον απέναντι στους παίκτες, στη χαλαρότητα που υπήρχε στην ομάδα, στις εσφαλμένες επιλογές των ξένων παικτών (δίνοντας, μεταξύ άλλων, ως παράδειγμα, την περίπτωση του Γκριρ, τον οποίο για πολύ καιρό ο Γκέρσον δεν τον ήθελε, παρά τις επίμονες θετικές εισηγήσεις του Ελληνιάδη) στην έλλειψη προπονητικής εμπειρίας του κόουτς σε ομάδες εκτός Ισραήλ και ειδικότερα σε ομάδες της Ευρώπης, στην αδιαφορία όσον αφορά δούλεμα τακτικών και συστημάτων τόσο στην επίθεση όσο και στην άμυνα, αφού, λόγω της ελεύθερης φιλοσοφίας του, επαφιόταν κυρίως στο επιθετικό ταλέντο των παικτών του και σε ένα run & gun game.

Βέβαια αυτά που είπε δεν μπόρεσαν να τον σώσουν. Μάλιστα αν τυχόν είχε προλάβει να τα πει στους Αγγελόπουλος, πριν την απομάκρυνση του, το γεγονός αυτό μάλλον σε βάρος του θα απέβη, λόγω της νοοτροπίας που διακρίνει τα αδέλφια.. 

Πάντως ο Σταύρος είχε δίκιο. Τόσα χρόνια που βλέπω μπάσκετ στη ζωή μου, ποτέ δεν έχω αποδοκιμάσει προπονητή του Ολυμπιακού, όσο φορτισμένος και να ήμουν και όσο αν έχω δυσανασχετήσει με τις επιλογές, πράξεις ή παραλείψεις τους. Μόνη εξαίρεση αποτέλεσε ο Γκέρσον. Αυτόν τον έχω κράξει και μάλιστα επανειλημμένα. Τον θεωρώ μέγα «απατεώνα» και δημοσιοσχεσίτη προπονητή, που κορόιδευε τον σύλλογο και τον κόσμο. 

Πώς να ξεχάσω την τραυματική εμπειρία που έζησα στον αγώνα Ολυμπιακού-ΠΑΟ τον Οκτώβρη του 2006, μέσα στο ΣΕΦ, όταν ο Γκέρσον, αντί να είναι αφοσιωμένος --ψυχή και σώμα-- στο ματς, που παιζόταν, είχε στραφεί ολόκληρος προς το μέρος μας στην εξέδρα, ως λαοπλάνος πολιτικός δημαγωγός και πανηγύριζε, μη προσέχοντας ένα αγώνα, τον οποίο μετά από ελάχιστα δευτερόλεπτα θα έχανε με ένα απίστευτο όσο και τραυματικό ταχυδακτυλουργικό τρόπο 73-74. Δυστυχώς ο άνθρωπος αυτός επιλέχθηκε να συνεχίσει την τόσο «αγαπησιάρικη για μένα και για πολλούς οπαδούς μας ομάδα της περιόδου 2005/06 του Καζλάουσκας.

Ποιος όμως ήταν / είναι ο Σταύρος Ελληνιάδης;

Γεννημένος το 1966 ήταν ως μπασκετμπολίστας παιδί του Πειραϊκού Συνδέσμου. Αυτό δεν το λέμε έτσι τυχαία, γιατί ο Πειραϊκός δεν συμπάθησε ποτέ τον Ολυμπιακό. 

Ο Πειραϊκός υπήρξε ιστορικά ο πρώτος σύλλογος, που στις αρχές της δεκαετίας του 1920 είχε ποδοσφαιρική ομάδα στον Πειραιά και μάλιστα την καλύτερη. 

Στη συνέχεια από τον Πειραϊκό έφυγαν διάφορα άτομα παίκτες και στελέχη, που, λίγο αργότερα, μέσα σε από κάποιες διαδικασίες, συντέλεσαν στην ίδρυση και καθιέρωση του Ολυμπιακού και ιδιαίτερα του ποδοσφαιρικού Ολυμπιακού, ο οποίος σύντομα κυριάρχησε στον Πειραιά. 

Το γεγονός ότι ο Πειραϊκός έχασε --και μάλιστα εύκολα και γρήγορα-- την πρωτοκαθεδρία σε ένα χώρο που τον θεωρούσε δικό του τον έκανε να αντιπαθήσει τον νέο πρωταγωνιστή του Πειραιά, τον Ολυμπιακό. Έτσι στην αιώνια διαμάχη του Πειραιά, μεταξύ Ολυμπιακού και Εθνικού, που ξεκίνησε από τα μέσα της δεκαετίας του 1920, προτιμούσε να υποστηρίζει σταθερά και μόνιμα τον Εθνικό, θεωρώντας ότι ο Ολυμπιακός καταδυνάστευε τον Πειραιά και τα υπόλοιπα σωματεία της πόλης. 

Απόρροια της αντί-ολυμπιακής νοοτροπίας, που καλλιεργήθηκε υπήρξαν και περιπτώσεις σημαντικών αθλητών του Πειραϊκού, οι οποίοι αν και ήταν βέροι Πειραιώτες (που, κατά βάθος, ήθελαν να πάνε στον Ολυμπιακό) λόγω ακριβώς του συγκεκριμένου συμπλεγματικού κλίματος, που είχε δημιουργηθεί προτίμησαν, από αντίδραση, να καταλήξουν από τον εργατικό Πειραιά στην αστική Αθήνα και στον κύριο εκπρόσωπο της, τον ΠΑΟ. 

Χαρακτηριστικότερες είναι οι δύο περιπτώσεις αμφότερες στα τέλη της δεκαετίας του 1950, του πειραιώτη μπασκετμπολίστα Γιώργου Βασιλακόπουλου (περιττεύουν τα υπόλοιπα) και του διεθνούς ποδοσφαιριστή Ανδρέα Παπαεμμανουήλ, που το σπίτι του δεν ήταν ούτε δύο βήματα μακριά από το Καραϊσκάκη. Ο τελευταίος μάλιστα είχε κάνει το 1962 την περίφημη δήλωση: «Μισώ τους ολυμπιακούς και στον δεύτερο γύρο θα τους ανοίξουμε τον λάκκο».

Αλλά και άλλοι παίκτες που αργότερα ήλθαν στον Ολυμπιακό προερχόμενοι από τον Πειραϊκό, όπως π.χ. ο μπασκετμπολίστας Χαλατσιάδης, ουδέποτε αγάπησαν τον Θρύλο.

Ο Ελληνιάδης όμως ήταν η εξαίρεση στον Πειραϊκό. Εξαρχής έδειξε την διάθεση και την αγάπη του για την ομάδα. Μολονότι αποτελούσε μήλο έριδας για διάφορους συλλόγους προτίμησε τον Ολυμπιακό.

Στον Πειραϊκό ήταν πολύ γνωστός στον χώρο του αθλήματος, έστω και αν αυτός δεν ήταν ιδιαίτερα ευρύς εκείνη την εποχή, επειδή ήταν το αστέρι και ο σούπερ-σκόρερ του Πειραϊκού, με τον οποίο πετύχαινε πολύ συχνά 30-40 πόντους σε πολλά παιχνίδια μικρότερων κατηγοριών. Ήταν πολύ κοντός, με ύψος μόλις 1.82μ. (σκάρτο κι αυτό, θα έλεγα) αλλά εκείνη η εποχή επηρεαζόταν ακόμη από τα κατάλοιπα των δεκαετιών του 1960 και 1970, όταν αφθονούσαν σε κάθε ομάδα οι τεχνικά καταρτισμένοι κοντοί, που διακρίνονταν για τις επιθετικές τους αρετές και την έφεση για σκοράρισμα. Κατά τα άλλα ο Σταύρος είχε μεγάλη αλτική ικανότητα και έξοχο τζαμπ-σουτ, το οποίο, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, συγκρινόταν με αυτό του Τάκη Κορωναίου, που τότε θεωρείτο το καλύτερο στην χώρα.

Στον Ολυμπιακό αγωνίστηκε πέντε χρόνια από το 1988 μέχρι 1993. Συμμετείχε σε εθνικό επίπεδο συνολικά σε 141 αγώνες, σημείωσε 1096 πόντους, πήρε 387 ριμπάουντ, έδωσε 197 ασίστ και έκανε 104 κλεψίματα. 

Πρέπει να διευκρινίσουμε ότι στον επιθετικό τομέα οι μέσοι όροι των πόντων του τα πρώτα χρόνια ήταν πολύ ψηλότεροι, για να μειωθούν δραστικά κατά τις περιόδους της προπονητικής θητείας του Ιωαννίδη, όταν στην ομάδα υπήρχαν συγκεκριμένοι ρόλοι για όλους, σε όλους τους τομείς και ιδίως όσον αφορά χρονική συμμετοχή και στα σουτ. 

Αξίζει στο σημείο αυτό, με αφορμή τον Ελληνιάδη, αξίζει να κάνουμε μια μικρή παρένθεση για να καταλάβουν οι αναγνώστες τι ακριβώς γινόταν επί Ιωαννίδη. 

Στη regular season της χρονιάς που πήραμε το «πρώτο» πρωτάθλημα του 1993, η οποία, σημειωτέον, ήταν και η τελευταία χρονιά του Σταύρου στον Ολυμπιακό, ο Ελληνιάδης είχε αγωνιστεί συνολικά σε 26 αγώνες, επί 249 λεπτά και συνολικά είχε μόλις: 27 πόντους, 8 κλεψίματα, 23 ασίστ και 17 ριμπάουντ. Αλλά για να μην νομίζετε ότι αυτό ίσχυε μόνο για τον Ελληνιάδη ας δούμε και τους συνολικούς πόντους των υπολοίπων ελλήνων συμπαικτών του στη regular season μέσα στην ίδια χρονιά (1992/93): Παπαδάκης 13, Λημνιάτης 17, Νάκιτς 18, Μωραΐτης 34, Καμπούρης 46, Παπαδάκος 46, Σταμάτης 72. Αριθμοί που ταιριάζουν σε ακραίους ρολίστες. 

Ως παίκτης του Ολυμπιακού ο Σταύρος κατέκτησε το πρωτάθλημα Ελλάδας του 1993. Να πώς θυμάται ο Σταύρος το επίτευγμα αυτό, που, υπενθυμίζουμε, ήλθε από την κατάκτηση της τέταρτης θέσης στην κανονική περίοδο:
Ήμασταν τρελαμένοι εκείνη την περίοδο. Παίζαμε φοβερή άμυνα, αυτό ήταν το μυστικό μας. Ο Ιωαννίδης είχε βρει τον τρόπο να μας πωρώνει. Μπαίναμε στο γήπεδο έτοιμοι να δαγκώσουμε τους αντιπάλους. Ήταν, πάντως, αφύσικο αυτό που κάναμε τότε, με βάση το υλικό, που είχε η ομάδα. Υπήρχαν αντίπαλοι με πολύ καλύτερο ρόστερ. Αλλά εμείς είχαμε πάθος και πίστη. Όσο για το σκηνικό στην ομάδα τότε ήταν απίστευτο: Όλοι είχαμε προκαθορισμένα τις ίδιες θέσεις, στεκόμασταν στο ίδιο σημείο, η αποστολή ακολουθούσε την ίδια διαδρομή, οι προπονητές έπιναν τα ίδια ακριβώς πράγματα. Ο Ιωαννίδης έμπαινε και έβγαινε πάντα τελευταίος. 
 Όταν έφυγε από τον Ολυμπιακό ο Σταύρος αγωνίστηκε στο Παγκράτι.
Στην Εθνική Ελλάδας ανδρών έπαιξε 16 φορές, σημειώνοντας 83 πόντους και έχοντας ατομικό ρεκόρ πόντων 16.

Στον Ολυμπιακό επανήλθε ως παράγοντας στο πόστο του διευθυντή αγωνιστικού της ομάδας. Η «διοικητική-διευθυντική» θητεία του στον Ολυμπιακό υπήρξε ακόμη μεγαλύτερη και από την αθλητική. Διάρκεσε από το 2002 μέχρι το 2008. 

Θα μείνουν αξέχαστες οι κόντρες του στην ΚΕΔ της Ομοσπονδίας με τον Θανάση Γιαννακόπουλο, με τον οποίο τρωγόντουσαν όπως ο σκύλος με την γάτα για ένα σωρό θέματα (π.χ. τους διαιτητές, τα μέτρα διεξαγωγής των ντέρμπυ κλπ) παρά το αίσθημα αλληλοεκτίμησης, που υπέβοσκε μεταξύ τους. Μερικές φορές υπήρχε και χιούμορ στους ομηρικούς καυγάδες και διαφωνίες τους.

Για παράδειγμα κάποια στιγμή ο Γιαννακόπουλος είχε ζητήσει από τον Ελληνιάδη να έρθει στον ΠΑΟ, δηλώνοντας διατεθειμένος να τον πληρώσει όσο-όσο και ο Σταύρος του είχε απαντήσει ότι θα ερχόταν υπό τον όρο ότι θα άφηνε τον Διαμαντίδη να έρθει στον Ολυμπιακό. Κάποια άλλη φορά ο Σταύρος δήλωσε πως μόνο αν ο Θανάσης του έδινε την κόρη του για σύζυγο, θα μπορούσε να σωθεί οικονομικά. 

Περίφημη έχει μείνει η ειρωνική ατάκα που είχε πει ο Σταύρος για τον Θανάση Γιαννακόπουλο το 2003: «Έλα μωρέ ποιος τον παίρνει στα σοβαρά αυτόν τον Ντάνυ Ντε Βίτο!»
Τον Ιανουάριο του 2003 επί Σούμποτιτς, παραμονές αγώνα με τον ΠΑΟ στο γήπεδο του Σπόρτινγκ, κατάγγειλε συνεργασία του ΠΑΟ με «έμμισθους της ομοσπονδίας ΕΟΚ», βάσει οργανωμένου και συστηματικού σχεδίου και στη συνέχεια προσπάθησε να βγάλει το γήπεδο ακατάλληλο για τέλεση αγώνων μπάσκετ. 

Αλλά και με τον γνωστό και σχετικά ήσυχο βάζελο παράγοντα Μάνο Παπαδόπουλο είχε αρπαχτεί για τα καλά το 2006. 

Με τον Ομπράντοβιτς τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα, αφού δεν υπήρξε ποτέ μεταξύ τους ίχνος χιούμορ. Δεν αντάλλαξαν σχεδόν ποτέ χειραψία και χρειάστηκαν να περάσουν πολλά χρόνια για να συμφιλιωθούν, πολύ αργότερα, όταν είχαν συναντηθεί τυχαία εκτός γηπέδων σε ένα χώρο, στον οποίο ο Σταύρος γιόρταζε τα γενέθλια του. Τότε δόθηκαν αμοιβαίες εξηγήσεις, απολογίες και συγγνώμες.

Το 2004 στο Σπόρτινγκ ο Σταύρος τον είχε κλωτσήσει και ο Ομπράντοβιτς τον είχε αρπάξει από τον λαιμό, για να την γλιτώσουν τελικά και οι δύο μετά από θεατρική παράσταση μπροστά σε μια γυναίκα αθλητικό δικαστή. 

Το 2006 ο Ελληνιάδης αποκάλεσε τον Σέρβο δημόσια «μπεκρή», επειδή είχε πει εσφαλμένα (πιθανώς ειρωνικά) σε μια συνέντευξη τύπου το όνομα του Καζλάουσκας. Ο Σταύρος θέλησε με αυτόν τον τρόπο να δείξει ότι το λάθος δεν ήταν ηθελημένο οφειλόμενο σε ειρωνεία, αλλά γνήσιο, οφειλόμενο στο μεθύσι του Σέρβου.

Το 2007 ο Σταύρος τράβηξε τα καλώδια των μεγαφώνων, στη σειρά των τελικών με τον ΠΑΟ, για να μην επιδρούν στις φωνές των θεατών.

Το 2004 διαμαρτυρόμενος στη ΚΕΔ για τον ορισμό διαιτητών άρπαξε τα μπαλάκια και δεν τα επέστρεφε για να προχωρήσει η κλήρωση, παρά μόνον εφόσον προηγουμένως του δινόταν ο λόγος, προκειμένου να αναπτύξει την επιχειρηματολογία και την διαμαρτυρία του. 

Το 2004 είχε κατηγορηθεί ότι είχε απαγάγει από το αεροδρόμιο, εκμεταλλευόμενος κρυφή δίοδο στον χώρο αποσκευών και χρησιμοποιώντας εφεδρικό ασανσέρ, τον Βόσνιο παίκτη Μουγεζίνοβιτς, που είχε έρθει για λογαριασμό του ΠΑΟ. Ο Σταύρος τον είχε εγκαταστήσει μυστικά στο ξενοδοχείο «Μάρτζη» της παραλιακής, προκειμένου να τον αποκτήσει ο Ολυμπιακός. Τελικά όμως η υπόθεση δεν προχώρησε, αφενός μεν γιατί ο Ολυμπιακός δεν διέθετε πολλά λεφτά, αφετέρου δε επειδή κρίθηκε ότι η υπόθεση δεν άξιζε (λόγω της αμφίβολης αξίας του παίκτη) τον κόπο μιας μέχρις εσχάτων μετωπικής σύγκρουσης με τον έξαλλο τότε ΠΑΟ. Η εκτίμηση αυτή όντως αποδείχθηκε σωστή στη συνέχεια, αφού ο παίκτης δεν έκανε τίποτε στον ΠΑΟ.

Φυσικά για τους οπαδούς του ΠΑΟ ο Σταύρος ήταν πάντα το «κόκκινο πανί», καθώς δεν κώλωνε και δεν δίσταζε να τους προκαλεί. Αυτό το είχε πληρώσει με αντικείμενα στο κεφάλι του, που είχαν προκαλέσει αιμορραγία, αλλά αυτά τα πράγματα ήταν για τον Σταύρο τίτλοι τιμής. 

Το άχτι, που είχαν οι οπαδοί του ΠΑΟ απέναντι του χρονολογείται από την περίοδο 1990/91 από τότε που ήταν παίκτης του Ολυμπιακού, όταν σε αγώνα play-off μεταξύ των δύο ομάδων, ο Σταύρος (όντας καλύτερος παίκτης της ομάδας σε εκείνο το ματς, έχοντας σημειώσει 20-25 πόντους) μετά από τη νίκη της ομάδας μας 90-84 μέσα στο κλειστό της Λεωφόρου, είχε κλωτσήσει με δύναμη την μπάλα πάνω σε ένα σωρό οπαδών του ΠΑΟ. Οι οπαδοί του ΠΑΟ μπουκάρισαν τότε στο γήπεδο και έψαχναν να τον βρουν, ενώ αυτός είχε καταφύγει στα αποδυτήρια, την ώρα που στο γήπεδο γινόταν χαμός από επεισόδια. Μάλιστα ο Πεδουλάκης είχε πετάξει τότε παγοκύστη με στόχο το κεφάλι του Ελληνιάδη, αλλά αυτή προσγειώθηκε στη πλάτη του Αγγέλλου. 

Οι οπαδοί του ΠΑΟ ασχολιόντουσαν συστηματικά με τον Ελληνιάδη και ήταν αυτοί που είχαν βγάλει το σύνθημα «είναι παρθένα του Ελληνιάδη η χτένα» για να τον πικάρουν, επειδή είχε χάσει από νεαρή ηλικία το μεγαλύτερο μέρος της κόμης του. Αυτό όμως ήταν και το μόνο αθώο πείραγμα, γιατί συνήθως ο Σταύρος ειδικά άκουγε ένα οχετό από βρισιές και μπινελίκια. 

Αλλά και το 1993 ο Ελληνιάδης είχε κατηγορηθεί πάλι ως παίκτης από τους βάζελους ότι δόλια είχε τραυματίσει τον Βράνκοβιτς, τοποθετώντας κατάλληλα το πόδι του, ώστε να προκαλέσει στον Κροάτη βαρύ διάστρεμμα. Ο Σταύρος είχε αφήσει τότε σκόπιμα να αιωρείται η υποψία και η κατηγορία, χωρίς να απαντήσει ευθέως, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή μετά από καιρό ο Θανάσης Γιαννακόπουλος να του ζητήσει να του αποκαλύψει αν όντως το είχε κάνει επίτηδες ή άθελα του. Ακόμη όμως και τότε η απάντηση του Ελληνιάδη δεν ήταν καθαρή, αλλά χιουμοριστική αφού είπε :«Τι να κάνω ρε Θανάση μου είχαν τάξει 5.000.000 από πριν, για να το κάνω!»

Μετά την αποχώρηση του Ελληνιάδη από τον Ολυμπιακό ανέλαβε παρόμοια διευθυντικά καθήκοντα, τις περισσότερες φορές με επιτυχία, σε ομάδες μπάσκετ και συλλόγους γενικότερα όπως το Μαρούσι (όπου συνάντησε τον έτερο Ολυμπιακό Μπαρτζώκα) ο Πανιώνιος, ο Πειραϊκός, ο Φάρος, ο Κόροιβος, ο Ίκαρος Χαλκίδας. Παράλληλα εδώ και λίγο καιρό κάνει και τον ατζέντη παικτών.

Μεγαλύτερη διάκριση του όταν ανέλαβε τιμ μάνατζερ της Εθνικής Ελλάδας επί Καζλάουσκας, γεγονός που συνδυάστηκε με το χάλκινο μετάλλιο στους Πανευρωπαϊκούς του 2009 της Πολωνίας.
Μετά από δύο χρόνια όμως στους Πανευρωπαϊκούς του 2011 της Λιθουανίας το όνομα του μπλέχτηκε σε υπόθεση άσκησης ανεπίτρεπτης επιρροής πάνω σε διαιτητές στον αγώνα Ελλάδας-Σκοπίων, που είχε γίνει μέσω μηνυμάτων κινητού SMS, τα οποία είχε όντως στείλει ι ίδιος στο διαιτητικό τρίο, που απαρτιζόταν από τον Ιταλό Λα Μόνικα, τον Γάλλο Σαμπόν και τον Λιθουανό Λαβριναβίτσιους. 

Τότε βέβαια δεν ήταν μάνατζερ της Εθνικής, ούτε μέλος της επίσημης αποστολής, αλλά, πάντως, ήταν επίσημα διαπιστευμένος, με αποτέλεσμα να τιμωρηθεί πειθαρχικά με πρόστιμο 15000 ευρώ και να του αφαιρεθεί η διαπίστευση. Η Εθνική Ελλάδας, που σημειωτέον έχασε στον συγκεκριμένο αγώνα, δεν τιμωρήθηκε ούτε η ομοσπονδία, αφού δεν θεωρήθηκαν υπεύθυνες. 

Ο ίδιος, απολογούμενος, παραδέχθηκε το σφάλμα του και δήλωσε ότι είχε ενεργήσει αυτόβουλα, με σκοπό να ειδοποιήσει και βοηθήσει τους διαιτητές, ώστε να έχουν τον νου τους, προκειμένου αποτρέψουν ενδεχόμενα προβοκατόρικα επεισόδια τα οποία θα προκαλούσε η συνεχής προκλητική στάση Σκοπιανών, που έφτυναν και έβριζαν. 

Το σχετικά αθώο περιεχόμενο των μηνυμάτων επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς του Σταύρου και το επεισόδιο έληξε, αλλά οπωσδήποτε δεν αποτέλεσε κάτι ευχάριστο για το όνομα του, που δεν συζητήθηκε με τον καλύτερο τρόπο στους κύκλους του ευρωπαϊκού μπάσκετ. 

Η ιστορία αυτή έδωσε έναυσμα σε κάποιους καλοθελητές να γράψουν ότι η κατάκτηση του χάλκινου μεταλλίου από την Ελλάδα το 2009 ίσως να οφειλόταν σε αθέμιτες ενέργειες του Ελληνιάδη, ο οποίος τότε ήταν τιμ-μάνατζερ. Μολονότι ουδέποτε έγινε σχετική επίσημη καταγγελία και έρευνα στην FIBA, παρόλα αυτά βρέθηκαν κάποιες εφημερίδες που έγραψαν ότι ο Ελληνιάδης είχε τάξει δωρεάν διακοπές σε διαιτητές, σε αντάλλαγμα για ευνοικές για την εθνική μας ομάδα διαιτησίες. 

Κατά τα άλλα και παράλληλα ο Ελληνιάδης εκλέχτηκε δημοτικός σύμβουλος Πειραιά και ορίσθηκε Πρόεδρος του Οργανισμού Πολιτισμού Αθλητισμού και Νεολαίας (ΟΝΑΠ) του Πειραιά, όπου επέδειξε μεγάλη δραστηριοποίηση. Τελευταία άνοιξε καφετέρια, κίνηση για την οποία επικρίθηκε από συναδέλφους του στον Δήμο, επειδή προτίμησε να το κάνει στην Γλυφάδα και όχι στον Πειραιά.

Ο Ελληνιάδης ανέκαθεν ήταν πολύ επικοινωνιακό άτομο και κατόρθωνε να συγκεντρώνει πάνω του φώτα δημοσιότητας και προβολής. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι πολλές φωτογραφίες του με κοστούμια και γενικότερα με πολιτική περιβολή είναι περισσότερες από αυτές με αθλητική περιβολή, παρά την μακρόχρονη αθλητική του καριέρα. Η παρουσία του είναι συχνά αισθητή σε πολλές και διάφορες εκδηλώσεις διοργανώσεις, δραστηριότητες, events κλπ.  

Αν και είναι απόφοιτος ΤΕΦΑΑ και διαθέτει πτυχίο προπονητή δεν ασχολήθηκε παρά μόνο υποτυπωδώς με την προπονητική.

Όταν σήμερα τον ρωτούν ποιο ήταν το μεγαλύτερο σφάλμα του ως παράγοντα του Ολυμπιακού απαντά: «το ότι έβγαινα πάντα μπροστά, ακόμη και μόνος μου, χωρίς να έχω επαρκή κάλυψη ή υποστήριξη». Άλλη μια παραπονιάρικη αιχμή και σπόντα…   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου