Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2021

Ο Ερνέστο Βαλβέρδε και η προσωπικότητά του: άγνωστες πτυχές

Σήμερα, ο Ερνέστο Βαλβέρδε, γίνεται 57 ετών. Σήμερα δεν θα μιλήσουμε για νίκες, ήττες, επιτυχίες και αποτυχίες, τίτλους και ομάδες. Αυτά τα πράγματα τα ξέρετε όλοι. Σήμερα θα προσπαθήσουμε να τον ψάξουμε και να τον ανακαλύψουμε περισσότερο. Ακόμη και το ψυχογράφημα του θα επιχειρήσουμε να κάνουμε, με βάση τα στοιχεία που βρήκαμε. 










Του Θεολόγου Μιχαηλίδη

1. Ο ΒΑΛΒΕΡΔΕ ΚΑΙ Η ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΣΑ ΓΙ' ΑΥΤΟΝ ΑΝΤΙΛΗΨΗ (PERCEPTION)

Ο Βαλβέρδε δεν διαθέτει το μέγεθος και το κύρος, που διαθέτουν άλλοι προπονητές. Δεν είναι αυτό που λέμε ηγετικός τύπος. Δεν εντυπωσιάζει και δεν προκαλεί με λόγια ή έργα. Είναι πάντα μετρημένος, ευγενής και χαμηλών τόνων. Ένας τέτοιος χαρακτήρας, ακόμη και όταν κερδίζει τη συμπάθεια, προκαλεί ταυτόχρονα και την υποτίμηση της αξίας του. Οι οπαδοί συνήθως γοητεύονται από φωνακλάδες, φιγουρατζήδες, πληθωρικούς προπονητές, που να δημιουργούν αίσθηση. Επιπλέον ο Βαλβέρδε, τουλάχιστον προτού πάει στην Μπάρτσα, δεν διέθετε την αίγλη ενός προπονητή με κορυφαίες προπονητικές επιτυχίες, έστω και αναμφίβολα ήταν ένας επιτυχημένος προπονητής. Επίσης εκείνο που ανέκαθεν του έλειπε είναι το ένδοξο ποδοσφαιρικό παρελθόν, αφού, αν και ήταν καλός παίκτης, ποτέ δεν υπήρξε σπουδαίος. Είκοσι λεπτά όλα κι όλα ήταν διεθνής με την εθνική ομάδα. Ακόμη και το παρατσούκλι του («μυρμηγκάκι») τον υποβιβάζει αυτόματα και ενδόμυχα στον χώρο των ανθρώπων του ποδοσφαίρου. Ποιος θέλει ταπεινούς εργάτες στον χώρο του σύγχρονου ποδοσφαίρου, όπου ζητούνται και έχουν πέραση αστεράτοι πρωταγωνιστές, με λούστρο και λάμψη. Προπονητές όπως ο Βαλβέρδε κάνουν για μικρομεσαίες ομάδες, αλλά δεν κάνουν για φιλόδοξες, πλούσιες και πανίσχυρες ομάδες. Δεν ανταποκρίνονται στο image που έχουν ή προσπαθούν να φτιάξουν.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Βαλβέρδε, παρά τις επιτυχίες του στη Μπαρτσελόνα, ποτέ δεν κέρδισε τον κόσμο της ομάδας της Βαρκελώνης, σε αντίθεση με τους οπαδούς της Ατλέτικ και του Ολυμπιακού, που τον λάτρεψαν . Εξαρχής θεωρήθηκε λίγος για ένα μεγαθήριο όπως η Μπάρτσα. Σε μεγάλο γκάλοπ μεταξύ των οπαδών, που είχε γίνει για την πιο ενδεδειγμένη προπονητική επιλογή/διαδοχή στον πάγκο της Μπάρτσα, σε περίπτωση αποχώρησης του Λ. Ενρίκε, ο Βαλβέρδε με το ζόρι είχε συγκεντρώσει μονοψήφιο ποσοστό. Αφήστε που στο τέλος της θητείας του στη Μπάρτσα είχε δημιουργηθεί μέχρι και διαδικτυακό κίνημα ψηφοφορίας με τίτλο: «Απολύστε τον Βαλβέρδε». Ο μόνος βασικός ένθερμος υποστηρικτής του Βαλβέρδε ήταν ανέκαθεν ο Κρόιφ, ο οποίος, σε κάθε ευκαιρία, τον ανέφερε ως κατάλληλο για προπονητή της Μπαρτσελόνα. Από τον Ιανουάριο του 2007 όταν ο Βαλβέρδε, ήταν ακόμη στην Εσπανιόλ, ο Ολλανδός έλεγε: «Οι παίκτες του Βαλβέρδε είτε παίξουν καλά είτε όχι, είτε κερδίσουν είτε όχι, μπαίνουν πάντοτε στο γήπεδο με όραμα. Ο Βαλβέρδε αποτελεί τον λόγο για να αισθάνονται υπερήφανοι για την ομάδα τους και τον χρόνο που θα περάσουν στο γήπεδο». Δυστυχώς ο Κρόιφ πέθανε προτού ο Βαλβέρδε αναλάβει την Μπάρτσα, διαφορετικά ίσως θα μπορούσε να αποτρέψει την απόλυσή του, με την επιρροή που πάντα ασκούσε στην ομάδα της Βαρκελώνης. 

Ήταν και παίκτες, που δεν τον σέβονταν στη Μπάρτσα, όπως θα έπρεπε. Άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο φανερά (π.χ. ο Πικέ). Ορισμένοι από αυτούς όπως ο Βιντάλ και Τερ Στέγκεν τον είχαν αποκαλέσει «Ιούδα» σε αναρτήσεις τους στα social media, θέλοντας να δείξουν ότι είχε προδώσει την εμπιστοσύνη τους, επειδή δεν τους χρησιμοποιούσε όσο αυτοί ήθελαν. Ακόμη και ο Μέσι, που μίλησε με πολύ καλά λόγια για τον Βαλβέρδε μετά την απόλυσή του και τον ευχαρίστησε δημοσίως για όλα, αναφέρθηκε περισσότερο στον χαρακτήρα του Ερνέστο ως ατόμου, αποκαλώντας τον «θαυμάσιο και πολύ ειλικρινή άνθρωπο». Για τις προπονητικές του ικανότητες, όμως, είχε περιοριστεί να δηλώσει μόνο ότι ο Ερνέστο καταλάβαινε καλά το κάθε παιχνίδι και προετοίμαζε καλά την ομάδα για αυτό. Αποτελούσε κοινό μυστικό ότι ο Μέσι θεωρούσε τον Βαλβέρδε κατώτερο του Πέπ Γκουαρντιόλα, αλλά και του Λουίς Ενρίκε. Ο Μέσι προτιμούσε να έρθει ο Τσάβι στη θέση του Ερνέστο. Η εκ των υστέρων κριτική που άσκησε στη διοίκηση για την απομάκρυνση του Βαλβέρδε έγινε επειδή δεν ήρθε ο Σετιέν. 

Ο Βαλβέρδε δεν είχε βέβαια ούτε την υποστήριξη και τον σεβασμό της διοίκησης της Μπάρτσα, που ενώ φαινομενικά διαβεβαίωνε πως τον στήριζε, την ίδια ώρα έψαχνε να βρει αντικαταστάτη του. Ήταν γνωστό ότι παρακαλούσαν τον Τσάβι και όταν ο τελευταίος αρνήθηκε οριστικά, συζήτησαν με διάφορους άλλους υποψήφιους αντικαταστάτες του Βαλβέρδε. Η υποκριτική αυτή στάση της διοίκησης της Μπάρτσα επικρίθηκε πολύ σκληρά από τα μέσα ενημέρωσης. Κάποιοι χαρακτήρισαν την περίπτωση Βαλβέρδε ως «το μεγαλύτερο πισώπλατο μαχαίρωμα στην ιστορία του ισπανικού ποδοσφαίρου». Γενικά, ο Βαλβέρδε έπεσε σε μια εποχή, που ακόμη και σε μια ομάδα όπως η Μπάρτσα (η οποία καυχιέται ότι είναι «κάτι περισσότερο από μια ομάδα») πολλές από τις αξίες και τις αρχές της έχουν υποχωρήσει δραματικά. Η εμπορευματοποίηση είχε προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό και στην ομάδα της Καταλωνίας. Το ΔΣ της Μπάρτσα, τον καιρό που είχε πάρει τον Βαλβέρδε, οραματιζόταν το πώς θα μπορέσει να βρεθεί στο κέντρο ενός είδους «Silicon Valley of Sports» όπως έλεγε. Πώς μπορούσε να είναι πειστικό ένα τέτοιο εγχείρημα όταν στο τιμόνι της ομάδας υπήρχε ένα «μυρμηγκάκι»; 

2. Ο ΒΑΛΒΕΡΔΕ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ

Ο Βαλβέρδε θεωρείται λάτρης της τακτικής, θιασώτης του πρέσσινγκ και του ποδοσφαίρου της κατοχής και μάλιστα με σχετικά αυξημένη ένταση. Πολλοί έχουν την εσφαλμένη εντύπωση πως πιστεύει δογματικά στον προαναφερόμενο τρόπο ποδοσφαίρου, πως γενικά ζει και αναπνέει για το ποδόσφαιρο, πως πιστεύει απόλυτα στον σημασία του ρόλου του προπονητή, στην αξία των συστημάτων και των τακτικών. Όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Κατ' αρχάς, στον Βαλβέρδε δεν αρέσει να μιλά πολύ για ποδόσφαιρο, ειδικότερα δε δημοσίως για τους αγώνες της ομάδας του όταν τελειώνουν. Δεν του αρέσει καθόλου αυτό που συνηθίζεται να αποκαλείται «τρίτο ημίχρονο». Αναγκάζεται βέβαια να λέει κάποια πράγματα στις συνεντεύξεις Τύπου, αλλά ακόμη και εκεί προπαθεί να είναι όσο πιο φειδωλός γίνεται. 

Τον Σεπτέμβριο του 2018, ο Βαλβέρδε δήλωσε: Για ποιο ποδόσφαιρο μιλάμε; Αυτό που γίνεται ολοένα και περισσότερο μια show business; Σήμερα υπάρχει πολύς θόρυβος και όσο αυξάνεται ο θόρυβος αυξάνεται και η αμφισβήτηση. Και όταν αυξάνεται η αμφισβήτηση ο καθένας θέλει να ακούει και να βλέπει. Ωστόσο εδώ υποτίθεται ότι είναι σπορ και αυτά τα πράγματα δεν θα έπρεπε να συμβαίνουν. 

Ο Βαλβέρδε δεν θεωρεί ως καθοριστικό τον ρόλο του προπονητή του ποδοσφαίρου. Σε ομιλία του το 2018 ανέφερε ότι ο προπονητής ποδοσφαίρου έχει ενδεχομένως το μικρότερο περιθώριο δυνατότητας κρίσιμης παρέμβασης μεταξύ όλων των προπονητών των διαφόρων ομαδικών αθλημάτων. Ειδικότερα οι δυνατότητες ενός προπονητή ποδοσφαίρου να επιδράσει αποφασιστικά σε ένα αγώνα είναι ασύγκριτα λιγότερες σε σχέση με ένα κόουτς μπάσκετ. Όπως έχει πει ο ίδιος ο Ερνέστο: Εδώ υπάρχουν φορές, που δυσκολεύονται να με ακούσουν οι άνθρωποι, που βρίσκονται δίπλα μου στον πάγκο. Πώς λοιπόν μπορεί να σε ακούσουν οι παίκτες που βρίσκονται τόσο μακριά σου στο γήπεδο; Δεν έχουμε την ευχέρεια που έχουν οι προπονητές άλλων σπορ στο να κάνουμε αλλαγές, ούτε στο να σταματήσουμε τον χρόνο. Το παιχνίδι ανήκει πολύ περισσότερο στους ποδοσφαιριστές παρά στους προπονητές. Μάλιστα αν οι ποδοσφαιριστές είναι σπουδαίοι, όπως π.χ. ο Μέσι τότε είναι σε θέση να ερμηνεύσουν το ματς και να βρουν τις αδυναμίες των αντιπάλων καλύτερα από εμένα, που είμαι προπονητής. Και ο Βαλβέρδε συνέχισε: Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο γίνονται ένα σωρό αναλύσεις από ένα σωρό ειδικούς αναλυτές πάνω σε όλων των ειδών τα αντικείμενα: στημένα, πάσες, σουτ, κινήσεις, ταχύτητα, τρέξιμο κ.λπ. Ωστόσο σχεδόν κανένας από τους αναλυτές δεν είναι βέβαιος για την ασφάλεια, την ποιότητα, την αξία και την αποτελεσματικότητα των αναλύσεων τους. Τις προάλλες ένας καταρτισμένος αναλυτής μου εξομολογήθηκε ότι αισθάνεται άσχημα γιατί δεν ξέρει αν έχει βοηθήσει ποτέ σε κάτι την Μπαρτσελόνα, έτσι ώστε να κερδίσει έστω ένα αγώνα. Σχεδόν κανένα από από τα δεδομένα που συλλέγονται και αναλύονται δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει αποφασιστική σημασία. 

Ενώ ο Βαλβέρδε θεωρείται θιασώτης του ποδοσφαίρου κατοχής δεν παραλείπει να αποστασιοποιείται. Σε ομιλία του στο Μπιλμπάο τον Απρίλιο του 2020 ως προσκεκλημένος της βασκικής ομοσπονδίας κατέθεσε την άποψή του: Το να έχεις κατοχή της μπάλας έχει υπεμεγεθυνθεί, ιδίως από τους δημοσιογράφους. Είναι καλό πράγμα βέβαια το να κατέχεις την μπάλα, αλλά το θέμα είναι τι θα κάνεις με την μπάλα όταν την κατέχεις. Δεν κερδίζεις με την κατοχή της μπάλας, αλλά με την δημιουργία ευκαιριών λόγω της κατοχής της μπάλας. Επίσης ο Βαλβέρδε βρίσκει υπερβολική την έμφαση στα διάφορα ποδοσφαιρικά συστήματα ως λόγο για την επίτευξη νικηφόρου αποτελέσματος. Κατά τα άλλα θεωρεί την υπερμέτρη ανάλυση των διαφορών μεταξύ συστημάτων όπως π.χ. 4-2-3-1 και 4-3-3 τις περισσότερες φορές ανούσια. Όπως έχει πει τον Σεπτέμβρη του 2018: Ένα αγώνα μπορείς να τον χάσεις ανεξήγητα, μολονότι έχεις παίξει καλά. Μπορεί να ελέγχεις απόλυτα ένα αγώνα και να τον χάσεις εξαιτίας δύο απανωτών λαθών, που μπορεί να γίνουν μέσα σε δύο λεπτά. 

Τον Οκτώβρη του 2019 μετά από ένα αγώνα Champions League ο Βαλβέρδε δεν είχε θεωρήσει σημαντική μια επαναλαμβανόμενη στατιστική διαπίστωση, σύμφωνα με την οποία οι ποδοσφαιριστές της Μπάρτσα έτρεχαν λιγότερο σε σύγκριση με τους παίκτες αντιπάλων ομάδων. Είχε πει: Είμαστε ομάδα που συνήθως έχουμε κατοχή της μπάλας. Παλιά είχα ένα προπονητή, που έλεγε ότι εφόσον έχουμε την μπάλα πρέπει να τρέχουμε λιγότερο από τους αντιπάλους, που είναι υποχρεωμένοι να τρέχουν περισσότερο από μας. Άγαλμα αυτού του προπονητή μου, που τα έλεγε αυτά, υπάρχει έξω από το γήπεδο που παίζουμε (υπονοώντας τον Κρόιφ).

Ωστόσο ο Βαλβέρδε, αν και δεν συμφωνεί με πολλά από τα επί μέρους ποδοσφαιρικά στερεότυπα, δεν απορρίπτει την δύναμη της τακτικής στο ποδόσφαιρο. Τον Μάρτιο του 2019 παρομοίασε την τακτική με «δεκανίκι», πάνω στο οποίο μπορείς μια ομάδα να στηριχτεί, ιδίως όταν τα πράγματα πάνε άσχημα. Κατά τον Βαλβέρδε: Ακόμη και όταν ένας παίκτης είναι άναρχος στο παιχνίδι του η τακτική μπορεί να τον βοηθήσει. Όταν μια μέρα τίποτε δεν λειτουργεί σωστά η τακτική είναι αυτή που θα σε βοηθήσει να βρεις πυξίδα και μια τάξη για να αντιδράσεις. Όταν όλα λειτουργούν μια χαρά τότε ξεχνάς την τακτική και όλα, γιατί πολύ απλά τότε δεν τα χρειάζεσαι. Όλα είναι παραδεισένια. 

3. Ο ΒΑΛΒΕΡΔΕ ΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ 

Ο Βαλβέρδε αποτελεί μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Τον έχουν χαρακτηρίσει ντροπαλό, αλλά θα μπορούσε να πει κανείς ότι δεν είναι από ντροπή που αισθάνεται άβολα, αλλά μάλλον επειδή δεν γουστάρει. Του αρέσει να απομονώνεται, να μην ενοχλεί, αλλά και να μην ενοχλείται. Δεν αποζήτησε, ούτε επιδίωξε ποτέ την αγάπη των οπαδών, αλλά όπου την εισέπραξε πλουσιοπάροχα (Μπιλμπάο, Πειραιάς) το γεγονός αυτό ήταν κάτι που τον συγκίνησε και το εκτίμησε πολύ. Του αρέσει κάποτε να αυτοσαρκάζεται, αλλά και κάποιες φορές να σχολιάζει με σαρκαστικό χιούμορ. Αγαπά πολύ να κάνει ταξίδια, επισκεπτόμενος μέρη, που του είναι άγνωστα. Σε πρόσφατη συνέντευξή του δήλωσε ότι δεν θα απέρριπτε πρόταση για να προπονήσει ομάδα στην Αυστραλία, γιατί δεν έχει πάει ποτέ εκεί και θα ήθελε να γνωρίσει την κουλτούρα των κατοίκων και με την ευκαιρία να βγάλει φωτογραφίες. Ωστόσο η ζωή του χαρακτηρίζεται από παραμονές και επιστροφές στα ίδια γνώριμα μέρη (Μπιλμπάο, Βαρκελώνη, Πειραιάς). Πηγαίνει, φεύγει και επανέρχεται στα ίδια μέρη. Υπήρξε τόσο παίκτης όσο και προπονητής σε τρεις διαφορετικές ομάδες: στην Εσπανιόλ, στην Ατλέτικ Μπιλμπάο και στη Μπαρτσελόνα, ενώ και στον Ολυμπιακό δεν έλλειψε το στοιχείο της επιστροφής, αφού ήρθε, έφυγε και επανήλθε. Αγάπησε όλες τις προαναφερόμενες πόλεις και τις ομάδες, αλλά φυσικά το Μπιλμπάο είναι κάτι ξεχωριστό για αυτόν, έστω και αν ο ίδιος δεν είναι τόσο τοπικιστής ή πολύ περισσότερο εθνικιστής όπως η συντριπτική πλειοψηφία των Βάσκων. Παρ' όλα αυτά, καταλαβαίνει και συναισθάνεται τον στίχο του ύμνου της Αθλέτικ που μιλάει για τον «κορμό της γέρικης βελανιδιάς». 

Ο Βαλβέρδε είναι άνθρωπος που μπορεί να φαίνεται ότι σέβεται τις παραδόσεις (π.χ. έπαιξε με την Εθνική της Χώρας των Βάσκων το 1993, αφού, ως Βάσκος, ήταν αδύνατο να αρνηθεί τέτοια τιμή). Ωστόσο δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί παραδοσιακός τύπος με την γνωστή έννοια του όρου και τις στερεοτυπικές εμμονές, που την συνοδεύουν. Η αγάπη του για την χώρα των Βάσκων οφείλεται στο ότι αυτή είναι διαφορετική και όχι επειδή δογματικά θεωρεί αυτή τη διαφορετικότητα μια αλάνθαστη πανάκεια. Ενώ δίνει την εντύπωση ότι δεν πρόκειται για άτομο, που ασχολείται ιδιαίτερα με την τεχνολογία, αυτό δεν ισχύει. Αντίθετα έχει κάνει σπουδές πάνω σε ηλεκτρονικά και έχει χρησιμοποιήσει πολλή τεχνολογία στην προπονητική του θητεία, ιδίως στην Μπάρτσα. Αλλά αυτό ξέρουμε ότι ισχύει μόνο για τον τρόπο εργασίας του. 

Η ακεραιότητα του χαρακτήρα του φάνηκε όταν δεν δέχτηκε την παχυλή αποζημίωση της Μπάρτσα για την πρόωρη διακοπή του συμβολαίου του. Θα μπορούσε να κάνει αυτό που θα έκαναν όλοι στη θέση του, ιδίως από την στιγμή που η Μπαρτσελόνα του φέρθηκε τόσο άσχημα, δηλαδή να διεκδικήσει όλα τα χρήματα, που δικαιούταν μέχρι την λήξη του συμβολαίου του. Δεν το έκανε όμως, γιατί δεν ήθελε να πάρει χρήματα, που δεν τα είχε δουλέψει. Στην απόλυσή του από την Μπαρτσελόνα, έδειξε για μια ακόμη φορά την αξιοπρέπειά του. Δεν διαμαρτυρήθηκε, δεν παραπονέθηκε, δεν εκνευρίστηκε, δεν γκρίνιαξε, δεν θύμωσε. Δεν βγήκε να κλαφτεί ή να φωνάξει στα μέσα και στους δημοσιογράφους. Τέτοιες αντιδράσεις είναι εντελώς ξένες με τον χαρακτήρα του. Γι αυτόν όσο δίκιο και να έχει κανείς δεν αξίζουν τον κόπο τέτοιες αντιδράσεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ειρωνεύεται τέτοιες αντιδράσεις όταν τις κάνουν άλλοι, πολύ δε περισσότερο όταν έχουν δίκιο. Περίφημη θα μείνει η αναφορά του το 2011 στον οργισμένο Τεννέ για την ακύρωση ενός γκολ σε αγώνα Παναιτωλικού-Ολυμπιακού. Τότε ο Βαλβέρδε είχε πει «δικαιολογώ τον συνάδελφο μου, που είναι θυμωμένος, γιατί το γκολ της ομάδας του ήταν κανονικό». Η απόλυσή του από την Μπάρτσα δεν αποτέλεσε γι' αυτόν ταπείνωση, όσο και αν τα μέσα προσπάθησαν να περάσουν μια τέτοια εικόνα και εντύπωση. Κανένας δεν μπορεί να ταπεινώσει κάποιον ή κάτι που δεν μπορεί να αγγίξει. Ίσα-ίσα αποτέλεσε για αυτόν μια απελευθέρωση από την πίεση και τα από τα αφόρητα «πρέπει» που τον βάραιναν, όταν ήταν στην Μπάρτσα. Η όλη συμπεριφορά του μετά την απόλυσή του το απέδειξε αυτό καθαρά. Φάνηκε ακόμη και από τα γένια που άρχισε να αφήνει από την επόμενη κιόλας μέρα της απόλυσής του. Δεν ισχυρίζομαι βέβαια ότι χάρηκε με όλα αυτά που πέρασε, άκουσε ή διάβασε. Αλλά όσο ενοχλητικά, ψευδή ή αβάσιμα κι αν ήταν, δεν τα πήρε επί πόνου, δεν έπεσε σε κατάθλιψη. Ήταν για αυτόν αναμενόμενα και δεν τους έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Όταν ήταν στην Μπάρτσα, το γραφείο του ήταν τόσο λιτό, που θα μπορούσες να το χαρακτηρίσεις σχεδόν γυμνό. Δεν υπήρχαν διάφορα πράγματα και αντικείμενα, όπως στα γραφεία των άλλων προπονητών σε όλο τον κόσμο. Με τον τρόπο αυτό ήταν σαν να έδειχνε τη ματαιότητα του ρόλου του προπονητή, που ανά πάσα στιγμή θα πρέπει να είναι έτοιμος να απολυθεί ή γενικά να φύγει από την ομάδα που βρίσκεται. Σε περίπτωση λοιπόν που θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, καλό θα ήταν να μπορεί να φύγει, χωρίς να χρειαστεί να κουβαλήσει πολλά πράγματα. Ποιος ο λόγος λοιπόν να γεμίζεις και να διακοσμείς το γραφείο σου;  

Ο Ερνέστο αγαπά να διαβάζει, αλλά και να γράφει, όποτε μπορεί. Έχει γράψει ήδη ένα βιβλίο με τίτλο Το ημίχρονο (Medio Tempo). Πάνω από όλα όμως έχει πάθος και λατρεία με την φωτογραφία σε τέτοιο βαθμό, που κάποιος μπορεί να ισχυριστεί βάσιμα ότι αγαπά περισσότερο την φωτογραφία από το ποδόσφαιρο. Θα τολμούσα να πω μάλιστα πως ίσως από τη φωτογραφία μπορεί να μάθει κανείς περισσότερα για τον άνθρωπο Βαλβέρδε από όσα μπορεί να μάθει γι' αυτόν από το ποδόσφαιρο. Σύμφωνα με τα ίδια του τα λόγια η στιγμή εμφάνισης μιας φωτογραφίας στο εργαστήρι αποτελεί μια «τελετουργική σκηνή μαγευτικής αποκάλυψης». Ο Ερνέστο έχει ήδη πραγματοποιήσει δύο εκθέσεις φωτογραφίας, μια στην Αθήνα στον χώρο τέχνης της Ιλεάνας Τούντα το 2012 και μια στο Μπιλμπάο το 2013. Το γεγονός ότι η ελληνική έκθεση έγινε σε απόσταση αναπνοής πίσω από το γήπεδο του ΠΑΟ ούτε που τον απασχόλησε. Άλλωστε ο Βαλβέρδε δεν έχει προκαλέσει ποτέ κανέναν και δύσκολα θα βρισκόταν οπαδός αντίπαλης ομάδας, που να του δημιουργούσε πρόβλημα. Ο Βαλβέρδε δεν είναι ένας συνηθισμένος ερασιτέχνης, που έχει χόμπι τη φωτογραφία. Έχει σπουδάσει φωτογραφία στο Ινστιτούτο Φωτογραφικών Σπουδών της Καταλωνίας από τότε που ήταν νέος ποδοσφαιριστής στη Βαρκελώνη. Μια φωτογραφική μηχανή αξίας περίπου 240 ευρώ υπήρξε και το πρώτο του σοβαρό δώρο, που του έκαναν όταν ήταν έφηβος. Όταν ήταν πιο νέος είχε δημοσιεύσει φωτογραφίες συμπαικών του στην μεγάλη εφημερίδα El Pais. Η φωτογραφία για τον Βαλβέρδε δεν είναι απλό πράγμα, γιατί πέρα από την διάσταση της τέχνης που εμπεριέχει είναι το μόνο πράγμα, που κατά κάποιο τρόπο νικά τον ανίκητο χρόνο. Και αν δεν τον νικά τον σταματά, τον παγώνει και τον αιχμαλωτίζει. Το περίεργο και κάπως αντιφατικό είναι ότι αυτός, ο ορκισμένος φωτογράφος, δεν έχει επιτρέψει να δοθούν στη δημοσιότητα φωτογραφίες της οικογένειας του της γυναίκας του και των τριών παιδιών του. 

Οι φωτογραφίες του είναι ασπρόμαυρες, καλλιτεχνικές με μια έντονη αισθητική, που κάποιοι κριτικοί έχουν χαρακτηρίσει ποιητική. Ο ίδιος έχει ομολογήσει ότι στις φωτογραφίες του αναζητεί μια οδό διαφυγής και βγάζει τον αντισυμβατικό του εαυτό. Οι φωτογραφίες εκλαμβάνονται από τους θεατές ως εκπέμπουσες συναισθήματα θλίψης και μοναξιάς. Ο ιδιος έχει δηλώσει: Δεν θέλω οι φωτογραφίες μου να είναι άνετες, βολικές, τουριστικές. Θέλω να είναι διαφορετικές. Εκείνο που αναζητά στη κάθε φωτογραφία όπως ο ίδιος έχει δηλώσει είναι η ισορροπία. Την ισορροπία αυτή θεωρεί ως κοινό στοιχείο μεταξύ φωτογραφίας και ποδοσφαίρου. Δεν διστάζει να ομολογήσει κάτι που προβληματίζει: Οι φωτογραφίες μου εστιάζουν συχνά στον θάνατο, όχι όμως με ένα τρόπο εκφοβιστικό, αλλά με ένα τρόπο που να ξυπνά τον άνθρωπο και την συνείδηση του. Ο Βαλβέρδε μάλιστα βρίσκει από φωτογραφικής πλευράς τον θάνατο «φωτογενή» (!) Μιλώντας για το θέμα του θανάτου στις φωτογραφίες του έχει αναμίξει και κάποιες μυστηριώδεις και κάπως άσχετες τοποθετήσεις: Είμαι κι εγώ από αυτούς που θέλουν τα παιδιά να θάβουν τους γονείς τους. Δεν θέλω να σκεφτώ ότι έχει κάποια σχέση με τη κατά καιρούς φημολογούμενη ασθένεια του ενός γιού του, την οποία άλλωστε οι ίδιες φήμες την παρουσίαζαν ως αυτισμό. 

Αλλά και στο ποδόσφαιρο υπάρχουν στιγμές που ο Βαλβέρδε έχει δείξει ένα διαφορετικό εαυτό, ξένο προς τα γνωστά ποδοσφαιρικά ήθη και έθιμα. Παραθέτω κάποια παραδείγματα: Όταν ρωτήθηκε ποια ματς θυμάται πιο έντονα η απάντηση του ήταν απροσδόκητη: Τις ήττες σε ματς που έχουμε παίξει καλά, όπως στους αγώνες με Άρσεναλ και ΠΑΟ. Δεν έχει διστάσει να καταδικάσει τα επεισόδια των οπαδών της ομάδας του στον αγώνα με τον ΠΑΟ στο Φάληρο, τον Φεβρουάριο του 2011, δηλώνοντας Δεν μου αρέσουν καθόλου όσα έγιναν.Όπως δεν θέλω οι αντίπαλοι να κάνουν επεισόδια σε βάρος μας, έτσι δεν θέλω να κάνουμε εμείς επεισόδια σε βάρος τους. Μετά την διακοπή του αγώνα με τον ΠΑΟ στο ΟΑΚΑ τον Μάρτιο του 2012 δήλωσε:  Υποθέτω ότι κερδίσαμε τον αγώνα. Δεν χαίρομαι όμως για τη νίκη μας, μετά από όλα όσα έγιναν. Δεν ξέρω τι να πω. Επειτα από τον αγώνα Κυπέλλου με τον Διαγόρα το 2008 είχε δηλώσει: Δεν γίνεται να μιλάμε για ποδόσφαιρο και για το ματς όταν χάθηκε (αυτοκτόνησε) ένας νεαρός ποδοσφαιριστής. 

4. ΒΑΛΒΕΡΔΕ ΚΑΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ

Εδώ θα μιλήσουμε για τους λόγους και τις συνθήκες πρόσληψης και αποχώρησης του Βαλβέρδε από τον Ολυμπιακό. Τον Βαλβέρδε έφερε στον Ολυμπιακό ο Κόκκαλης, με συμβόλαιο 1+1. Σημειωτέον ότι πριν από δύο χρόνια είχε ενδιαφερθεί σοβαρά η ΑΕΚ του Ντέμη Νικολαίδη για να τον πάρει προπονητή της, αλλά ο Βαλβέρδε προτίμησε την Εσπανιόλ. Ο Κόκκαλης τότε βρισκόταν προς το τέλος της μακρόχρονης προεδρικής του θητείας στον Ολυμπιακό και είχε αλλάξει πάρα πολύ, προς το χειρότερο. Ο Σωκράτης έφερε τον Βαλβέρδε στον Ολυμπιακό, γιατί βιαζόταν να δει τον Ολυμπιακό να κάνει επιτέλους μια μεγάλη πορεία στην Ευρώπη, που θα τον έφερνε κοντά σε ένα τελικό και ας ήταν του ΟΥΕΦΑ/Europa. Όταν λοιπόν είδε πως μια μέτρια-μικρομεσαία ομάδα της Ισπανίας, όπως η Εσπανιόλ, τα είχε καταφέρει σκέφτηκε απλουστευτικά ότι ο προπονητής της (δηλαδή ο Βαλβέρδε) θα είχε το «Know how». Με αυτό το σκεπτικό και κριτήριο προσλήφθηκε ο Βαλβέρδε. Φαντασθείτε λοιπόν την οργή του Κόκκαλη όταν ο Ολυμπιακός αποκλείστηκε αμέσως στο Champions League από την Ανόρθωση. Με το ζόρι κρατήθηκε για να μην τον διώξει, κι αυτό επειδή μόλις τον είχε πάρει. Αργότερα η καλή πορεία του Ολυμπιακού στο ΟΥΕΦΑ ηρέμησε τον Προεδρο. Ωστόσο οι εκρήξεις και οι απαιτήσεις του Κόκκαλη είχαν κάνει κακή εντύπωση στον Βαλβέρδε, που καταλάβαινε πως δεν απολάμβανε της πλήρους εμπιστοσύνης του κυκλοθυμικού Σωκράτη. Έτσι ο Βαλβέρδε σκεπτόταν πολύ αν θα έπρεπε να συνεχίσει στον Ολυμπιακό. Τι θα γινόταν αν και πάλι ο Ολυμπιακός δεν είχε στην Ευρώπη την πορεία, που μανιωδώς ήθελε ο Πρόεδρος; Στον Βαλβέρδε δεν άρεσε τόση και τέτοια πίεση. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Πρόεδρος προχωρούσε σε μεταγραφές (π.χ. Ζαιρί) χωρίς να τον συμβουλευθεί ή να τον ρωτήσει, κάτι που θεωρούσε απαράδεκτο, ή αργούσε να ολοκληρώσει τις μεταγραφές ώστε να έχει όλους τους παίκτες στην προετοιμασία, στοιχείο που θεωρούσε βασικό. Είναι γεγονός ότι ο Κόκκαλης πρότεινε εγκαίρως και επανειλημμένα την ανανέωση συμβολαίου στον Βαλβέρδε, αλλά ο Βαλβέρδε καθυστερούσε να απαντήσει οριστικά, γιατί σκεπτόταν αν έπρεπε να μείνει και επειδή ήθελε προηγουμένως να διαπιστώσει αν και πόσο ήθελε πραγματικά ο Ολυμπιακός να συνεχιστεί η συνεργασία τους. Για την καθυστέρησή του πρόβαλλε προσωπικούς/οικογενειακούς λόγους. Αυτή η καθυστέρηση και αναβλητικότητα εκνεύρισαν τον Κόκκαλη, ο οποίος ως αντίποινα τροποποίησε την πρόταση, ώστε οι συνολικές βασικές αποδοχές, από ενιαίες και εγγυημένες που ήταν, να σπάσουν και να τεθούν υπό τον όρο επίτευξης ευρωπαικών στόχων και προκρίσεων. Η αλλαγή αυτή δεν άρεσε καθόλου στον Βαλβέρδε, όχι μόνο για λόγους αρχής, αφού σήμαινε ανεπίτρεπτη υπαναχώρηση από τις αρχικές προτάσεις, αλλά γιατί αποδείκνυε την βασιμότητα και την ορθότητα των επιφυλάξεων του. Ήταν πλέον φως-φανάρι για τον Βαλβέρδε ότι ο Πρόεδρος είχε ψύχωση με την Ευρώπη και το γεγονός αυτό ασκούσε αφόρητη πίεση στον Βαλβέρδε, από μόνο του. Οι διαπραγματεύσεις και συζητήσεις δεν σταμάτησαν. Αλλά κάθε φορά τα πράγματα γινόντουσαν χειρότερα. Μεταξύ άλλων τέθηκε από τον Βαλβέρδε η δυνατότητα να σπάσει μονομερώς τυχόν συμβόλαιο σε περίπτωση που κάποια από τις μεγάλες ομάδες της Ισπανίας τον ζητούσε. Φαινόταν ότι ο Βαλβέρδε δεν ήθελε να μείνει με τον Κόκκαλη πρόεδρο. Δεν τον εμπιστευόταν, γιατί είχε καταλάβει ότι κατά βάθος δεν τον ήθελε και το μόνο που τον έκανε να συνεχίζει τις συζητήσεις ήταν η πίεση των οπαδών της ομάδας, που ήθελαν τον Βάσκο. Όταν ο Σωκράτης ζήτησε να μιλήσουν άμεσα απευθείας μεταξύ τους στη Γαλλία και ο Ερνέστο αρνήθηκε λόγω προγραμματισμένων διακοπών, όπως επικαλέστηκε, ο Σωκράτης τα πήρε στο κρανίο, με αποτέλεσμα να απορρίψει την αντιπρόταση του Ενέστο για συνάντηση μεταξύ τους στην Αγγλία. Ο Σωκράτης θεωρούσε ότι είχε ήδη ρίξει πολύ τα μούτρα του και εισέπραττε χυλόπιτες από ένα κατώτερό του. Έτσι απέρριψε την συνάντηση στο Λονδίνο, ζητώντας πλέον από τον Ερνέστο να έρθει ο ίδιος στην Ελλάδα και να μην ξαναπροτείνει στον Κόκκαλη να ταξιδέψει ο ίδιος για να τον δει. «Δεν θα μου πει ο Βαλβέρδε που να πάω για να τον συναντήσω», φέρεται να είπε. Ο εγωισμός του Κόκκαλη είχε χτυπήσει κόκκινο. Ο εκνευρισμός του έφτασε στο απόγειό του όταν φίλοι του παράγοντες του είπαν πως οι οπαδοί του Ολυμπιακού λατρεύουν τον Βαλβέρδε και ως εκ τούτου θα έπρεπε ενδεχομένως να ρίξει νερό στο κρασί του. «Μα με βάζουν ίσα όμοια εμένα, που έχω κάνει τόσα για τον Ολυμπιακό, με ένα τυχάρπαστο Ισπανό» ; Ε τότε να παραιτηθώ», απείλησε. Τελικά όπως αναμενόταν οι συζητήσεις ναυάγησαν. Ανακοινώθηκε σύντομα και ψυχρά ένα επιφανειακά ευπρεπές διαζύγιο, που παρουσίαζε τον τερματισμό της συνεργασίας των δύο πλευρών ως οικονομική ασυμφωνία. Ακολούθησε ένα ραγιαδίστικο μπαράζ πολύ προσβλητικών, επικριτικών και απαξιωτικών επιθέσεων και κατηγοριών του ολυμπιακού Τύπου κατά του Βαλβέρδε.Αλλά και ό ίδιος ο Κόκκαλης τον κατηγόρησε για ένα σωρό πράγματα: για χρηματική απληστία, για προτάσεις μεταγραφών υπερήλικων, για προπονητική ανικανότητα, για κοροιδία και εξαπάτηση του Ολυμπιακού και του κόσμου του, αφού κατ’ αυτόν το μόνο που ο Βαλβέρδε επεδίωκε ήταν να δουλέψει στην Ισπανία κλπ. Είναι χαρακτηριστική η κάθε άλλο παρά προφητική ατάκα του Σωκράτη το 2009: «Πότε είχε δει, αλλά και πότε θα ξαναδει στη καριέρα του νταμπλ ο Βαλβέρδε; Ούτε στο όνειρο του!» Ο Βαλβέρδε δεν απάντησε ποτέ. Απλώς επανέλαβε ότι ο Κόκκαλης στη πραγματικότητα δεν τον ήθελε και γι αυτό δεν προχώρησε η συνεργασία. 

Όταν ανέλαβε ο Μαρινάκης στράφηκε προς τον Βαλβέρδε, ακυρώνοντας την επιλογή Λίνεν του Κόκκαλη. Ήταν τόσο μεγάλη η επιμονή του Ολυμπιακού, που εντυπωσίασε και τον Βαλβέρδε, ο οποίος, αν και δεν ήθελε να ξαναγυρίσει στον Ολυμπιακό, δεν μπόρεσε να μείνει ασυγκίνητος στο μεγάλο ενδιαφέρον που είδε εκ μέρους του Ολυμπιακού, το οποίο θεώρησε εκτίμηση προς το πρόσωπό του. Άλλωστε αν εξαιρέσει κανείς τις διαφωνίες με τον Κόκκαλη, όλα τα άλλα στον Ολυμπιακό του είχαν αρέσει πολύ. Ο Μαρινάκης ικανοποίησε τις απαιτήσεις του Βαλβέρδε, ο οποίος επέστρεψε και έμεινε δύο χρόνια στον Ολυμπιακό. Ωστόσο και πάλι δεν προχώρησε σε ανανέωση του συμβολαίου του μετά τη λήξη του, αφού δεν αποδέχθηκε σχετική πρόταση του Μαρινάκη. Ο χωρισμός των δύο πλευρών αυτή τη φορά ήταν ανέφελος, ομαλός μέσα σε φιλικό κλίμα. Ο Βαλβέρδε επικαλέστηκε προσωπικούς/οικογενειακούς λόγους. Ωστόσο άρθρα ηλεκτρονικά και έντυπα στον Γαύρο και στον Πρωταθλητή, που απηχούσαν και απηχούν αποκλειστικά τις προεδρικές απόψεις, είχαν σπεύσει από τον Απρίλιο του 2012 να προειδοποιήσουν-συμβουλέψουν τον Βαλβέρδε ότι καλό θα ήταν να αποδεχτεί την πρόταση ανανέωσης, που θα του γινόταν και να μην αποπειραθεί να ξανακάνει τα ίδια, που είχε κάνει στο παρελθόν όταν συζητούσε με τον Κόκκαλη, κωλυσιεργώντας και επικαλούμενος διάφορες δικαιολογίες και υπεκφυγές. Τα άρθρα αυτά δείχνουν ότι ο Βαλβέρδε δεν είχε σκοπό να παραμείνει, όπως υποψιαζόταν η διοίκηση, και γινόταν μια προσπάθεια αφενός μεν για να του ασκηθεί πίεση, αλλά και να παράλληλα για να καλλιεργηθεί κλίμα στον κόσμο, ώστε να μην αποδοθούν ευθύνες στον Μαρινάκη για την τυχόν μη ανανέωση. Ποιοι ήταν λόγοι που ο Βαλβέρδε αποχώρησε τη δεύτερη φορά, εκτός και άσχετα από τους υπαρκτούς προσωπικούς που προβλήθηκαν; Μάλλον η κατάσταση στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Ο Ερνέστο είχε σιχαθεί τα επανειλημμένα ακραία επεισόδια, ιδίως σε αγώνες Ολυμπιακού-ΠΑΟ. Ασφαλώς δεν ήθελε να βλέπει τον Πρόεδρο της ομάδας του να τσακώνεται δημοσίως, όπως ο τελευταίος ανεγκέφαλος φανατικός οπαδός, με αντίπαλους παίκτες. Δεν μπορούσε να αντέξει άλλο την άρρωστη ατμόσφαιρα και το νοσηρό κλίμα, που επικρατούσε στη χώρα γύρω από το ποδόσφαιρο. Τρία χρόνια στην Ελλάδα ήταν αρκετά, όπως είπε ο ίδιος. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου