Του Dr. Jekyll
Ήταν 11 Μαΐου 2003 και ο Ολυμπιακός αντιμετώπιζε τον Παναθηναϊκό σε έναν αγώνα που θα έκρινε τον τίτλο. Ο Ολυμπιακός ήθελε νίκη με δύο ή περισσότερα γκολ διαφορά, ο Ζέλας κάθε άλλο αποτέλεσμα. Και όπως συνήθως συμβαίνει όταν διαχωρίζεται η ήρα από το στάρι, οι ενήλικοι από τα παιδάκια, ο ζέλας έφαγε τρία γκολ, στενοχωρήθηκε ιδιαιτέρως, διοίκηση και οπαδοί αποκάλεσαν τους παίκτες κότες, οπαδοί έσπασαν αυτοκίνητα παικτών στην Παιανία (η διοίκηση όχι, μόνο τα μούτρα του Ευθυμιάδη είχε προσπαθήσει να σπάσει έναν χρόνο νωρίτερα), μετά από χρόνια (με πρωτοκαθεδρία του Ζέλα, αλλά με τη σύμφωνη άποψη των απανταχού πικραμένων από τη ζωή και τον Θρύλο) ο αγώνας παρουσιάστηκε ως το αποκορύφωμα του χουλιγκανισμού (σ.σ.: δεν ήταν) και εμάς από εκείνο τον αγώνα μας έμεινε η πίκρα που κάνα μισάωρο μετά τη λήξη, τα ΜΑΤ μάς έβγαλαν από το γήπεδο και δεν καταφέραμε να κάνουμε πράξη το σύνθημα: «Πράσινοι λαγοί, το βράδυ στην Ριζούπολη θα κάτσουμε μαζί». Μόνο αυτό μας έμεινε; Φυσικά και όχι, μας έμεινε το έβδομο σερί πρωτάθλημα, ένα ακόμα απόγευμα ποδοσφαιρικής πανδαισίας, μια ιστορική νίκη επί του αιώνιου, και η φωτογραφία του Άντζα με τον Κυργιάκο (και αν μια φωτογραφία είναι χίλιες λέξεις, η συγκεκριμένη είναι επτάτομο έπος που περιγράφει γλαφυρά μια ολόκληρη εποχή, που οι ιστορικοί του ποδοσφαίρου αναφέρουν ως την εποχή της Μεγάλης Φάπας).
Και πάμε στα χθεσινά: πιο σωστή τοποθέτηση από αυτή που γράφτηκε στα σχόλια δεν υπάρχει. Ο αγώνας ήταν βγαλμένος από τα old school ντέρμπι, από την εποχή που, πέρα από τακτική και ποδοσφαιρικές ικανότητες, μετρά ο τσαμπουκάς, το πείσμα και το μάτι που γυαλίζει. Το παιχνίδι δεν διεκδικεί δάφνες ποιότητας, οι μεγάλες φάσεις είναι μετρημένες και το σκορ, μια «φτωχή» νίκη με 1-0, αντικατοπτρίζει την εικόνα του αγώνα. Ωστόσο και τακτική υπήρξε (και η επιλογή του Ιμανόλ να κατέβει χωρίς καθαρό εξτρέμ ήταν καθοριστική στο να κυριαρχήσει στη μεσαία γραμμή) και ποδοσφαιρικές ικανότητες ξεδιπλώθηκαν στο Καραϊσκάκης (και χθες πήραμε μια καλή γεύση από τις ικανότητες του Πουέρτα).
Κατά τ’ άλλα: ο Ορτέγκα (που ακόμα τον παρακολουθώ για να καταλάβω πόσο καλός είναι) ήταν εκεί όταν χρειάστηκε και πιστώνεται μια δύσκολο απόκρουση σε σουτ του Σαλάχ Εντίν (καλοκαιρινό μεταγραφικό μας στόχο). Καλό παιχνίδι (σε σύγκριση με τις έως τώρα εμφανίσεις) από Τίκι (που εξακολουθεί και με αγχώνει αμυντικά -- και θα χρειαστεί να σταθεροποιηθεί πολύ για να θεωρήσω ότι έχουμε καλό αριστερό μπακ). Πιο σημαντικό και από μια λανθασμένη πάσα ή τοποθέτηση, βρίσκω την μαλακία που κάνει στην αλλαγή του και αφήνει την ομάδα με 9 παίκτες για δύο λεπτά.
Χρεώνεται την κόκκινη (και πώς να γίνει αλλιώς) ο Σάλιακας, που έως τότε κάνει ένα πολύ καλό παιχνίδι. Σχετικά και με τους δύο πλάγιους μπακ (και τους δύο αναπληρωματικούς τους): μια πετυχημένη ομάδα εκτός από τα μεγάλα ονόματα, έχει και τους έντιμους ρολίστες: τους παίκτες που δίνουν πάντα το «6» και κάποιες φορές κάτι παραπάνω (ο Σάλιακας, συγκεκριμένα, έχει την άψογη σέντρα για το γκολ με το οποίο νικήσαμε τον Αστέρα, και το γκολ στις καθυστερήσεις με τον Λεβαδειακό -- και αν αυτά τα είχε κάνει νεοφερμένος ξένος παίκτης, όλοι θα μιλούσαμε για ιδιαίτερα ελπιδοφόρο ξεκίνημα, αλλά είναι ο Σάλιακας και οι περισσότεροι τον περιμένουν στην γωνία). Πρέπει να βελτιωθούν και άλλο τα ακραία μας μπακ; Οπωσδήποτε! Θα χρειαζόμασταν καλύτερους παίκτες σε αυτή τη θέση; Επίσης, ναι. Αυτούς, όμως, έχουμε και αν μπορείς να παίρνεις σταθερά αυτά που προσφέρει --κατά κανόνα-- ο Σάλιακας (που το βασικότερο μειονέκτημά του είναι η ταχύτητα), τότε ας αναλάβουν να τραβούν την ομάδα τα πραγματικά «μεγάλα» ονόματα.
Ο Ρέτσος πραγματοποιεί ένα από τα δύο κορυφαία του παιχνίδια με την ερυθρόλευκη (το άλλο είναι το 2-0 με τη Λεβερκούζεν) και, ανεξάρτητα απ' το ότι σκοράρει, είναι ο MVP του αγώνα. Νικητής σε όλες τις μονομαχίες, με αστείρευτη θέληση και κατάθεση ψυχής, δείχνει --εκτός των άλλων-- για ποιο λόγο είναι απαραίτητο να έχεις στην ενδεκάδα καλούς Έλληνες παίκτες. Καλός και ο έτερος κεντρικός αμυντικός, ο Πιρόλα.
Σπουδαία εμφάνιση, μέχρι να αρχίσουν να ξεμένουν από δυνάμεις, από τους δύο κεντρικούς μέσους, Φρόιλερ και Πουέρτα (με τον πρώτο να έχει δώσει και τέσσερα ενενηντάλεπτα με την Εθνική και τον δεύτερο να μην έχει κλείσει καλά καλά τρεις ημέρες μετά την επιστροφή του από την Κολομβία). Ο Φρόιλερ βγάζει μια ακόμα ασίστ (και αν έβαζε και το γκολ με τη στοχευμένη του κεφαλιά θα μιλούσαμε για ανταγωνιστή για το βραβείο του MVP) και τον δεύτερο να βρίσκεται παντού στο γήπεδο, να συμμετέχει στην ανάπτυξη και να συνεισφέρει τα μάλα στην αμυντική λειτουργία (σε έναν αγώνα που, εκτός από εξτρέμ, ο Ολυμπιακός δεν είχε ούτε εξάρι).
Ο Τσικίνιο τείνει να γίνει ο νέος αγαπημένος στόχος της εξέδρας, παρότι χθες (αλλά και γενικότερα φέτος) κάνει μια πολύ καλή εμφάνιση (έχει και μια από τις ελάχιστες ευκαιρίες για γκολ). Δεν αντιλαμβάνομαι τον λόγο που συγκεντρώνει τόσα πολλά πυρά, και --όπως λέω και σε πολλές άλλες περιπτώσεις παικτών, ακόμα και για τον Βύντρα-- όταν βλέπεις να αλλάζουν προπονητές, αλλά ο παίκτης να παραμένει σταθερά βασικός σημαίνει ότι προσφέρει πράγματα που οι περισσότεροι από εμάς αδυνατούμε να καταλάβουμε.
Ο Φορτούνης πιστώνεται τις καλές εκτελέσεις στημένων: από ένα φάουλ του ξεκινά και η φάση του γκολ, έχει μια πολύ καλή απευθείας εκτέλεση και πιστώνεται μια πολύ καλή σέντρα για τον Ζότα, που περίμενε με το πόδι οπλισμένο, αλλά του έκλεψε την μπάλα ο… Πουέρτα. Κατά τ’ άλλα, θα υπερασπιστώ για μια ακόμα φορά τον Κωστάκη ότι μαρκάρει όσο μπορεί και όσο επιτρέπει η διαχείριση δυνάμεων που πρέπει να κάνει στην ηλικία του, ενώ ήταν και ο παίκτης που οι περισσότεροι έψαχναν (και ο ίδιος γυρνούσε πολύ πίσω για να πάρει μπάλα) για να οργανώσει το παιχνίδι (και το ότι ο Κωστάκης δεν μασά από ηλίθιους και τους τσαμπουκάδες τους, δεν περιμέναμε τη φάση με τον Ταμπούρδα για να το επιβεβαιώσουμε).
Το ότι ο Ζότα δεν θα μας ξετρελάνει με μαγικές περίτεχνες ενέργειες είναι κάτι που όλοι αρχίζουμε σιγά σιγά να αντιλαμβανόμαστε. Θα μας ενθουσιάσει, όμως, με το πάθος του (και πολύ σωστά τα σχόλια που αναφέρουν έναν παίκτη που μεγάλωσε στα Ταμπούρια) και αυτό στις ομάδες του modern football που αποτελούνται κυρίως από μισθοφόρους, είναι πολύ σημαντικό -- και με αυτό δεν υποστηρίζω ότι αρκεί το πάθος για να αγωνίζεσαι στον Ολυμπιακό, αλλιώς η ομάδα θα είχε οπαδούς για παίκτες και όχι ποδοσφαιριστές.
Πολύ καλή (ειδικά αν αναλογιστούμε ότι πρόκειται ουσιαστικά για την πρώτη του) εμφάνιση και από τον Μάριους. Ένα προβληματάκι στο να τον πετούν πέρα δώθε οι (καλοί) κεντρικοί αμυντικοί του Παναθηναϊκού στις κεφαλιές φάνηκε να το είχε, αλλά επίσης είχε πολλές κερδισμένες μονομαχίες, πιστώνεται την καλή πάσα στον Τσικίνιο, και με δεδομένο ότι μιλάμε για μια νέα ομάδα, ας μας επιτρέψουμε να είμαστε αισιόδοξοι.
Λίγα σχόλια και για τις αλλαγές: Μπρούνο (περισσότερο) και Πέντερσεν (λιγότερο) επιβεβαιώνουν το άγχος που υπάρχει για την ποιότητα και τη δυνατότητα προσφοράς των πλάγιων μπακ. Αν, πάντως, για τον Μπρούνο ελπίζω μόνο σε ένα θαύμα (οι κακές ή μέτριες εμφανίσεις είναι ο κανόνας στις πολλές ευκαιρίες που έχει πάρει), τον Πέντερσεν περιμένω να τον δω. Ακόμα και ο τρόπος που έγινε η μεταγραφή του (η ομάδα σού δείχνει ξεκάθαρα ότι σε θεωρεί δεύτερη επιλογή), του δίνει το δικαίωμα να του χαριστεί ένα κάπως μεγαλύτερο διάστημα προσαρμογής (αλλά η πραγματικότητα παραμένει ότι πιθανότατα το ταβάνι του είναι χαμηλό).
Υπεράσπιση του Ζέλσον: η φάση που επιλέγει να ολοκληρώσει μόνος του, ενώ η ομάδα αγωνίζεται με 10 παίκτες, το σκορ (και η ψυχολογία) είναι εύθραυστη, και δυο συμπαίκτες από τα δεξιά και ένας από τα αριστερά είναι ελεύθεροι, αποτελεί ποδοσφαιρικό έγκλημα και αιτία για πάγκο. Όμως: ο Ζέλσον παραμένει ένας υπερβολικά πολύτιμος για τον Ολυμπιακό παίκτης (και δεν είναι τόσο παλιά το παιχνίδι με τη Γιαγκελόνια) που αν ήταν πιο ουσιαστικός, δύσκολα θα έπαιζε Ελλάδα για πάνω από δύο χρόνια. Επίσης: στη φάση που την τρώει γεμάτη από τον Λιβάι (όντως κατά λάθος) και βλέπει αστεράκια, έχει κάνει τρελή κούρσα για να κλέψει την μπάλα έξω από την περιοχή μας. Δεν είναι Τζόλε ή Γκαλέτι, αλλά είναι ο Ζέλσον και δεν είναι τόσο κακός (ούτε καν χθες δεν ήταν τόσο κακός, αν αναλογιστούμε ότι παίζαμε απέναντι σε έναν ικανό αντίπαλο, ότι αγωνίστηκε το διάστημα που η ομάδα και από δυνάμεις είχε αρχίσει να ξεμένει και έπαιζε με δέκα παίκτες).
Σχετικά με Γιάρεμτσουκ: έχει αποκτηθεί ένα τεράστιο ταλέντο από το Μεξικό (το αν πράγματι είναι τεράστιο ταλέντο μένει να το δούμε), υπάρχει πάντα (παρκαρισμένος) ο Κλέιτον, ο Ταρέμι έχει αποχωρήσει και ο Ουκρανός είναι εκτός πλάνων. Έρχεται ο σοκαριστικός τραυματισμός του Ελ Κααμπί (πολύ ωραία η στιγμή που βγαίνει χθες για να πανηγυρίσει με τις πατερίτσες) και, αναγκαστικά, ο Ουκρανός ενεργοποιείται ξανά και δηλώνεται στην ευρωπαϊκή λίστα. Με τη μεταγραφική περίοδο να λήγει, αποκτάται και ο Μάριους. Με λίγα λόγια, επιστρέφουμε στην περσινή εικόνα με τρεις επιθετικούς για μία θέση (με τον Κλέιτον τέσσερις και όταν επιστρέψει ο Ελ Κααμπί πέντε). Με αυτό το σκεπτικό, η απόκτηση του Μάριους φαντάζει παράλογη. Δεν ξέρω, όμως, αν η επιστροφή του Ουκρανού, που επιβλήθηκε από τον τραυματισμό του Ελ Κααμπί, σημαίνει «περασμένα - ξεχασμένα». Αντιλαμβάνομαι την θέση ενός παίκτη, με καλό βιογραφικό και σε καθοριστική ηλικία (και με ένα Μουντιάλ να πλησιάζει), να θέλει να αγωνίζεται και να ζητά μεταγραφή για να βρεθεί κάπου βασικός, αντιλαμβάνομαι και τη δυσφορία που προκαλεί σε έναν σύλλογο (συγκεκριμένα, αλλά και ως δεδικασμένο) αυτή η στάση (και δεν υπάρχει ρήτρα «βασικού» στα συμβόλαια του Ολυμπιακού). Κοντολογίς και με αφορμή την παρουσία ως βασικού του Μάριους (και ανεξάρτητα από το αν αυτό αποφασίστηκε και με βάση ότι ήταν ένας από τους λίγους παραμένοντες στο διάστημα της διακοπής -- και όλη η βασική τετράδα από τη μέση και μπροστά ήταν παίκτες με τους οποίους δούλεψε στην διακοπή ο Ιμανόλ), δεν ξέρω τι διαχείριση θα γίνει με τον Γιάρεμτσουκ. (ο Έσε αγωνίστηκε πολύ λίγο για να κριθεί)
Στα γενικότερα: όπως δεν λύθηκαν το προβλήματα μετά τη νίκη με τη Γιαγκελόνια, έτσι και δεν λύνονται με αυτή την νίκη. Η ομάδα δεν είναι ακόμα σε θέση να αναπτυχθεί έτσι ώστε να δημιουργεί ευκαιρίες και να σε πείθει ότι θα καθαρίζει με ευκολία τα παιχνίδια (και έχουμε τη δεύτερη χειρότερη επίθεση στο πρωτάθλημα -- μαζί με τον Ατρόμητο με 5 γκολ, και μπροστά μόνο από τον Λεβαδειακό που ακόμα δεν έχει σκοράρει). Για να γυρίσει ο ήλιος, θέλει δουλειά πολλή (με αρχή τον πολύ δύσκολο αγώνα της Πέμπτης κόντρα στην Μαρσέιγ).
Δεν ξέρω αν ο Ιμανόλ θα καταφέρει να μείνει στην ιστορία του Ολυμπιακού (για το καλό μας, μακάρι), αλλά τα πρώτα δείγματα γραφής είναι θετικά. Όπως θετικό και το ότι δείχνει να αντιλαμβάνεται πού βρίσκεται (αν και με ένα Conference και με την εικόνα του γηπέδου στα παιχνίδια με Γιαγκελόνια και ΠΑΟ, σίγουρα είχε μια καλή εικόνα). Ούτε γνωρίζω πώς θα σταθεί (αλλά και θα αλλάξει) το ρόστερ και οι βασικές επιλογές στο rotation όσο περνά ο καιρός. Αυτό, όμως, που θεωρώ βέβαιο είναι ότι πρέπει να είμαστε περισσότεροι υπομονετικοί στις κρίσεις, καθώς με νέο προπονητή όλα γίνονται restart. Τον χθεσινό αγώνα τον είδα και μέσα από το γήπεδο, και όταν επέστρεψα σπίτι στην τηλεόραση (και, προφανώς, χωρίς το άγχος και την παραμορφωτική πίεση που έχει ένας τέτοιος αγώνας όταν τον βλέπεις live). Και θα επιμείνω: ο Σάλιακας κάνει την επική χαζομάρα στη δεύτερη κάρτα, αλλά δεν είναι κακός. Κακός δεν ήταν (σίγουρα) ούτε ο Τσικίνιο (ήταν καλός) και θεωρώ ούτε ο Ζέλσον (και μην το ξαναγράφω: η παπαριά στην φάση που ολοκληρώνει μόνος του, είναι από αυτές που στοιχίζουν πρωταθλήματα -- στα πόδια του είναι να προσφέρει βαθμούς για να το ξεχάσουμε).
Μέχρι και την Παρασκευή πριν τον αγώνα, θεωρούσα και την ισοπαλία ανεκτό αποτέλεσμα (όσο πλησίαζε ο αγώνας ξυπνούσε ο κωλόγαυρος μέσα μου: ΔΕΝ γίνεται να μην κερδίσεις σε τέτοιο παιχνίδι τον ζέλα). Με δεδομένο ότι στόχος είναι το πρωτάθλημα και όχι να δικαιολογήσουμε τη χρονιά με έναν νικηφόρο αγώνα, η απόσταση των πέντε βαθμών προφανώς και ανατρέπεται (αν φτιάξεις ομάδα). Το μόνο καταδικαστικό αποτέλεσμα --στο δικό μου μυαλό-- ήταν η ήττα (και αυτό όχι γιατί δεν ανατρέπονται και οι οκτώ βαθμοί, αλλά γιατί μετά η ψυχολογία και η δική μας και του ζέλα, θα ήταν ίσως καθοριστική). Από την αποβολή του Σάλιακα και μετά, πίστευα ότι θα ισοφαριστούμε και απλά θα συζητούσαμε τι θα μπορούσε να γίνει 11 vs 11. Η ομάδα, όμως, τα κατάφερε, και, χωρίς να εντυπωσιάζει, ήταν καθαρά ανώτερη από την ομάδα που είχε μόνο νίκες, διαθέτει ποιότητα (περισσότερη από περασμένες χρονιές) και δουλεύει στο ίδιο πλάνο από Ιούνιο.
Σχετικά με το κοράκι: αποφεύγω να γράφω συχνά, αλλά φέτος (και με εξαίρεση τον αγώνα με τον ΟΦΗ --που η διαιτησία ήταν σωστή-- και τον αγώνα Κυπέλλου με τον Βόλο) ο Ολυμπιακός δεν έχει πάρει ούτε τα σπόρια απέναντι στη Λάρισα της Β΄ Εθνικής, ενώ --με αποκορύφωμα τον αγώνα πρωταθλήματος με τον Βόλο-- έχει βάσιμα παράπονα (που μπορούν να γίνουν πολύ σοβαρά, αν συγκρίνεις τις διαιτησίες των έτερων διεκδικητών του τίτλου). Και είναι πραγματικά αδιανόητο ότι έχουμε δύο κόκκινες, ενώ οι αντίπαλοί μας καμία (και δεν υπάρχει αγώνας --εκτός του ΟΦΗ-- που ο αντίπαλος να μην έπρεπε να αγωνίζεται τουλάχιστον με έναν παίκτη λιγότερο). Το να εστιάζει μια ομάδα στη διαιτησία είναι δίκοπο μαχαίρι: οι φωνές μπορεί να εμποδίσουν τον επόμενο κόρακα (στα χρόνια της Εξυγίανσης, χλωμό), αλλά μεταδίδουν εκνευρισμό στην ομάδα και αποτελούν δικαιολογία για κακά αποτελέσματα (η ισοπαλία με τον Βόλο κρίθηκε από τη διαιτησία, αλλά ως Ολυμπιακός οφείλεις να μην μπορεί να σε κόψει η διαιτησία απέναντι στον Βόλο -- ή τον Ατρόμητο ή τον Λεβαδειακό).
Το χθεσινό παιχνίδι είναι από αυτά που απεύχεται να συναντήσει οποιοσδήποτε διαιτητής. Άπειρες μανούρες και δύσκολες φάσεις. Τοποθέτηση (με την αντίστοιχη προβολή των ερυθρόλευκων Μέσων) για «νίκη κόντρα και στη διαιτησία» τη βρίσκω αδόκιμη για το χθεσινό παιχνίδι, το οποίο είχε εκατέρωθεν λάθη -- δεν θα σταθώ στην φάση του Πιρόλα με τον Τετέη, αλλά στο πιο απλό ότι είναι αδύνατο να βγάζει αυτό το παιχνίδι χωρίς κίτρινη ο Φρόιλερ. Και βλέποντας μετά τον αγώνα στην τηλεόραση (χωρίς το άγχος και την πίεση του live και προσπαθώντας να είμαι όσο γίνεται αντικειμενικός), δεν θεωρώ ότι η διαιτησία ήταν τόσο εχθρική. Ή, για να το θέσω και αλλιώς, αν στο συγκεκριμένο παιχνίδι ο διαιτητής επιθυμούσε να μας αδικήσει (ούτε καν να μας σφάξει, όπως στην Εξυγίανση), δεν υπήρχε περίπτωση να βγούμε νικητές.
Την ώρα που γράφω το κείμενο διαβάζω και την τοποθέτηση περί ήθους της ομάδας με την Αλογοτροφή: ο Ζέλας, ρε μαλάκες, να μιλάει για ήθος! Τα ορφανά του Βαρδή να αναφέρουν «ήθος» στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Λίγες ώρες μετά τα καραγκιοζιλίκια Ταμπούρδα, Πεφτέι και δεν συμμαζεύεται. Δούρος, Ζλατάνος, Δέδες και Βουράκης, Βασάρας, Ορφανός και η λίστα δεν έχει τέλος. Α ρε Άντζας που σας χρειάζεται!
Για το τέλος:
- Πολύ καλή έδρα. Καταπληκτικό κορεό, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι.
- Παρασκευάς Άντζας, 18 Αυγούστου 1976 - 25 Μαΐου 2026. Οι άνθρωποι πεθαίνουν όταν τους ξεχνάμε και ο Άντζας θα μείνει για πάντα στο μυαλό όσων τον ζήσαμε με τα ερυθρόλευκα

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου