Κυριακή 4 Αυγούστου 2019

Βιώματα 1978: Ένας αγώνας μπάσκετ που τα είχε όλα

Η εναλλαγών των περισσότερων και εντονότερων συναισθημάτων σε έναν αγώνα.

Κάποιοι φίλοι μου ζήτησαν να γράψω πάλι κάποια πράγματα για την ομάδα μπάσκετ του Ολυμπιακού της δεκαετίας του 1970, έστω και αν δεν είναι άγνωστα ή σπάνια, αρκεί να περιγράψω το πώς έχω βιώσει κάποια ιδιαίτερα πράγματα από την εποχή εκείνη. Είναι αλήθεια ότι ήμουν λίγο επιφυλακτικός σε κάτι τέτοιο. Από τη μια, έχω ξαναγράψει. Από την άλλη, για τα πιο σημαντικά γεγονότα της εποχής εκείνης έχουν γραφτεί αρκετά. Μετά όμως κάθισα και σκέφτηκα ότι τα βιώματα δεν είναι μόνο γεγονότα, αλλά και συναισθήματα, τα οποία ίσως αξίζουν περισσότερο και από τα ίδια γεγονότα.








Θα γράψω λοιπόν λίγα πράγματα για ένα αξέχαστο αγώνα μπάσκετ μεταξύ Ολυμπιακού και ΠΑΟ, έναν από τους πιο συγκλονιστικούς και αλησμόνητους όλων των εποχών. Ένα αγώνα, στον οποίο ίσως ένιωσα την εντονότερη αλλαγή των πολλών και διαφορετικών συναισθημάτων, που θυμάμαι σε αγώνα μπάσκετ. 

Διευκρινίζω ότι δεν βρισκόμουν μέσα στο γήπεδο εκείνη την ημέρα. Το έβλεπα όμως από την τηλεόραση και το άκουγα το παιχνίδι. Συνεπώς εδώ καταρρίπτεται ο κανόνας ότι τις μεγαλύτερες συγκινήσεις τις νιώθεις μόνο μέσα στο γήπεδο και όχι έξω από αυτό. 

Ήταν η περίοδος 1977/78. Η ομάδα μας, που είχε κόουτς τον Μουρούζη, ήταν πρώτη και αήττητη. Κύριος αντίπαλος ως συνήθως ο ΠΑΟ, τον οποίο είχαμε νικήσει με άνεση (με δεκαπέντε πόντους διαφορά) στον πρώτο γύρο, στην έδρα μας. 

Την 15η αγωνιστική του πρωταθλήματος εθνικής κατηγορίας, θα παίζαμε εκτός έδρας με τον δεύτερο του βαθμολογικού πίνακα ΠΑΟ, ο οποίος κυριολεκτικά έδινε τα ρέστα του σε εκείνο το ματς. Το ματς ήταν ζωής ή θανάτου για τους πράσινους. Αν έχαναν, αποχαιρετούσαν το πρωτάθλημα, αφού προηγούμασταν ήδη στη βαθμολογία με δύο βαθμούς διαφορά, μια που ο ΠΑΟ είχε χάσει ήδη κι άλλη μια φορά (από τον Άρη). Με ενδεχόμενη ήττα λοιπόν ο ΠΑΟ θα απομακρυνόταν τρεις βαθμούς από την κορυφή και το πρωτάθλημα θα τελείωνε, αφού δεν υπήρχε πιθανότητα στις υπολειπόμενες 7 αγωνιστικές ο πανίσχυρος τότε Ολυμπιακός να κάνει 4 ήττες.

Από την άλλη πλευρά, εμείς, ακόμη και αν χάναμε, θα μέναμε πάλι πρώτοι, αλλά θέλαμε να κερδίσουμε για πολλούς λόγους: (α) για να πάρουμε οριστικά το πρωτάθλημα, αφού αν κερδίζαμε θα βγαίναμε ουσιαστικά πρωταθλητές, (β) για να διατηρήσουμε το «αήττητο», που είχαμε, (γ) γιατί, όπως και να το κάνουμε, παίζαμε με τον αιώνιο αντίπαλο, τον οποίο πάντοτε θέλαμε να κερδίζουμε και να τον πικραίνουμε, ιδίως μέσα στην έδρα του, (δ) επειδή είχε καλλιεργηθεί ένα έντονο κλίμα φανατισμού πριν από τον αγώνα, λόγω της κρισιμότητάς του για τον ΠΑΟ.

Το ματς έγινε την 19/2/1978 στο σκεπαστό της Λεωφόρου και έληξε με νίκη της Ολυμπιακού 77-81. Η σύνθεση της ομάδας μας για την ιστορία: Γιατζόγλου (30), Μπαρλάς (18), Διάκουλας (13), Καστρινάκης (10), Μελίνι (4), Ράμμος (4), Κοκορόγιαννης (2), Σισμανίδης. 


Δεν ήταν όμως ένα απλό και συνηθισμένο ντέρμπι.

Κατ’ αρχάς, ήταν ένα ματς με τρομερή ένταση, που κρίθηκε στην παράταση, αφού ο κανονικός αγώνας έληξε ισόπαλος 72-72. Στο ημίχρονο προηγείτο ο ΠΑΟ 41-37. Ο αγώνας ήταν εξαρχής μέχρι τέλους πολύ κλειστός, υπήρξαν πολλές εναλλαγές στο προβάδισμα και γενικά μέχρι τέλους επικρατούσε μεγάλη αβεβαιότητα για τον νικητή. Η μεγαλύτερη διαφορά, που μπόρεσε να πάρει κάθε ομάδα ήταν έξι πόντοι (ο ΠΑΟ 43-37 στο 21΄ και ο Ολυμπιακός 62-68 στο 35΄). 

Η διαιτησία του θεωρούμενου ως κορυφαίου τότε διαιτητικού διδύμου, του πανέξυπνου Κόντη (για τον οποίο πολλά γράφτηκαν και ειπώθηκαν τα επόμενα χρόνια) και του σχολαστικού Κουμπούρη, διαιτητικού ζευγαριού που συνήθως πήγαινε σετ στα ντέρμπι της εποχής δεν θεωρήθηκε σε γενικές γραμμές από τον Τύπο κακή και άδικη για καμιά από τις δύο ομάδες. Οι αρκετές τεχνικές ποινές, που δόθηκαν κατά τη διάρκεια του ματς, θεωρήθηκαν δικαιολογημένες. 

Παρ’ όλα αυτά, σε κρίσιμες φάσεις, που η ερμηνεία των κανονισμών ήταν στην κρίση των διαιτητών οι αποφάσεις υπήρξαν υπέρ των πράσινων. Στο σημείο αυτό, έστω και παρεμπιπτόντως, αξίζει να αναφέρω ότι ο τρόπος που διαιτήτευε ο Κουμπούρης ήταν μοναδικός. Σε αντίθεση με τον άνετο Κόντη ο Κουμπούρης, όταν έπαιζε, παρακολουθούσε και ήλεγχε πολύ προσεκτικά τις φάσεις, πολλές φορές σκυμμένος, με γουρλωμένα μάτια και συνοφρυωμένο ύφος, σαν να ήθελε να πείσει παίκτες, προπονητές και θεατές ότι θα τα έβλεπε όλα και δεν θα του ξέφευγε τίποτε. Σφύριζε διαπεραστικά και έδειχνε πολύ εκφραστικά και μάλιστα υποδείκνυε και αναπαριστούσε θεαματικά τις παραβάσεις, πολλές φορές τρέχοντας. 

Γενικά όταν διαιτήτευε, κατάβαλλε φανερά έντονη και σχεδόν αγχώδη προσπάθεια. Κάποιες φορές θύμιζε αστυνομικό, που παρακολουθούσε από κοντά κακοποιούς, έχοντας συνεχώς σε ετοιμότητα το σώμα του και σε επαγρύπνηση τον νου του για να τους συλλάβει και να μην του ξεφύγουν. Μερικοί μάλιστα τον αποκαλούσαν «Ηρακλή Πουαρό», λόγω του συγκεκριμένου διαιτητικού του στιλ. 


Τι το ξεχωριστό λοιπόν συνέβη στον συγκεκριμένο αγώνα, ώστε να μείνει αλησμόνητος; 

(1) Στο 11΄ του πρώτου ημιχρόνου ο Καστρινάκης κάρφωσε με τον γνωστό εκπληκτικό του τρόπο μπροστά σε Κοκολάκη και λοιπούς ψηλούς του ΠΑΟ. 

Όμως το κάρφωμα ήταν πολύ δυνατό, γρήγορο και ορμητικό και έτσι ο Καστρινάκης δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Κρεμάστηκε λοιπόν, αμέσως μετά, από το στεφάνι του καλαθιού, που στράβωσε, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συνεχιστεί το παιχνίδι. Το παιχνίδι διακόπηκε για 15 λεπτά περίπου, μέχρις ότου αποκατασταθεί η βλάβη. Σύμφωνα με τους κανόνες της εποχής, οι διαιτητές μπορούσαν να τιμωρήσουν με τεχνική ποινή ένα παίκτη σε περίπτωση, που κρεμιόταν από το καλάθι, μετά από κάρφωμα. 

Η μόνη περίπτωση να αφήσουν την πράξη ατιμώρητη ήταν να μην μπορούσε ο παίκτης να κάνει αλλιώς, επειδή στη συγκεκριμένη φάση κινδύνευε η σωματική του ακεραιότητα. Θα μπορούσε ίσως να δοθεί μια τέτοια ερμηνεία στη συγκεκριμένη φάση, αλλά το άσχημο σε εκείνο το ματς ήταν ότι δεν είχε γίνει μόνο «κρέμασμα», αλλά είχε στραβώσει το καλάθι και είχε διακοπεί εξαιτίας αυτού του γεγονότος ο αγώνας. 

(2) Στην ως άνω τεχνική ποινή σε βάρος του Καστρινάκη, προστέθηκαν και άλλα τουλάχιστον αμφιλεγόμενα διαιτητικά σφυρίγματα για φάουλ, σε βάρος του ιδίου παίκτη. Τα περισσότερα από αυτά ήταν λιγότερο και από οριακά και αμφισβητήθηκαν έντονα. Αποτέλεσμα των φάουλ αυτών ήταν να αποβληθεί το μεγάλο όπλο του Ολυμπιακού, που κυριαρχούσε κάτω από τα καλάθια από πολύ νωρίς, μόλις από το 29΄ του αγώνα.

Ο Ολυμπιακός λοιπόν έπαιξε 11 λεπτά κανονικού αγώνα + 5 λεπτά παράτασης --δηλαδή 16 συνολικά λεπτά-- χωρίς τον κορυφαίο ψηλό του. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που ο πανύψηλος (2.16) σέντερ του ΠΑΟ Κοκολάκης σημείωσε 21 πόντους σε εκείνο το ματς. Το μόνο καλό ότι αυτή η ιστορία φανάτισε ακόμη περισσότερο τους παίκτες της ομάδας μας.

(3) Τρία (3) δευτερόλεπτα πριν από το τέλος του κανονικού αγώνα και ενώ ο Ολυμπιακός ήταν μπροστά ένα καλάθι (70-72), κερδίσαμε φάουλ. Έτσι είχαμε την ευκαιρία να τελειώσουμε οριστικά τον αγώνα εκείνη τη στιγμή, αφού τότε δεν υπήρχε τρίποντο. Αρκούσε μόνο να ευστοχούσε σε μια από τις δύο βολές ο Στηβ, δηλαδή ο καλύτερος παίκτης του αγώνα και ο κατά τεκμήριο πιο εύστοχος παίκτης της ομάδας. 

Κι όμως ο Στηβ έχασε και τις δύο βολές !

Σημειωτέον ότι η συγκεκριμένη χρονιά ήταν η καλύτερη της καριέρας του για τον Στηβ από πλευράς σκοραρίσματος, αφού εκείνη ήταν η περίοδος που είχε κατορθώσει να συμπεριληφθεί στην πρώτη πεντάδα των σκόρερ του πρωταθλήματος.

Επειδή τότε σύμφωνα με τους κανόνες, σε περιπτώσεις φάουλ προς το τέλος, υπήρχε η διακριτική ευχέρεια στην κάθε ομάδα είτε να παίξει την μπάλα απέξω είτε να εκτελέσει βολές, πολλοί κατηγόρησαν τον Γιατζόγλου, που σούταρε, όσο και τον Μουρούζη που επέτρεψε στον Στηβ να σουτάρει. Βέβαια εκείνη την ημέρα ο Στηβ ήταν πολύ εύστοχος και επιπλέον ο Μουρούζης ποτέ δεν χάλαγε χατίρι στον Στηβ, με τον οποίο είχε πάντα μια ιδανική συνεργασία. Συνεπώς σε περίπτωση που ο Στηβ όντως είχε πει στον Μουρούζη «άσε να τις βαρέσω, θα τις βάλω σίγουρα», μάλλον, για να μην πω σίγουρα, θα τον άφησε να το κάνει, αφού τον πίστευε απεριόριστα. Κάτι που δεν θα έκανε ποτέ σε ανάλογη περίπτωση, για παράδειγμα, ο Ιωαννίδης ακόμη και αν αυτός που θα εκτελούσε ήταν ο θεός ο ίδιος… 

Υπάρχει όμως και μια αντίθετη άποψη, που δεν μπόρεσα να διασταυρώσω πλήρως, σύμφωνα με την οποία δεν υπήρχε πάντα ευχέρεια επιλογής σε όλα τα είδη των φάουλ και αυτό ήταν κάτι που κρινόταν ανάλογα με την ύπαρξη και τον βαθμό σκοπιμότητας, οπότε και η εκτέλεση των βολών δεν ήταν απόλυτα προαιρετική. 
Σε κάθε περίπτωση το σημαντικό γεγονός ήταν ότι ο Στηβ, 3΄΄ προ της λήξης, εκτέλεσε δύο βολές και τις έχασε αμφότερες. Έτσι το σκορ παρέμεινε 70-72 υπέρ του Ολυμπιακού.

(4) Μετά την αναπήδηση στο στεφάνι από τη δεύτερη χαμένη βολή, το ριμπάουντ κατέληξε στους πράσινους. Οι παίκτες μας πίεσαν χωρίς φάουλ και η μπάλα έφτασε λίγο πιο πέρα, στα χέρια του Απόστολου Κόντου, που βρισκόταν πλάγια δεξιά, κοντά στην πλευρά που βρίσκονταν οι πάγκοι των ομάδων, και πάντα στο ύψος του καλαθιού του ΠΑΟ.

Ο Κόντος σούταρε αμέσως, σε νεκρό χρόνο, με όλη του την απελπισία, για να προλάβει το χρονόμετρο. Ο Κόντος μπορεί να θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους σουτέρ του ελληνικού μπάσκετ όλων των εποχών, αλλά ούτε κι αυτός πίστεψε ποτέ ότι θα γίνει αυτό που έγινε. Η μπάλα διέγραψε μια απίθανη τροχιά και κατέληξε στο καλάθι μας. Το συγκεκριμένο σουτ ήταν κυριολεκτικά αυτό που λέμε «από καλάθι σε καλάθι». 

Θα μπορούσε μάλιστα κάποιος να σκεφτεί ότι από μια πλευρά ήμασταν τυχεροί μέσα στην ατυχία μας, αφού δεν υπήρχε τότε «τρίποντο», που εισήχθη στην Ευρώπη το 1984, αν και για να είμαστε δίκαιοι αυτό το καλάθι του Κόντου ήταν ασύγκριτα μακρινότερο και μάλλον ισοδυναμούσε με «εξάποντο»! 

Έτσι ο ΠΑΟ εντελώς απροσδόκητα ισοφάρισε 72-72 και το ματς πήγε στην παράταση. 

(5) Ενώ οι πεντάδες των δύο αντιπάλων μπήκαν στο φλεγόμενο γήπεδο για να παίξουν παράταση και ενώ όλα τα προγνωστικά ήταν υπέρ των πρασίνων, που είχαν αναστηθεί εκ νεκρών, διέκρινα ότι οι δικοί μας παίκτες δεν φαινόντουσαν αρνητικά επηρεασμένοι από τα απίθανα που είχαν προηγηθεί, αλλά έμοιαζαν απόλυτα αποφασισμένοι και ψύχραιμοι. Δεν ήξερα πώς να ερμηνεύσω το φαινόμενο αυτό στην αρχή. «Μήπως τους είχε πάρει από κάτω και θα είναι παθητικοί;» σκεπτόμουν. Από την άλλη οι αντίπαλοι μας παρατάχθηκαν ενθουσιώδεις σαν να διακηρύσσουν: «αφού δεν χάσαμε τον κανονικό αγώνα αποκλείεται να χάσουμε τώρα στην παράταση».

Σε πείσμα όλων των ψυχολόγων του αθλήματος, στην παράταση ο Ολυμπιακός, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε προηγουμένως, πήρε κεφάλι στο σκορ από την αρχή και το διατήρησε συνεχώς μέχρι το τέλος της. Έτσι ο Ολυμπιακός νίκησε τον αιώνιο αντίπαλο, ύστερα από όλα όσα δραματικά είχαν συμβεί, και ουσιαστικά αναδείχθηκε εκείνο το βράδυ πρωταθλητής Ελλάδας 1978. 

Το σούπερ-απίθανο καλάθι του Κόντου δεν στάθηκε ικανό να δώσει τη νίκη στον ΠΑΟ, με αποτέλεσμα να υποβαθμιστεί εντελώς στη συνείδηση και μνήμη όλων, ακόμη και των βάζελων. Ενώ αν είχε γίνει το άδικο και είχε τυχόν πάρει το ματς ο ΠΑΟ, οι τροβαδούροι της πράσινης προπαγάνδας θα αραδιάζανε μέχρι σήμερα ύμνους περί υπερφυσικού και μυθικού έπους!

(6) Στην αρχή μίλησα για τις συναισθηματικές αλλαγές, που βίωσα παρακολουθώντας αυτόν τον αγώνα. Μετά από όλα όσα προανέφερα, είναι εύκολο να τις φαντασθείτε. Δεν ήταν μόνο η αγωνία, που υπήρχε, καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα για την έκβασή του. Ήταν η αγανάκτησή μου για την άδικη και πρόωρη αποβολή του Καστρινάκη. Ήταν η μεγάλη απογοήτευση μου όταν είδα τον Στηβ να χάνει τις βολές που θεωρούσα σίγουρες. Κυρίως όμως ήταν η απερίγραπτη στενοχώρια μου και το σοκ από την απίθανη ισοφάριση του Κόντου. 

Ειδικά όταν έγινε η απίστευτη αυτή ισοφάριση συνέχεια μονολογούσα για την απύθμενη κωλοφαρδία των βάζελων, έβριζα, ενώ έβραζα από θυμό για Στηβ, Μουρούζη και όλη την ομάδα, που δεν είχαν φροντίσει να τελειώσουμε το ματς νωρίτερα. 

Όταν άρχιζε η παράταση, ήμουν εκνευρισμένος και απαισιόδοξος επειδή πίστευα ότι για ψυχολογικούς λόγους, λόγω της σοκαριστικής και δραματικής εξέλιξης του αγώνα, δεν θα κερδίζαμε. 

Μετά από λίγα λεπτά, όμως, κατάλαβα για μια ακόμη φορά πόσο ολιγόπιστος ήμουν και διδάχθηκα για μια ακόμη φορά τι σήμαινε Ολυμπιακός. Δεν ήταν απλώς ένα συναίσθημα χαράς για τη μεγάλη νίκη αυτό που ένιωσα στο τέλος, αλλά κυρίως ένα αίσθημα υπερηφάνειας για μια ομάδα που δεν τα παρατά ποτέ, παρά τις όποιες αντιξοότητες. 

Και μια σημαντική λεπτομέρεια για την ομάδα μπάσκετ του Ολυμπιακού εκείνης της περιόδου: Μετά τη νίκη μας επί του ΠΑΟ, συνεχίσαμε με σερί νίκες μέχρι την τελευταία αγωνιστική, οπότε θα παίζαμε εκτός έδρας με την ΑΕΚ, η οποία τη σεζόν εκείνη τερμάτισε τελικά στην 7η θέση της βαθμολογίας. 

Παρ’ όλα αυτά ακριβώς την τελευταία αγωνιστική, «καταφέραμε» να χάσουμε από την ΑΕΚ με 82-79 και μαζί να χάσουμε το αήττητο !

Τι να πει κανείς; Αθάνατε Ολυμπιακέ με τις γκέλες σου, που ενώ προσπαθείς τόσο πολύ, μπορεί ξαφνικά να δώσεις μια κάποια στιγμή και να χύσεις την καρδάρα. 

Έτσι η ομάδα του Μουρούζη του 1978 δεν κατάφερε μα ισοφαρίσει το ρεκόρ της ομάδας του Ματθαίου του 1976, η οποία είχε πάρει τον τίτλο αήττητη. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου