Η Ελλάδα τότε δεν υπήρχε στον ποδοσφαιρικό χάρτη της Ευρώπης. Παρά την ύπαρξη εκείνη την εποχή μιας φουρνιάς πολύ σπουδαίων Ελλήνων ποδοσφαιριστών, ουδείς ασχολείτο μαζί τους. Τα φώτα της δημοσιότητας έμεναν μακριά τους. Οι ιταλικές ομάδες έδιναν σημασία στις χώρες της Νότιας Αμερικής και της Ευρώπης, εκτός φυσικά από αυτές του απαγορευμένου, αλλά και απρόσιτου σκληρού κομμουνιστικού μπλοκ. Ποιος θα κοιτούσε Έλληνα επιθετικό εκείνη την εποχή όταν υπήρχαν ένα σωρό κυνηγοί (όπως λέγανε τότε τους επιθετικούς) από άλλες προηγμένες χώρες με σπουδαίες περγαμηνές;
Ωστόσο το καλοκαίρι του 1962 υπήρξε μεγάλο ενδιαφέρον και μεγάλη κινητοποίηση από ιταλική ομάδα για μεταγραφή Έλληνα παίκτη. Δεν ήταν βέβαια για όποιον-όποιον, αλλά για τον μεγαλύτερο Έλληνα επιθετικό στην ιστορία, όχι μόνο του Ολυμπιακού αλλά και κατά πολλούς (εμού συμπεριλαμβανομένου) και του ελληνικού ποδοσφαίρου, τον Γιώργο Σιδέρη.
Η Λανερόσσι ήταν, λοιπόν, από τις λίγες ομάδες της Ιταλίας, που δεν είχε καλούς και αποτελεσματικούς ξένους επιθετικούς. Αποτελούσε την εξαίρεση του κανόνα, καθώς στο σκοράρισμα στηριζόταν περισσότερο στους ντόπιους. Η απουσία ικανών ξένων επιθετικών θεωρήθηκε ως η βασική αιτία που η Λανερόσσι την περίοδο 1961/62 τερμάτισε στην 14η θέση, που, σημειωτέο, υπήρξε η πιο χαμηλή θέση που έπεσε μέσα στην δεκαετία του 1960. Κάτι λοιπόν έπρεπε να γίνει και μάλιστα άμεσα. Χρήματα πολλά για ξόδεμα δεν υπήρχαν. Καταρχάς αποφασίστηκε να μείνει άλλη μια χρονιά ο Βερνάτσα, μπας και συνέλθει. Ωστόσο δεν υπολογιζόταν ως βασικός, αφού η φτωχή του απόδοση δεν παρείχε πλέον τα εχέγγυα για κάτι τέτοιο. Έπρεπε να αποκτηθεί ένας καλός επιθετικός, που να ήταν πολύ ικανός στο σκοράρισμα και ει δυνατόν να μην ήταν ακριβός, ώστε να δοθεί παράλληλα η δυνατότητα να αποκτηθεί και ένας τρίτος ξένος επιθετικός. Έτσι θα υπήρχαν πάλι τρεις ξένοι στην επίθεση, όπως την προηγούμενη χρονιά.
3.Το ιταλικό ενδιαφέρον για τον Γ. Σιδέρη: Η διαδικασία αναζήτησης του βασικού γκολτζή επιθετικού δεν ξεκίνησε βέβαια το καλοκαίρι του 1962, με τη λήξη της σεζόν. Αυτά τα πράγματα άρχιζαν πολύ νωρίτερα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ξεκίνησε από την άνοιξη του 1962. Τότε εντοπίστηκε ο Σιδέρης και αναζητήθηκαν κάποιοι έμπιστοι, που να είχαν μια άποψη για τον παίκτη. Ο πιο σημαντικός από αυτούς ήταν ο Μπρούνο Βάλε (Ιταλός, που είχε γεννηθεί στη νυν Ριέκα και τότε Φιούμε), ο οποίος υπήρξε προπονητής του Ολυμπιακού από το 1958 ως το 1960. Ο Βάλε ήταν προπονητής κατά την περίοδο 1959/60, που ήταν η πρώτη χρονιά του Σιδέρη στην ομάδα. Αυτός ήταν που είχε τον είχε δει τον Σιδέρη αγωνιζόμενο και είχε εισηγηθεί ή, κατ’ άλλους, εγκρίνει ανεπιφύλακτα τη μεταγραφή του. Συνεπώς μόνο καλά λόγια είχε να πει. Ο Βάλε θα διαδραμάτιζε ενεργό ρόλο σε όλα τα στάδια της συγκεκριμένης μεταγραφικής ιστορίας και των σχετικών διαπραγματεύσεων. Αυτός ήταν που, σε συνεργασία με παλαίμαχους Ιταλούς ποδοσφαιριστές, παρακολουθούσαν συστηματικά τον Σιδέρη και την πορεία του, ακόμη και όταν είχε φύγει από την ομάδα.
Ειδικότερα μέσα σε ένα δίμηνο περίπου, από 8/4/1962 μέχρι 13/6/1962, ο Σιδέρης έπαιξε 10 συνολικά επίσημους αγώνες και πέτυχε 26 από τα 42 συνολικά γκολ της ομάδας του (!). Σε πέντε αγώνες πρωταθλήματος σημείωσε 11 από τα 17 γκολ της ομάδας του (!). Σε 3 αγώνες Κυπέλλου σημείωσε 10 από τα συνολικά 19 γκολ των ερυθρόλευκων (!). Σε δύο αγώνες για το Βαλκανικό Κύπελλο σημείωσε 5 από τα συνολικά 6 γκολ του Ολυμπιακού (!). Οι Ιταλοί εντυπωσιάστηκαν πολύ όταν ο Σιδέρης έβαλε 6 γκολ σε ένα αγώνα Κυπέλλου (με τον Ολυμπιακό Χαλκίδας 7-1) και άλλα 4 γκολ σε έναν αγώνα πρωταθλήματος (με τον ΠΑΟΚ 6-0). Τέτοια αριθμητικά κατορθώματα και μάλιστα τόσο συχνά ήταν ασυνήθιστα, για να μην πούμε ασύλληπτα, για την Ιταλία, αλλά και για τη πλειοψηφία των πρωταθλημάτων της Ευρώπης.
Ωστόσο οι Ιταλοί δεν ήταν διατεθειμένοι να πεισθούν εύκολα. Είχαν τις επιφυλάξεις τους, που σχετίζονταν με την άγνωστη και θεωρούμενη χαμηλή στάθμη του ελληνικού πρωταθλήματος και των ομάδων του. Επί πλέον δίσταζαν γιατί το ασταμάτητο κρεσέντο του Σιδέρη είχε γίνει, κατά κύριο λόγο, σε παιχνίδια εντός έδρας. Θα μπορούσε άραγε να ήταν ο Σιδέρης το ίδιο ικανός απέναντι σε ισχυρότερους αντιπάλους και σε αγώνες εκτός έδρας;
Οι κατάσκοποι είχαν ήδη παρακολουθήσει τον Σιδέρη να σκοράρει και στον αγώνα με την Μπαρτσελόνα 1-0 στη Λεωφόρο την 22.5.1962, γεγονός που τους φάνηκε θετικό. Όμως και εδώ υπήρχαν ενστάσεις, αφού το ματς δεν έπαυε να είναι φιλικό και, δεύτερον, η Μπάρτσα σε εκείνο τον αγώνα ήταν κομπλέ μόνο μεσοεπιθετικά και όχι αμυντικά, αφού οι σημαντικοί αμυντικοί της Μπαρτσελόνα απουσίαζαν, γιατί βρίσκονταν σε προετοιμασία με την Εθνική Ισπανίας για το Μουντιάλ της Χιλής το 1962. Παρεμπιπτόντως, την ίδια εποχή που ο Ολυμπιακός νίκησε την Μπάρτσα, οι άλλοι δύο μεγάλοι του ελληνικού ποδοσφαίρου είχαν διασυρθεί από τους Καταλανούς. Ειδικότερα η ΑΕΚ, σε τρία φιλικά παιχνίδια που είχε παίξει κόντρα στην Μπάρτσα, είχε εισπράξει συνολικά 17 γκολ (!) Όχι τίποτε άλλα, αλλά για να συνειδητοποιούμε ποιοι ήμασταν/είμαστε εμείς και ποιοι ήταν/είναι οι άλλοι.
Η απόδοση του Σιδέρη ήταν τέτοια που ο κύβος είχε πλέον ριφθεί για τους Ιταλούς. Ο παίκτης έπρεπε να αποκτηθεί. Συγκέντρωνε όλα τα ιδανικά στοιχεία: ήταν πολύ καλός και ταυτόχρονα άγνωστος, οπότε δεν μπορούσε να ήταν πολύ ακριβός. Επιπλέον, ήταν φορ με μεγάλη γκάμα προσόντων. Δεν ήταν στατικός, εφορμούσε και από πίσω και μπορούσε να μπαινοβγαίνει στην περιοχή. Επί πλέον εκτός από πολύ δυνατός ήταν και πολύ ταχύς με εντυπωσιακή εκρηκτικότητα και επιτάχυνση. Πράγματι ο Σιδέρης είχε όλα τα ποδοσφαιρικά χαρακτηριστικά που απαιτούνταν για να ανταποκριθεί ένας φορ σε όλα τα συστήματα της εποχής: από το κατενάτσιο μέχρι το 4-2-4, που έπαιζε ο Μπούκοβι. Άλλωστε με το εγκαταλειμμένο στην εποχή μας 4-2-4, ο Ολυμπιακός Μπούκοβι διέλυσε το περίφημο καινοτόμο για την εποχή του 4-3-3 του ΠΑΟ του Μπόμπεκ, ένα σύστημα διαδεδομένο ακόμη και σήμερα. Τα συστήματα όμως χρειάζονται και τους κατάλληλους παίκτες και ο Ολυμπιακός είχε τότε παικταράδες. Ιδιαίτερα δε ο Σιδέρης ήταν ένας παίκτης με τεράστια προσόντα, που θα μπορούσε να παίξει άνετα σε όλες τις ποδοσφαιρικές εποχές, όπως έχουν παραδεχτεί όλοι ανεξαιρέτως όσοι τον έχουν δει να παίζει, ποδοσφαιριστές και προπονητές.
Οι Ιταλοί προσέγγισαν τον Σιδέρη, ο οποίος φυσικά συμφώνησε σε αυτό το τεράστιο άλμα στην ποδοσφαιρική του καριέρα. Προπονητής της Λανερόσσι εκείνη την εποχή ήταν μια μεγάλη μορφή, ο αποκαλούμενος «φιλόσοφος» Μάνλιο Σκοπίνιο, που ήταν απόλυτα σύμφωνος με τη μεταγραφή του Σιδέρη. Ο Σκοπίνιο αργότερα θα εξελισσόταν στον προπονητή, που θα έφτιαχνε τη μεγάλη Κάλιαρι και θα ταρακούναγε όλη την Ιταλία, κατακτώντας το σκουντέτο το 1970, έχοντας στην άμυνα ένα παθητικό που εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να αποτελεί ρεκόρ (μόλις 11 γκολ σε 30 αγώνες!). Η προπονητική διαδρομή του θα διασταυρωνόταν και πάλι με τον Ολυμπιακό το 1972, δηλαδή δέκα χρόνια μετά την υπόθεση με τον Σιδέρη, με επώδυνο για τον ίδιο και την ομάδα του τρόπο, αφού ο Ολυμπιακός θα απέκλειε τη μεγάλη ομάδα των άσων Ρίβα, Ντομεγκίνι και Αλμπερτόζι με δύο νίκες. Από εκείνον τον αποκλεισμό και έπειτα, ξεκίνησε και η αντίστροφη πορεία για τον Σκοπίνιο.
Από το Σεράγεβο και έπειτα, άρχισαν οι χειρισμοί τακτικής για την πραγματοποίηση της μεταγραφής. Στην Ελλάδα δεν υπήρχε επίσημο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Δεν υπήρχαν συμβόλαια, αλλά μόνο δελτία. Αυτό σήμαινε πως αν δεν συναινούσε να δώσει το δελτίο η ομάδα, στην οποία ανήκε ένας παίκτης, τότε η μεταγραφή δεν μπορούσε να γίνει. Όταν εξηγήθηκε η κατάσταση στους Ιταλούς, αυτοί αρχικά δεν συνειδητοποίησαν το μέγεθος του προβλήματος. Εξοικειωμένοι με τον επαγγελματισμό, υποτίμησαν την κατάσταση και πίστεψαν ότι επρόκειτο απλώς για ένα θέμα χρημάτων, που θα μπορούσαν να άρουν τα όποια εμπόδια.
Είστε οι πρώτοι που το μαθαίνετε. Έχω συγκεκριμένες προτάσεις από Ιταλικές ομάδες, που με θέλουν, αλλά μη ρωτήσετε ποιες, γιατί δεσμεύομαι και δεν μπορώ να αποκαλύψω. Με προορίζουν για βασικό στην πρώτη ομάδα. Με έχουν παρακολουθήσει τόσο στην Ελλάδα όσο και στο Σεράγεβο. Μάλιστα για τον λόγο αυτό τα έδωσα όλα εκεί και σημείωσα 3 γκολ. Θα πάω στον Πρόεδρο Ανδριανόπουλο μόλις γυρίσει από το εξωτερικό και θα τον παρακαλέσω να φύγω στην Ιταλία. Αν δεν μου δώσουν μεταγραφή θα καταφύγω στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, στα δικαστήρια, στον Άρειο Πάγο, όπου τέλος πάντων θα μπορέσω να βρω δικαιοσύνη και κατανόηση. Θα μιλήσω με ανοιχτά χαρτιά και εν ανάγκη δεν θα ξαναπαίξω μπάλα. Δεν ξέρω τι χαρακτηρισμό πρέπει να δώσω στο ελληνικό ποδόσφαιρο, αλλά ιδίως εμείς οι παίκτες των μεγάλων ομάδων νιώθουμε σαν επαγγελματίες. Θέλω να διαθέσω τον εαυτό μου όπως επιθυμώ. Ακόμη και τα μικρά παιδιά ξέρουν ότι κανένας δεν αγωνίζεται πλέον για τον κλάδο ελαίας, ούτε καν οι αθλητές στίβου. Ας με αφήσουν λοιπόν ελεύθερο να πάω στο εξωτερικό να κερδίσω μερικά χρήματα, τώρα που ακόμη βαστούν τα πόδια μου, γιατί αργότερα η κατάληξη θα είναι γνωστή. Ρίξτε μια ματιά γύρω σας στους περισσότερους διεθνείς άσσους του παρελθόντος και θα δείτε πως είναι φτωχαδάκια. Δεν το κάνω για να μου δώσουν από τον Ολυμπιακό τα ίδια λεφτά με εκείνα που μου προσφέρουν οι Ιταλοί. Δεν είμαι εκβιαστής. Δεν ζητώ χρήματα. Ζητώ μεταγραφή. Άλλωστε τόσο καιρό δεν έχουν καταφέρει να μου βρουν μια δουλειά, που να εξασφαλίζει το μέλλον μου. Ας με αφήσουν ελεύθερο λοιπόν. Όπως λένε και οι ίδιοι στον Ολυμπιακό «ουδείς αναντικατάστατος» και έτσι πρέπει να είναι, γιατί αν δεν ίσχυε αυτό τότε θα με είχαν προσέξει περισσότερο. Όπως φαίνεται πιο απαραίτητοι από τους παίκτες είναι οι παράγοντες, που ολόκληρες δεκαετίες κρατούν όλα τα πόστα. Εμείς οι ποδοσφαιριστές είμαστε τα θύματα, διαβαίνουμε από τα γήπεδα σαν τα πουλιά και μετά μια ωραία πρωία μπαμ και κάτω.
Μετά από αυτή τη «χουντική» παρένθεση, πάμε ξανά πίσω στο καλοκαίρι του 1962. Μετά τις δηλώσεις στο Έθνος, τηρήθηκε από πλευράς παίκτη και Ιταλών στάση αναμονής, διάστημα στο οποίο έγινε αποτίμηση εντυπώσεων και εκτίμηση της κατάστασης. Ο κόσμος του Ολυμπιακού αναστατώθηκε. Δεν δεχόταν με τίποτε να παραχωρηθεί ο παίκτης. Προειδοποιούσε τη διοίκηση να μην τολμήσει να κάνει κάτι τέτοιο. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι εφόσον ο Ολυμπιακός συμφωνούσε να δώσει το δελτίο του παίκτη στους Ιταλούς, αυτό θα μπορούσε να γίνει άνετα και οπωσδήποτε με το αζημίωτο. Μάλιστα, το ποσό που θα μπορούσε να πάρει ο Ολυμπιακός θα ήταν ρεκόρ για τα δεδομένα της εποχής.
Οι Ιταλοί ήταν διατεθειμένοι να αυξήσουν κι άλλο την προσφορά τους, για να πάρουν τον παίκτη. Ο Ολυμπιακός όμως έμενε ανένδοτος και αμετάπειστος, καθώς καταλάβαινε ότι αν παραχωρούσε τον παίκτη-είδωλο, δεν θα μπορούσε να σταθεί πουθενά μπροστά στην οργή του ερυθρόλευκου κόσμου. Τα πράγματα εκείνη την εποχή δεν ήταν όπως τώρα που χαιρόμαστε που ο Τσιμίκας πήγε στην Αγγλία, έστω και αν εξασθενεί αγωνιστικά η ομάδα. Τότε ο κόσμος του Ολυμπιακού δεν μπορούσε να φανταστεί την ομάδα χωρίς τον καλύτερο παίκτη της ακόμη και αν ήταν να πάει στη Ρεάλ Μαδρίτης. Την επόμενη κιόλας της αναχώρησης του Σιδέρη, έγιναν επεισόδια στην προπόνηση του Ολυμπιακού από αγανακτισμένους οπαδούς της ομάδας. Έτσι το ΔΣ αποφάσισε να συνεδριάσει και να ανακοινώσει την οριστική απόφαση για μη παραχώρηση του παίκτη και κατ’ επέκταση την απόρριψη των ιταλικών προτάσεων.
Ο Σιδέρης, που ήθελε τη μεταγραφή, ζήτησε από τους Ιταλούς να περιμένουν δύο χρόνια και να τον αποκτήσουν με διετή αποκλεισμό, όπως ίσχυε τότε στην χώρα μας για περιπτώσεις παικτών, που ήθελαν να μετακινηθούν χωρίς τη συναίνεση του συλλόγου τους. Στην Ελλάδα, η μέθοδος αυτή είχε χρησιμοποιηθεί κατ’ επανάληψη. Έτσι πήγε για παράδειγμα και ο Νεστορίδης από τον Πανιώνιο στην ΑΕΚ. Άλλο όμως η ερασιτεχνική Ελλάδα και άλλο η επαγγελματική Ιταλία. Το να αποκτήσει μια ομάδα ένα παίκτη, τον οποίο δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει πουθενά για δύο χρονιές θεωρείτο αδιανόητο για τα ιταλικά επαγγελματικά ποδοσφαιρικά στάνταρ. Δεν μπορούσε η Βιτσέντζα να κάνει τόση υπομονή. Στο κάτω-κάτω ο Σιδέρης δεν ήταν και καμιά πρώτη παγκόσμια φίρμα, για να αξίζει μια τέτοια θυσία. Έτσι η Βιτσέντζα αντιλαμβανόμενη πλέον ότι τα εμπόδια ήταν αξεπέραστα παραιτήθηκε από την υπόθεση Σιδέρη και εγκατέλειψε τη μεταγραφή του. Μάλιστα τελικά η ανεπιτυχής έκβαση της υπόθεσης Σιδέρη δεν της βγήκε σε κακό, αφού αντί αυτού αποκτήθηκε από την Μπολόνια ο σημαντικός Βραζιλιάνος φορ Λ. Βινίτσιο, που έπαιξε για 3-4 χρόνια εξαιρετική μπάλα στη Βιτσέντζα, σημειώνοντας 61 γκολ σε 116 αγώνες πρωταθλήματος. Μάλιστα ο Βινίτσιο το 1966 βγήκε πρώτος σκόρερ του καμπιονάτο με 25 γκολ. Ωστόσο η μη μεταγραφή του Σιδέρη συντέλεσε στο να μην αποκτηθεί εκείνη τη χρονιά τρίτος ξένος επιθετικός, όπως ήταν το αρχικό σχέδιο της Βιτσέντζα.
Αλλά και ο Σιδέρης κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι δεν μπορούσε να γίνει τίποτε με την μεταγραφή του στην Ιταλία. Έτσι πολύ σύντομα, την 26.7.2021, επέστρεψε, αεροπορικώς αυτή τη φορά, στην Ελλάδα και στον Ολυμπιακό, θέτοντας τον εαυτό του στη διάθεση της ομάδας για μια τουρνέ φιλικών αγώνων, που θα έκανε τον Αύγουστο του 1962 στη Σοβιετική Ένωση (παρεμπιπτόντως ήταν η πρώτη φορά που ελληνική ομάδα έπαιζε στη Σοβιετική Ένωση). Μολονότι δεν ανακοινώθηκε ούτε γνωστοποιήθηκε τίποτε, όλο και κάποιο αντάλλαγμα θα πρέπει να πήρε από τη διοίκηση του Ολυμπιακού, ώστε να μην μείνει δυσαρεστημένος από την ανεκπλήρωτη μεταγραφική του περιπέτεια. Το σχετικά μικρό (λιγότερο από μια εβδομάδα) διάστημα απουσίας του Σιδέρη στην Ιταλία τροφοδότησε εκ νέου σχόλια των επικριτών του παίκτη για εκβιαστική κατ’ ουσία κίνηση εκ μέρους του. Άλλωστε, εκείνη την εποχή ήταν συνηθισμένοι ανάλογοι εκβιασμοί από όλες σχεδόν τις μεγάλες βεντέτες των μεγάλων ελληνικών ομάδων, που προέβαλαν οικονομικές αξιώσεις πριν από την έναρξη της σεζόν προκειμένου να κατέβουν στις προπονήσεις. Ο ίδιος ο Σιδέρης επιμένει ότι εκείνο για το οποίο ενδιαφερόταν περισσότερο από όλα ήταν να παίξει στο Καμπιονάτο.
Φαντασθείτε πόσα πράγματα θα ήταν διαφορετικά αν είχε γίνει τελικά το 1962 η μεταγραφή του Σιδέρη στην Ιταλία. Το πρώτο και το πιο απλό πράγμα, που μου έρχεται στο μυαλό είναι ότι πρώτος σκόρερ στην ιστορία του Ολυμπιακού θα ήταν ο Νίκος Αναστόπουλος. Ο Σιδέρης όμως έμεινε και με την ευκαιρία αυτή μπορώ άνετα να προβλέψω πως το ρεκόρ του ως του μεγαλύτερου σκόρερ του Ολυμπιακού όλων των εποχών δεν πρόκειται να καταρριφθεί ποτέ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου