Πέμπτη 17 Ιουνίου 2021

«Θα τα κάνουμε Περού»: Η καταστροφή της Λεωφόρου και τα άγνωστα «πριν» και «μετά»

Μέρος Α΄: Τα γεγονότα

17.6.1964: Μια από τις πιο ιστορικές και σημαντικές μέρες για το ελληνικό ποδόσφαιρο. Η μέρα που συνέβη ένα κυριολεκτικά μοναδικό, πρωτοφανές και ανεπανάληπτο γεγονός στα ελληνικά ποδοσφαιρικά χρονικά, για το οποίο και θα μιλήσουμε σήμερα.






Του Θεολόγου Μιχαηλίδη

Την προαναφερόμενη ημερομηνία, και κατά τη διάρκεια της παράτασης στον ημιτελικό αγώνα Κυπέλλου Ελλάδας μεταξύ ΠΑΟ και Ολυμπιακού, που γινόταν στην Λεωφόρο, χιλιάδες έξαλλοι φίλαθλοι των δύο ομάδων επαναστατούν και, ενωμένοι, γκρεμίζουν από κοινού τα κιγκλιδώματα και εισβάλλουν στο γήπεδο, διακόπτοντας βίαια τον αγώνα. Οι εισβολείς, σε κατάσταση αμόκ, καταστρέφουν και πυρπολούν τα πάντα, κάνοντας το γήπεδο «Γης Μαδιάμ». Οι ζημιές που προκλήθηκαν υπολογίσθηκαν σε ποσό πάνω από 1.000.000 δραχμές, που ήταν τεράστιο για την εποχή. Οι αγανακτισμένοι εισβολείς απείλησαν να λυντσάρουν παίκτες και παράγοντες, που άλλοι διέφυγαν μεταμφιεσμένοι και άλλοι φυγαδεύτηκαν με πολύ κόπο, χάρις στη βοήθεια των αστυνομικών. Όσο για τους επισήμους, αυτοί, πανικόβλητοι, είχαν σπεύσει να εξαφανιστούν εγκαίρως, καθώς κατάλαβαν ότι η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου. 

Στη συνέχεια, ομάδες φιλάθλων συγκρότησαν διαδήλωση διαμαρτυρίας, με προορισμό τη Βουλή, ζητώντας από τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου «να πάρει θέση». Ομάδες οπαδών πολιόρκησαν και επιτέθηκαν στα γραφεία της ΕΠΟ. Κάποιοι άλλοι ξέσπασαν βίαια στα καταστήματα των επιχειρήσεων (καφέ-μπαρ ή σφαιριστήρια) των ποδοσφαιριστών. 

Σημειωτέον ότι η αστυνομία στο γήπεδο ασχολήθηκε μόνο με τη διάσωση και φυγάδευση ανθρώπινων στόχων. Απέφυγε να συγκρουστεί με τους έξαλλους οπαδούς. Ουδεμία απόπειρα καταστολής επιχειρήθηκε. Καμία βίαια επέμβαση, καμία σύλληψη ή προσαγωγή εκείνη τη μέρα. Φαίνεται ότι η αιφνιδιασμένη κυβέρνηση υιοθέτησε την άποψη που λέει: «ποτέ μην τα βάζεις με μια μαζική διαδήλωση όταν είναι αυθόρμητη και απρογραμμάτιστη, αφού δεν θα έχεις καλό σχέδιο για να την αντιμετωπίσεις». Πάντως, δεν έμεινε για πάντα ολότελα άπραγη. Μετά από λίγους μήνες, γύρω στα 15 άτομα συνελήφθησαν και κάποια δικάστηκαν και καταδικάστηκαν, βάσει φωτογραφιών και μαρτυριών, χωρίς να είναι βέβαιο αν ήταν όντως ένοχα, αφού ακόμη και εκείνη την εποχή υπήρχαν τα κατάλοιπα της μετεμφυλιακής ρουφιανιάς. Ουδείς φίλαθλος τραυματίσθηκε στα επεισόδια της γηπεδικής εξέγερσης. Μόνο πέντε αστυφύλακες αναφέρθηκαν εκείνη την ημέρα ως τραυματίες, κι αυτοί όχι στο γήπεδο, αλλά κυρίως στον τόπο της επίθεσης κατά των γραφείων της ΕΠΟ. 

Ο λόγος των φοβερών επεισοδίων ήταν οι υποψίες των οπαδών πως το ματς ήταν «σικέ». Δηλαδή πως οι ομάδες έπαιζαν χαλαρά, επειδή είχαν συνεννοηθεί για να λήξει ισόπαλο, έτσι ώστε να επαναληφθεί, με σκοπό την αποκόμιση επιπλέον οικονομικών ωφελειών από τις νέες εισπράξεις του επαναληπτικού αγώνα. 

Το πρώτο ημίχρονο, που είχε βρει τις δύο ομάδες ισόπαλες 1-1, δεν στάθηκε ικανό για να σχηματιστεί απόλυτα η εντύπωση της συμπαιγνίας, παρά τις μεγάλες ευκαιρίες που χάθηκαν εκατέρωθεν. Ωστόσο, στο δεύτερο ημίχρονο, η απόδοση και η αγωνιστικότητα των ομάδων μειώθηκαν πολύ. Οι παίκτες φαινόντουσαν να παίζουν όχι απλώς άσχημα, αλλά αδιάφορα. Βλέποντας την εικόνα αυτή από τις δύο μεγαλύτερες ελληνικές ομάδες, ο κόσμος είχε αρχίσει να βράζει και να στέλνει έγκαιρα προειδοποιητικές βολές. Οι αποδοκιμασίες συνεχώς δυνάμωναν και πολλαπλασιάζονταν. Κραυγές όπως: «αίσχος», «τα λεφτά μας πίσω», «κλέφτες», «απατεώνες», έβγαιναν από χιλιάδες στόματα. Λίγο αργότερα τα απειλητικά συνθήματα έγιναν πιο συγκεκριμένα, άμεσα και έντονα: «θα μπούμε μέσα», «θα τα κάνουμε Περού» (σε υπενθύμιση της τότε πρόσφατης --ούτε ένα μήνα νωρίτερα-- εισβολής του αφηνιασμένου πλήθους στο γήπεδο της Λίμα, η οποία κατέληξε στην την πιο πολύνεκρη τραγωδία στα παγκόσμια ποδοσφαιρικά χρονικά). 

Οι προθέσεις του κόσμου γινόντουσαν ολοένα και πιο άγριες. Τα διάφορα αντικείμενα (από πλαστικά μπουκαλάκια και μαξιλαράκια μέχρι τούβλα, πέτρες, σίδερα) που έπεφταν στο γήπεδο αυξανόντουσαν. Σε ένα σουτ που κατέληξε στις κερκίδες οι θεατές αρνήθηκαν να επιστρέψουν την μπάλα (κάτι ασυνήθιστο για τα έθιμα της εποχής και ενδεικτικό της αγανάκτησης των φιλάθλων). Όταν τελικά μετά από λίγο το παιχνίδι ξανάρχισε, αναγκαστικά με άλλη μπάλα, τότε η αρχική εξαφανισμένη μπάλα επέστρεψε μέσα στο γήπεδο από τους θεατές, τρυπημένη και ξεφούσκωτη. Μάλιστα ο Ολλανδός διαιτητής, που βρισκόταν στον δικό του κόσμο, θεώρησε το εν λόγω γεγονός αξιοσημείωτο και πρόθυμα φωτογραφήθηκε χαμογελαστός με την ξεφούσκωτη μπάλα για σουβενίρ. Η αφορμή για την έκρηξη του κόσμου δεν άργησε να έρθει λίγο μετά την έναρξη της παράτασης. Επρόκειτο για την απώλεια μιας μεγάλης ευκαιρίας από τον Δομάζο, κάτι που στα μάτια των θεατών ισοδυναμούσε με επιβεβαίωση των υποψιών τους. 

Οι δύο ομάδες αρνήθηκαν κατηγορηματικά, ως συκοφαντικές, τις κατηγορίες πως οι ίδιες, οι διοικητικοί παράγοντες ή/και οι παίκτες τους συμμετείχαν σε οποιαδήποτε σκηνοθεσία του αγώνα. Σε ανακοινώσεις τους αποκάλεσαν βάνδαλους και αναρχικούς όσους συμμετείχαν στα επεισόδια. Ακόμη και πολύ αργότερα, έπειτα από δεκαετίες, παίκτες των δύο ομάδων, που συμμετείχαν στον επίμαχο αγώνα, ισχυρίζονταν ότι δεν είχε γίνει τίποτε το μεμπτό και πως το ματς ήταν καθαρό. Κύριο επιχείρημα τους ότι, ειδικά μεταξύ των δύο συγκεκριμένων αντίπαλων ομάδων, είναι απίθανο να υπάρξει ποτέ σικέ αγώνας. Το ερώτημα όμως είναι αν, με όσα υποστήριζαν, υπηρετούσαν την αλήθεια ή την υστεροφημία τους. Πάντως οι δύο ομάδες, τόσο οι παράγοντες όσο και οι παίκτες, ουδέποτε αλληλοκατηγορήθηκαν για όσα έγιναν εκείνη την μέρα. Ειδικότερα ο Ολυμπιακός περιορίστηκε απλώς να επισημάνει ότι δεν ήταν καν γηπεδούχος και να δηλώσει ότι είναι έτοιμος για επαναληπτικό, ακόμη και χωρίς την παρουσία θεατών. Δεν παρέλειψε να μιλήσει ακόμη και για ευθύνη της διαιτησίας («κρατάει χρόνια αυτή κολόνια»). 

Όσα συνέβησαν προκάλεσαν μείζον πολιτικό θέμα. Η αντιπολίτευση της ΕΡΕ τα έβαλε με την κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου επειδή δεν διέλυσε με χρήση βίας τον όχλο, τον «εμφορούμενο από αναρχοκομμουνιστικές αντιλήψεις». Μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό από την αυθόρμητη εξέγερση η ΕΡΕ, πιστή στο δόγμα ότι μπορεί να υπάρχει μόνο «νομιμοποιημένη βία», η οποία να ασκείται μονοπωλιακά, αποκλειστικά και μόνο από την κυβέρνηση/αστυνομία, επέκρινε δριμύτατα την τότε κυβέρνηση, γιατί απεμπόλησε αυτό το δικαίωμα και δεν αντέδρασε αμέσως, ενεργοποιώντας τις δυνάμεις καταστολής. 

Κατά βάθος, η αντιπολίτευση δεν είχε και πολύ άδικο που ανησυχούσε. Σε αυτή τη ποδοσφαιρική εξέγερση έβλεπε αυτό που θα επακολουθούσε ένα χρόνο αργότερα, το 1965, με τις καθημερινές μαζικότατες διαδηλώσεις και συγκρούσεις χιλιάδων πολιτών με την αστυνομία, κατά την διάρκεια της περιόδου της πολιτικής ανωμαλίας των περίφημων «Ιουλιανών». Η σφοδρή κριτική του αντιπολιτευτικού τύπου έκανε τον συγγραφέα Ιάκωβο Καμπανέλλη να γράψει τότε σε άρθρο του στην εφημερίδα Ελευθερία πως αν κυβερνούσε η ΕΡΕ, τότε όλοι οι θεατές θα εξορίζονταν στη Μακρόνησο. Την ίδια ώρα κάποιοι συνταγματάρχες επιτάχυναν τα σχέδια τους και πρόσθεταν τα γεγονότα της Λεωφόρου στα επιχειρήματα και στις δικαιολογίες περί αναρχικού χάους, που θα χρησιμοποιούσαν. Θεωρούσαν πως μπορούσαν να εκμεταλλευθούν και τις εν λόγω ταραχές κατά τρόπο, που θα εξυπηρετούσε το σχέδιο, που είχε καρφωθεί στο μυαλό τους για ένα χουντικό πραξικόπημα, αυτό που έγινε τελικά πράξη το 1967. 

Οι αρμόδιες κυβερνητικές αρχές τα έριξαν στην ΕΠΟ και ζήτησαν την παραίτησή της. Η ΕΠΟ απέρριψε κάθε κατηγορία περί «μαγειρέματος» του αγώνα. Δήλωσε ότι δεν παραιτείται, καθώς από τότε υπήρχε το ανεξάρτητο και αυτοδιοίκητο, και τα έριξε στην αστυνομία για την απάθειά της. 

Ο αθλητικός και ο πολιτικός Τύπος, που τότε ήταν και το βασικά μέσα ενημέρωσης, πρόβαλλαν για μέρες στα πρωτοσέλιδά τους τα επεισόδια. Στη πλειοψηφία τους, δικαιολογούσαν τους οπαδούς, υιοθετώντας μια καθαρά ποδοσφαιρική οπτική και λογική. Ο Τύπος, τουλάχιστον τις πρώτες μέρες, δεν θέλησε να διαφοροποιηθεί από την επικρατούσα κοινή γνώμη και να τα βάλει με τους οπαδούς. Έγραψε καθαρά ότι η αδιάφορη και νωχελική συμπεριφορά των ποδοσφαιριστών επιβεβαίωσε την εντύπωση ότι το ματς πρέπει να ήταν σικέ. Βέβαια υπήρχαν και εφημερίδες, όλες πολιτικές, που εξαρχής τάχθηκαν κατά της βίαιης συμπεριφοράς των οπαδών, μη αναγνωρίζοντάς τους κανένα ελαφρυντικό. Ωστόσο οι περισσότερες εφημερίδες, ακόμη και κάποιες φιλικές στην αντιπολίτευση, αν και αποδοκίμασαν τις καταστροφές, μίλησαν ξεκάθαρα για «άνευ προηγουμένου παρωδία» ή «πραγματικό θέατρο», που δικαιολογημένα εξόργισε τους θεατές και τους έφερε εκτός εαυτού. Θεώρησαν το ματς φανερή συμπαιγνία, που αποσκοπούσε στην εξαπάτηση των φιλάθλων. Ωστόσο για κάποιους προοδευτικούς δημοσιογράφους (υπήρχαν τέτοιοι τότε), πέρα από τα ποδοσφαιρικά, ίσως υπήρχε και κάτι άλλο που τους συγκινούσε. Ενδεχομένως για αυτούς να ίσχυε αυτό που έχει γραφτεί από τον Ισπανό συγγραφέα Μονταλμπάν για όσους δημοσιογράφους ήταν επιεικείς απέναντι σε συλλογικές πράξεις βίας με αντικαθεστωτικό χαρακτήρα, δηλαδή ότι: «διέκριναν με ενθουσιασμό μια απρόβλεπτη και αυθόρμητη ρωγμή στη (μετεμφυλιακή) θεολογία της κρατικής ασφάλειας», την οποία θεωρούσαν πως τις περισσότερες φορές εξισωνόταν απόλυτα με την κρατική καταπίεση. 

Υπήρξε βέβαια και ο αντίλογος. Σύμφωνα με αυτόν οι συνθήκες διεξαγωγής του αγώνα στο τέλος της επίπονης ποδοσφαιρικής σεζόν και ιδίως η αφόρητη ζέστη ήταν οι βασικοί λόγοι της πτώσης του επιπέδου απόδοσης των ποδοσφαιριστών στο β΄ ημίχρονο. Κατά την ίδια άποψη στη πραγματικότητα τίποτε μεμπτό δεν είχε συμβεί στον αγώνα και όλα όσα λέγονταν οφείλονταν στην απέραντη καχυποψία των φιλάθλων. Οι ποδοσφαιριστές των δύο ομάδων, όντας καταπονημένοι, δεν μπορούσαν να αποδώσουν στο φόρτε τους και έτσι προτίμησαν να προσέξουν για να μη κινδυνέψουν να χάσουν το συγκεκριμένο κρίσιμο ματς και αποκλειστούν. Σε μερίδα του Τύπου διατυπώθηκε επίσης και άλλη μια αξιοσημείωτη άποψη, που υποστήριζε ότι το ματς δεν ήταν σικέ, αλλά οι ποδοσφαιριστές των δύο ομάδων, εκνευρισμένοι από τις σε βάρος τους αποδοκιμασίες, έπαιξαν κατά αυτόν τον προκλητικό τρόπο, ως μια μορφή αντίδρασης, για να «τιμωρήσουν» με αυτό τον τρόπο τους θεατές, που τους αποδοκίμαζαν. Στους ανθρώπους του ποδοσφαίρου υπήρχε και τότε η θεωρία της θεμιτής σιωπηρής σύμπτωσης βουλήσεων των δύο ομάδων, σύμφωνα με την οποία όποτε δύο ομάδες που παίζουν μεταξύ τους βολεύονται αμφότερες με το ίδιο αποτέλεσμα τότε όταν το αποτέλεσμα αυτό έρχεται (που κατά κανόνα έρχεται), το γεγονός αυτό δεν αποτελεί κάτι μεμπτό, αλλά μια λογική και φυσική συνέπεια, περίπου μια νομοτέλεια, που δεν συνεπάγεται ούτε προϋποθέτει συμφωνία ή στήσιμο. 

Αυτή η άποψη εξακολούθησε να ισχύει μέχρι σήμερα. Κλασικό παράδειγμα της και μάλιστα σε ανώτατο επίπεδο ήταν το ματς Γερμανίας-Αυστρίας στη φάση των ομίλων της τελικής φάσης του Μουντιάλ του 1982 στην Ισπανία. Όλοι υποψιαζόντουσαν ότι τα δύο «εθνο-ξαδερφάκια» θα έκαναν ό, τι έπρεπε προκειμένου να περάσουν οι δυο τους και να αποκλειστεί η τριτοκοσμική Αλγερία, που είχε το θράσος να κερδίσει την Γερμανία. Κι αυτό που όλοι περίμεναν αυτό και έγινε. Οι δύο ομάδες σε όλο το δεύτερο ημίχρονο δεν έκαναν ούτε μια απειλητική επίθεση και περιορίστηκαν να πασάρουν ανώδυνα στον χώρο του κέντρου του γηπέδου, με σκοπό να μην αλλάξει το σκορ. Παρά τις εκκωφαντικές αποδοκιμασίες των θεατών και τα εκατοντάδες αγανακτισμένα δημοσιεύματα και ρεπορτάζ του τύπου κανένα αυτί δεν ίδρωσε. Οι αρμόδιοι γνώριζαν ότι δεν θα μπορούσαν να βρεθούν απτές και επαρκείς αποδείξεις πως ο αγώνας ήταν σικέ. Αλλά και προηγουμένως, πάλι σε ανώτατο επίπεδο, στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Αργεντινής, όταν οι οικοδεσπότες ήθελαν νίκη με πάνω από τέσσερα γκολ διαφορά σε βάρος του Περού για να πάνε στον τελικό πάρα πολλοί υποψιαζόντουσαν ότι το δικτατορικό καθεστώς τελικά θα κατάφερνε. Όπως και έγινε. Το 6-0 αποδόθηκε τότε στην παντελή έλλειψη κινήτρου και ενδιαφέροντος του Περού για το συγκεκριμένο ματς, το οποίο και πάλι δεν θεωρήθηκε στημένο. Όταν πολύ αργότερα βγήκαν στη φόρα στοιχεία που φανέρωναν πως το ματς είχε όντως στηθεί τα διεθνή ποδοσφαιρικά όργανα παρέμειναν ασυγκίνητα. Βέβαια στη συνείδηση του φίλαθλου κόσμου και τα δύο αυτά ματς ήταν στημένα. Αλλά η συνείδηση του κόσμου δεν μετράει. 

Ας επανέρθουμε στον αγώνα του Ιουνίου του 1964. Όσον αφορά κυρώσεις στην αρχή, κάτω από την κατακραυγή της κοινής γνώμης και του τύπου και την πίεση των καθολικών εντυπώσεων, η επιτροπή Κυπέλλου (ΚΕΚ) μηδένισε άμεσα και τις δύο ομάδες και αποφάσισε την μη ανακήρυξη κυπελλούχου και τον τερματισμό της διοργάνωσης 1963/64. Ταυτόχρονα η κυβέρνηση απαγόρευσε τους αγώνες μεταξύ των δύο ομάδων για ένα εξάμηνο. Στην ΕΠΟ, που ήταν υπεύθυνη για την διεξαγωγή του αγώνα, επιβλήθηκε τελικά η «ποινή» της… έγγραφης επίπληξης. Η ολομέλεια της ΕΠΟ επρόκειτο να συνεδριάσει αργότερα για επιβολή βαρύτερων κυρώσεων. 

Ωστόσο η ΕΠΟ σκόπιμα άργησε να συνεδριάσει και να επιληφθεί οριστικά του θέματος, έτσι ώστε η όλη υπόθεση να έχει «κρυώσει» στο μεταξύ. Τον Αύγουστο του 1964 η ΕΠΟ, απτόητη και σαν να μη συνέβη το παραμικρό, φρόντισε πρώτα από όλα να καλύψει τις δύο ομάδες, απαλλάσσοντας τις από κάθε ευθύνη και απορρίπτοντας κάθε ενδεχόμενο το ματς να ήταν σικέ. Έκρινε μάλιστα, καταρχήν, ότι ο ημιτελικός κανονικά θα έπρεπε να επαναληφθεί. Επειδή όμως δεν ήθελε να έρθει σε μετωπική σύγκρουση με την κυβέρνηση απέφυγε την επανάληψη του αγώνα Ολυμπιακού και ΠΑΟ, σεβόμενη την υπάρχουσα κυβερνητική απαγόρευση. Έτσι αποφάσισε κλήρωση μεταξύ των δύο ομάδων, την οποία κέρδισε ο Ολυμπιακός, ο οποίος με τον τρόπο αυτό θεωρήθηκε νικητής του ημιτελικού. Στη συνέχεια και επειδή εκκρεμούσε η ανάδειξη της ομάδας, που θα εκπροσωπούσε τη χώρα στο Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης αποφάσισε την διεξαγωγή αγώνα μεταξύ του Ολυμπιακού (που είχε νικήσει «εικονικά» στον ένα ημιτελικό, βάσει της κλήρωσης) και της ΑΕΚ, που είχε νικήσει κανονικά στον άλλο ημιτελικό. Ωστόσο διευκρινίσθηκε ρητά πως ο εν λόγω αγώνας δεν θα είχε έπαθλο το Κύπελλο, αλλά μόνο την εκπροσώπηση της Ελλάδας στην Ευρώπη. 

Παρόλα αυτά ούτε η απόφαση αυτή τηρήθηκε τελικά. Ο Ολυμπιακός δεν κατέβηκε να αγωνιστεί και έτσι η ΑΕΚ πήρε το ματς και την εκπροσώπηση άνευ αγώνα. Ωφελήθηκε λοιπόν έτσι η αιώνια αδικημένη αυτή ομάδα, η οποία ποτέ δεν κερδίζει τίποτε στα χαρτιά, αλλά πάντα μόνο μέσα στα γήπεδα, εφόσον, βέβαια, την αφήνουν οι σκοτεινές δυνάμεις, που την πολεμούν από καταβολής κόσμου. Ωστόσο δεν τελείωσε εκεί η ιστορία με το Κύπελλο Ελλάδας του 1964. Υπήρξε και άλλη εξέλιξη στη συνέχεια. Πολύ αργότερα η ΕΠΟ, υπαναχωρώντας από την απόφαση της περί μη απονομής κυπέλλου, ενέδωσε στις περαιτέρω κλάψες της ΑΕΚ, στην οποία δεν έφτανε η Ευρώπη, αλλά ήθελε και τίτλους («είδος εν σχετική ανεπαρκεία»). Έτσι η ΕΠΟ ανακήρυξε την ΑΕΚ κυπελλούχο Ελλάδας της περιόδου εκείνης στα χαρτιά. Επρόκειτο για ένα κύπελλο, που δόθηκε πολύ ετεροχρονισμένα, μέσα σε μια αίθουσα συσκέψεων και όχι μέσα σε ένα γήπεδο. 

Παρεμπιπτόντως θυμίζουμε πως άλλες δύο φορές η ΑΕΚ πήρε τίτλο (ένα Κύπελλο το 1966 και ένα Πρωτάθλημα το 1979) από τον Ολυμπιακό στα χαρτιά, άνευ αγώνα, επειδή ο Ολυμπιακός δεν κατέβηκε σε τελικό και μπαράζ αντίστοιχα. Τα ξέρουν άραγε όλα αυτά οι οπαδοί της ΑΕΚ ; Πολύ αμφιβάλλω αφού οι Έλληνες φίλαθλοι πρέπει να είναι από τους πιο αδαείς και άσχετους φιλάθλους της Ευρώπης σε θέματα ιστορίας ακόμη και της ιστορίας των ίδιων των αγαπημένων ομάδων τους. Αλλά και οι λίγοι, που ενδιαφέρονται για την ιστορία αυτή την μαθαίνουν πλήρως διαστρεβλωμένη και ψευδή και πάντοτε ανάλογα με τον ολότελα αποσπασματικό και μεροληπτικό τρόπο, που τους την σερβίρουν εκείνοι που τους βολεύει ή συμφέρει. 

Πάντως τα φοβερά επεισόδια του συγκεκριμένου αγώνα της Λεωφόρου είχαν ένα καλό αποτέλεσμα: στάθηκαν η αιτία να απαγορευτεί έκτοτε στον θεσμό του Κυπέλλου η διεξαγωγή επαναληπτικού τελικού αγώνα σε περίπτωση ισοπαλίας, μετά από ενδεχόμενη παράταση και να καθιερωθεί εφεξής, στην θέση του, το στρίψιμο του νομίσματος. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου