Αν υπήρξε στην ιστορία του μπασκετικού Ολυμπιακού ένας παίκτης-οπαδός, που έμοιαζε βγαλμένος από την εποχή των ποδοσφαιρικών θριάμβων του Θρύλου (και ιδίως αυτών της δεκαετίας του 1950) αυτός αναμφισβήτητα ήταν ο Μάκης (Σολομών) Κατσαφάδος. Ο Μάκης έπαιζε σέντερ --ή φορ, όπως λεγόταν τότε--, αν και είχε ύψος μόνο 1.98 μ. (ίσως και λίγο λιγότερο). Ήταν για πολλά χρόνια ο ψηλός της ομάδας μας. Έτσι ήταν τα πράγματα τότε, ιδίως τη δεκαετία του 1960, εποχή που δεν υπήρχαν ύψη στο ελληνικό μπάσκετ, αλλά και ευρύτερα στον πληθυσμό της χώρας, κυρίως λόγω ελλείψεων διατροφής, στερήσεων και κακουχιών εξαιτίας του πολέμου, της κατοχής, του εμφυλίου κ.ά.
Του Θεολόγου Μιχαηλίδη
Ο Κατσαφάδος επονομαζόταν και «Κολοκοτρώνης» λόγω του μουστακιού του, αλλά και του ηρωικού τρόπου παιχνιδιού του. Το μουστάκι ήταν λόγος που κάποιοι τον έλεγαν και «τσέλιγκα». Δεν ήταν ιδιαίτερα ταλαντούχος, ούτε είχε κάποιο άξιο λόγου στιλ. Δεν ήταν κλασάτος, δεν είχε όμορφες κινήσεις. Δεν είχε σχέση με τον Βασίλη Γκούμα, τον οποίο ωστόσο αντιμετώπισε αξιοπρεπέστατα πάμπολλες φορές ως αντίπαλο. Ο Μάκης έπαιζε με πάθος, δύναμη και καρδιά και δεν φοβόταν κανένα. Δεν ήταν κανονικός και σταθερός σκόρερ, αν και ο μέσος όρος των πόντων του δεν ήταν αμελητέος. Μάλιστα, όταν του πήγαινε ο αγώνας, τους 15 με 20 πόντους τούς είχε με σχετική ευχέρεια. Κυρίως όμως έκανε τη βρόμικη δουλειά κάτω από τα καλάθια. Πάλευε με τους αντίπαλους ψηλούς, μάζευε ριμπάουντ, χωνόταν δυναμικά στις φάσεις, είχε καλές τοποθετήσεις και έσπρωχνε πολύ.

Είχε μεγαλώσει από μικρό παιδί στην ομάδα, που αποτέλεσε κληρονομιά των Σπανουδάκηδων τους οποίους πρόλαβε όταν αυτός ήταν πολύ νεαρός και τα αδέρφια στη δύση της καριέρας τους. Ήταν όλη του τη ζωή πρώτα από όλα οπαδός και μετά παίκτης του Ολυμπιακού. Αυτός δίδαξε όλους τους μεταγενέστερους τι εστί Ολυμπιακός και πρώτα από όλους τον μικρότερο αδελφό και συμπαίκτη του τον Σταύρο. Ξεκίνησε από παιδί στο τέλος της δεκαετίας του 1950 και έπαιξε αρχικά ως αναπληρωματικός στην πρώτη ομάδα στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Στη συνέχεια, δεν άργησε να γίνει βασικός. Έζησε τα μαύρα χρόνια του υποβιβασμού το 1964 και της παραμονής στην κατώτερη κατηγορία μέχρι το 1967. Επέστρεψε με την ομάδα στη μεγάλη κατηγορία και παρέμεινε αρχηγός τής σπουδαίας ομάδας της δεκαετίας του 1970 με τους Ελληνοαμερικανούς, αν και ο ίδιος αποτελούσε περίπου ανομοιομορφία σε εκείνη την ομάδα, που ήταν πολύ γρήγορη και θεαματική και ασφαλώς έπαιζε μπάσκετ που προηγείτο πολύ της εποχής της. Για να είμαστε ειλικρινείς, αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα παικτών που δεν θα μπορούσαν με τίποτε να παίξουν στη σημερινή εποχή, σε αντίθεση π.χ. με τον Γιατζόγλου. Ο ίδιος έχει πει πως με το ύψος που είχε, δεν θα μπορούσε σήμερα παρά ενδεχομένως να γινόταν πλέι-μέικερ. Αυτό βέβαια μόνο ως αστείο μπορεί να εκληφθεί, αφού ο Μάκης, έτσι κι αλλιώς, ήταν πολύ βαρύς και αργός για μια τέτοια θέση. Κατά τα λοιπά, δεν διέθετε κάποιο ιδιαίτερο άλμα, αλλά ούτε και κάποιο ιδιαίτερα αξιόλογο σουτ, που έτσι κι αλλιώς περιοριζόταν μόνο από μέση και κοντινή απόσταση. Είχε μέτρια τεχνική κατάρτιση, σε μια εποχή μάλιστα που υπήρχαν τρομερά ταλέντα που γνώριζαν άριστα τα βασικά του αθλήματος.
Εκείνο όμως στο οποίο ήταν ασυναγώνιστος ήταν στο να μεταφέρει το ερυθρόλευκο ποδοσφαιρικό πνεύμα της δεκαετίας του 1950 στον μπασκετικό Ολυμπιακό. Το γεγονός ότι ο μπασκετικά ανυπόληπτος στα τέλη της δεκαετίας του 1960 Ολυμπιακός κατάφερε, από την πρώτη χρονιά που ξανανέβηκε στη μεγάλη κατηγορία, να κάνει ντέρμπι όλα τα ματς με τον ΠΑΟ παρά τη χαώδη διαφορά που χώριζε τις δύο ομάδες και, από τη δεύτερη μόλις χρονιά, να αρχίζει να κερδίζει τον βάζελο και μάλιστα πολύ συχνά οφείλεται εν πολλοίς στον Μάκη και στο πνεύμα που μεταλαμπάδευε.

Ο Μάκης, αν και έμεινε πάνω από 15 χρόνια στον Ολυμπιακό, έχοντας σε πολλά από αυτά πρωταγωνιστικό ρόλο, δεν γεύθηκε ποτέ τη χαρά ενός τίτλου. Όταν μπήκε στην πρώτη ομάδα την περίοδο 1960/61, ο Ολυμπιακός μόλις είχε πάρει πρωτάθλημα την προηγούμενη χρονιά (1959/60). Όταν αποχώρησε από τον Ολυμπιακό, στο τέλος της περιόδου 1974/75, η ομάδα την επόμενη χρονιά (1975/76) πήρε το νταμπλ. Κύπελλο δεν υπήρχε. Ούτε στην ομάδα που προκρίθηκε στις 6 καλύτερες της Ευρώπης πρόλαβε να αγωνιστεί. Πλησίασε βέβαια πολύ κοντά σε τίτλους με την ομάδα των Ελληνοαμερικανών της δεκαετίας του 1970, αλλά και πάλι δεν τα κατάφερε. Γκαντεμιές και γκίνιες; Εποχιακές συγκυρίες ή φυσιολογικές εποχιακές νομοτέλειες;
Ωστόσο το γεγονός αυτό δεν τον εμπόδισε να αποτελέσει το σύμβολο της ομάδας. Αν υπήρχε μεζούρα «ολυμπιακοφροσύνης», ασφαλώς θα έβγαινε ο μεγαλύτερος «ολυμπιακός», που πέρασε από την ομάδα μπάσκετ του συλλόγου. Σε επίπεδο Εθνικής, ήταν για πολλά χρόνια ο μόνος παίκτης του Ολυμπιακού που καλούσαν συχνότερα οι ομοσπονδιακοί προπονητές στην Εθνική ανδρών, εκπροσωπώντας τον σύλλογο σε εθνικό επίπεδο, έχοντας και τις περισσότερες συμμετοχές, με δεύτερο τον Θανάση Ράμμο.

Εκείνο που χαρακτήριζε τον Μάκη ήταν ο χαρακτήρας του. Ενώ δεν προκαλούσε κανέναν, δεν άφηνε καμία πρόκληση αναπάντητη. Συνήθως οι προκλήσεις δεν ήταν προσωπικές. Είχαν να κάνουν με τον Ολυμπιακό, με τον οποίο ο Μάκης ήταν απόλυτα ταυτισμένος. Άλλωστε, ο Ολυμπιακός ανέκαθεν αποτελούσε και αποτελεί πηγή έμπνευσης προκλήσεων για τους αντιπάλους. Με τη νοοτροπία αυτή, λοιπόν, που είχε ο Μάκης, έμπλεκε συνέχεια σε καβγάδες, διενέξεις και επεισόδια με διαιτητές, με μέλη της γραμματείας, με αντιπάλους παίκτες, ακόμη και με αντιπάλους οπαδούς. Ήμουν πάνω από τον πάγκο του Ολυμπιακού σε ένα ματς πρωταθλήματος στο γήπεδο του Σπόρτινγκ με τον Έσπερο Καλλιθέας όταν κάποιος φίλαθλος, από τις ορεινές σειρές των εξεδρών, φώναξε κάτι υβριστικό για τον Ολυμπιακό. Αμέσως ο Μάκης, που ήταν όρθιος, έτοιμος να μπει για το αρχικό τζάμπολ του ματς, στράφηκε προς τα εκεί που ακούστηκε η φωνή, πήρε κάτι σαν σάκο που είχαν στον πάγκο της ομάδας και αφού το έδειξε εμφατικά απάντησε δυνατά: «Το βλέπεις αυτό; Είναι γεμάτο βαζελίνη. Το έχουμε φέρει για κάποιους σαν κι εσένα».

Ο Μάκης όταν ένιωθε πως αδικείτο, είτε ο ίδιος είτε η ομάδα του, δεν κρατιόταν με τίποτε και αντιδρούσε πολύ έντονα. Τον Ιανουάριο του 1971, στο Καλλιμάρμαρο, όταν από ένα σουτ στο τελευταίο δευτερόλεπτο χάθηκε άδικα στον πόντο το ματς με την ΑΕΚ, έγινε έξαλλος. Με τη λήξη του ματς, τα έβαλε με τους διαιτητές, μετά με τον χρονομέτρη και όντας εκτός εαυτού, χτύπησε και ανέτρεψε το τραπέζι της γραμματείας. Τότε ο επικεφαλής των χουντικών αστυνομικών δυνάμεων (δεν υπήρχαν τότε ΜΑΤ με ασπίδες, κράνη και δακρυγόνα), επειδή διέβλεψε τον κίνδυνο επέκτασης των επεισοδίων, έδωσε την εντολή να τον απομακρύνουν βίαια και αν αντισταθεί, να τον συλλάβουν. Αυτό που ακολούθησε το θυμάμαι ακόμη πολύ έντονα, αφού ήμουν μέσα στον αγώνα. Ο Μάκης πλάκωσε τον πρώτο αστυνομικό που προσπάθησε να τον πιάσει. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να του επιτεθούν αμέσως ένα τσούρμο αστυνομικοί μαζί. Τον περικύκλωσαν και προσπάθησαν να τον χτυπήσουν και να τον ακινητοποιήσουν. Όμως η υψομετρική διαφορά ήταν πολύ μεγάλη, καθόσον οι αστυνομικοί ήταν σχεδόν όλοι κοντοί, χουντικά βύσματα από την επαρχία, με μέσο όρο ύψους λίγο πάνω από 1.70 μ. Έτσι, επειδή δεν τον έφταναν για να τον χτυπήσουν στο πρόσωπο, προσπαθούσαν να τον χτυπήσουν χαμηλότερα στο σώμα. Ο Μάκης δεν τους άφηνε να πέσουν πάνω του, αλλά τους κρατούσε σε μια απόσταση. Από ψηλά έριχνε τις πιο δυνατές μπουνιές που είχε, στριφογυρνώντας τα χέρια του σε κύκλους. Όλα αυτά γινόντουσαν μέσα στον τσιμεντένιο αγωνιστικό χώρο του γηπέδου και στον περιβάλλοντα στίβο. Γρήγορα, ο χώρος γύρω από τον Μάκη γέμισε πεσμένα αστυνομικά σώματα και καπέλα. Σε μια στιγμή, βρέθηκε κυκλωμένος από 5-10 μπάτσους, που βαρούσαν όπου μπορούσαν και όπου έφταναν, αλλά αυτός εκεί, στεκόταν όρθιος, απτόητος και αμετακίνητος, παλεύοντας μόνος του. Στο τέλος βέβαια, ματωμένος και υποβασταζόμενος, αποχώρησε προς τα αποδυτήρια, όπου και συνελήφθη μαζί με ακόμη δύο παίκτες του Ολυμπιακού (Ευστρατίου και Στέλιο Αμερικάνο), που είχαν επίσης συμμετάσχει στις βίαιες συγκρούσεις με τους αστυνομικούς. Για τη συμπεριφορά του αυτή, ο Μάκης τιμωρήθηκε βαριά, με αποκλεισμό τριψήφιου αριθμού ημερολογιακών ημερών, αφού έτσι συνήθιζε να τιμωρεί τότε η χούντα. Στάθηκε τυχερός όμως γιατί μετά από κάποιο διάστημα, χαρίστηκαν από τη χούντα --λόγω της επετείου της 21/4/1967-- όλες οι ποινές. Εκείνο το βράδυ, στα τέλη του Γενάρη του 1971 στο Στάδιο, με μεγάλο πρωταγωνιστή τον Μάκη, συνέβη η πρώτη και μοναδική, από όσο θυμάμαι, κάπως μαζική δυναμική αντικαθεστωτική και αντιστασιακή εκδήλωση κατά την επταετή χουντική περίοδο στον χώρο του αθλητισμού. Για πρώτη φορά, ακούστηκε από τους ολυμπιακούς οπαδούς --που είχαν αγανακτήσει από αυτά που έβλεπαν-- το σύνθημα: «Θα μπούμε μέσα». Κάμποσοι οπαδοί μας μάλιστα κατέβηκαν από τις κερκίδες και προσπάθησαν να πηδήξουν τα μαρμάρινα προστατευτικά των διαδρόμων, που χώριζαν από τον αγωνιστικό χώρο. Κάποιοι μάλιστα τα κατάφεραν. Αν δεν ξέσπαγε εκείνη ακριβώς την στιγμή ίσως η πιο μεγάλη μπόρα που έπεσε εκείνη τη χρονιά στην Αθήνα, μπορεί να είχαμε και νεκρούς. Άνοιξαν οι καταρράκτες του ουρανού.

Αλλά δεν ήταν αυτό το μόνο περιπετειώδες γεγονός της καριέρας του επί χούντας. Το πρώτο δεκαήμερο του Απρίλη του 1974, μετά από ένα αγώνα πρωταθλήματος Ολυμπιακού-ΠΑΟ στο Παπαστράτειο, τον οποίο οι χουντικοί είχαν αφιερώσει στην «Ολυμπιακή Ιδέα», ο Μάκης που ήταν ήδη εκνευρισμένος από την ήττα της ομάδας, στην οποία είχε συμβάλει, ως συνήθως, η διαιτητική αδικία, κλήθηκε, μετά τη λήξη του ματς, να παραλάβει τα σχετικά αναμνηστικά μετάλλια, που είχαν κατασκευαστεί ειδικά για τον εορτασμό της ημέρας. Τότε άκουσε τον κόσμο της ομάδας στις κερκίδες, που του φώναζε: «Μην τα παίρνεις, ρε Μάκη» ή «Πέτα τα, ρε Μάκη». Δεν το σκέφτηκε και πολύ ο Μάκης. Τα πήρε λοιπόν και τα εκσφενδόνισε επιδεικτικά μακριά, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των δεκάδων παρευρισκόμενων χουντικών επισήμων, σχετικών και ασχέτων, που είχαν μαζευτεί εκεί ειδικά για την εορταστική περίσταση και για την ανάλογη προπαγανδιστική εκμετάλλευσή της. Αυτή τη φορά, ο χουντικός πέλεκυς ήταν πολύ βαρύτερος. Διετής αποκλεισμός, που επιβλήθηκε μετά το χάρισμα όλων των άλλων πειθαρχικών ποινών λόγω της επετείου του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου.
Είχε προηγηθεί ένα άλλο αξιοσημείωτο περιστατικό την άνοιξη του 1971, όταν με την Εθνική Ελλάδας στο Λε Μαν της Γαλλίας, στον πρώτο αγώνα για την πρόκριση στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, εναντίον της Ελβετίας, ανέβηκε στην εξέδρα μαζί με τον συμπαίκτη του Σισμανίδη και κυνήγησαν Γάλλους οπαδούς που έβριζαν και χειρονομούσαν προς τους παίκτες της Εθνικής και περισσότερο προς τους ίδιους. Ήταν εκτός εαυτού και σε αυτό είχε συντελέσει και η ακύρωση του εμπρόθεσμου νικητήριου καλαθιού του Γιάννη Ιωαννίδη. Αποτέλεσμα ήταν να τιμωρηθεί με αποκλεισμό από τους υπόλοιπους αγώνες και να κάνει 5-6 μήνες να ξαναπαίξει στην Εθνική, στην οποία αγωνίστηκε συνολικά 51 φορές, με ένα μέσο όρο κάτι λιγότερο από 6 πόντους.

Το περίεργο με αυτές τις απείθαρχες και παραπτωματικές πράξεις του Μάκη, που δεν ταίριαζαν καθόλου με τα χουντικά ήθη και τους χουντικούς κανόνες, ήταν ότι ο ίδιος κάθε άλλο παρά εριστικός, αναρχικός, αριστερός ή αντιστασιακός ήταν. Ήταν καραδεξιός και αγαπημένο παιδί του Φαίδωνα Ματθαίου. Είχε υπηρετήσει στη θητεία του ως δόκιμος αξιωματικός (ΔΕΑ) σε μια εποχή που μόνον απόλυτα αποδεδειγμένα δεξιοί μπορούσαν να το κάνουν. Απλώς ήταν άνθρωπος που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του, δεν κώλωνε ποτέ και δεν λογάριαζε τίποτε. Και πάνω από όλα ήταν Ολυμπιακός «παλιάς κοπής», με συνέπεια να αυτο-ντοπάρεται όταν, φορώντας τη φανέλα του συλλόγου, δεχόταν συνεχείς αντιολυμπιακές βρισιές, προκλήσεις, προσβολές, ειρωνείες και λοιδορίες.
Ο Ματθαίου βέβαια προσπάθησε, με τα πολλά κονέ που είχε στους χουντικούς, προκειμένου να πείσει ότι πίσω από την αντιδραστική συμπεριφορά του Μάκη υπήρχε μόνον ένας παρορμητικός χαρακτήρας και όχι τίποτε βαθύτερο ή ουσιαστικότερο. Ο λόγος του Ματθαίου περνούσε αφού ήταν μόνιμος (επί δεκαετίες) προπονητής της Εθνικής Ενόπλων στην οποία καλούσε πάντα τον Μάκη, και στην οποία τον διατήρησε με τους προσφιλείς τρόπους και μορφές που υπήρχαν τότε. Για όσους τυχόν, εξαιτίας της συμπεριφοράς του, να τον εκλάβουν ως εριστικό τσαμπουκά, ταραξία ή μάγκα, θα πούμε πως δεν ήταν τίποτε από όλα αυτά. Αντίθετα στην πραγματικότητα ήταν και είναι ένας καλός συζητητής, ένας καλλιεργημένος και μορφωμένος άνθρωπος, που υπήρξε επί χρόνια καθηγητής μέσης εκπαίδευσης και μάλιστα φιλόλογος. Δικαίως έγινε αργότερα ο επίτιμος Πρόεδρος του Συνδέσμου παλαίμαχων μπασκετμπολιστών της ομάδας μας, συμμετέχοντας ενεργητικά στις εκδηλώσεις του.

Όπως είπαμε, επί μια πενταετία (1968-1973), ήταν ο μόνος μπασκετμπολίστας του Ολυμπιακού που έπαιζε σχετικά συχνά στην Εθνική ανδρών. Κι όμως, για αυτή τη μορφή του Ολυμπιακού, που έχει αγωνιστεί τόσα χρόνια και έχει εκατοντάδες αγώνες στην καριέρα του, την οποία τη συνέχισε και μετά τον Ολυμπιακό, σε πολύ μικρότερες ομάδες της περιφέρειας Αττικής, αγωνιζόμενος μέχρι τα σαράντα-φεύγα του (κι όλα αυτά επειδή και μόνο λάτρευε το άθλημα), αυτόν τον σκαπανέα της επανόδου της ομάδας στα μεγάλα σαλόνια, τον επί πολλά χρόνια αρχηγό της, δεν υπάρχει σήμερα ούτε καν λήμμα στην Wikipedia, όπου κυριολεκτικά βρίσκεις την κάθε νεότερη μπασκετική ή μη «κουτσή Μαρία». Κι όλα αυτά επειδή ο Μάκης αγωνιζόταν τότε σε ένα τμήμα που ιστορικά έχει γνωρίσει μεγάλη απαξίωση και έχει βιώσει πλήρη ανυποληψία και πλήρη όσο και εγκληματική περιφρόνηση από τις διοικήσεις του Ολυμπιακού, ιδίως από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Ένα τμήμα που εξαρχής δεν ενέπνευσε τον σύλλογο, που ουδέποτε το καλλιέργησε σωστά, επιμελώς και συστηματικά, ούτε το εμπιστεύθηκε. Ένα τμήμα που πάλευε ουσιαστικά μόνο του, χάρη στο μεράκι μεμονωμένων ατόμων και συνήθως έμενε αβοήθητο. Έτσι, μοιραία κατέληξε από το σπάνιο πρωτάθλημα του 1960, μέσα σε ελάχιστα χρόνια, στον υποβιβασμό σε μικρές κατηγορίες, μη μπορώντας να επανέλθει στη μεγάλη Εθνική κατηγορία, όπου διέπρεπαν οι μεγάλες μπασκετικές δυνάμεις της εποχής, ΠΑΟ και ΑΕΚ. Πάλι καλά που δεν είχε την τύχη του γυναικείου τμήματος μπάσκετ, που από πρωταγωνιστικό κατέληξε στο να διαλυθεί. Περιττό να πούμε, παρεμπιπτόντως, πως στο βόλεϊ τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα. Ουσιαστικά το άθλημα ήταν από ανύπαρκτο ως εγκαταλελειμμένο. Και αυτά το λέμε γιατί βόλεϊ και μπάσκετ εκείνη την εποχή θεωρούνταν αδελφάκια, αποκαλούνταν «αθλοπαιδιές» και δεν είχαν ακόμη ξεχωριστές ομοσπονδίες, κάτι που εδέησε να γίνει το 1970 επί χούντας. Και την ίδια ώρα, ο πρόεδρος του συλλόγου, που δεν έδινε δεκάρα για τα τμήματα αυτά και κοιτούσε μόνο το ποδόσφαιρο, δεν δίσταζε να επαινεί με κάθε ευκαιρία δημοσίως τον αιώνιο αντίπαλο για τις πρωταγωνιστικές επιδόσεις του σε όλα τα αθλήματα, επίτευγμα αξιοθαύμαστο σε όλη την Ελλάδα, όπως ρητά αναγνώριζε.

Τι μπορεί να σημαίνει στη σημερινή εποχή για τους θαυμαστές των σύγχρονων μπασκετικών οπαδών του Ολυμπιακού ο Μάκης Κατσαφάδος; Απολύτως τίποτε. Πρόσφατα, ένας «ελληνοποιημένος» αλλοδαπός μπασκετμπολίστας του Ολυμπιακού (που ευτυχώς για αυτόν, δεν διαβάζει το παιχνίδι όπως διαβάζει τους ανθρώπινους χαρακτήρες των δημοσίων πολιτικών ανδρών) δήλωσε ότι απαιτεί σεβασμό από τον μπασκετικό Ολυμπιακό. Για τον Μάκη, όμως, ο σεβασμός, που θα έπρεπε να είναι αυτονόητος, παραμένει ζητούμενο.
Ωστόσο, ο ίδιος θεωρεί μικρό τον εαυτό του για να τον απαιτεί. Του αρκεί που έπαιξε στον Ολυμπιακό και διατέλεσε τόσα χρόνια αρχηγός του. Δεν τον πειράζει που είναι παραδομένος στη λήθη, την αμνησία και την άγνοια της κοινής οπαδικής συνείδησης.
Εμένα όμως με πειράζει. Και γι’ αυτό και γράφω.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου